Συζητάμε με την επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πάντειο πανεπιστήμιο Φανή Κουντούρη για την προεκλογική ατζέντα και πώς τη χειρίζονται η ΝΔ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Είναι κρίσιμο, όπως τονίζει, το να καταφέρει κάποιο κόμμα να έχει την αρμοδιότητα, τη θεματική ιδιοκτησία σε ορισμένα θέματα της προεκλογικής ατζέντας. Εξίσου σημαντικό είναι η ατζέντα να καταλήξει να είναι θετική, οραματική.

 

 

Η προεκλογική ατζέντα φαίνεται να είναι ακόμα υπό διαμόρφωση, με τα κόμματα να διεκδικούν να την πάρουν προς το μέρος τους. Ποια είναι τα επίδικα που αναδεικνύονται;

Η συζήτηση περί ατζέντας έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, σε κάθε εκλογή, αλλά σε αυτές τις εκλογές ακόμα περισσότερο. Στις εκλογές του 2019 συζητούσαμε για την επαναφορά της κανονικότητας, η οποία δεν ήρθε τελικά ποτέ στη διάρκεια της τετραετίας. Αντίθετα, μπορούμε να πούμε ότι άνοιξαν όλα τα μεγάλα θέματα: πανδημία, ενεργειακή κρίση, φωτιές και περιβαλλοντική καταστροφή, υποκλοπές, Τέμπη, κράτος δικαίου, κοινωνικό κράτος, οικονομία-ακρίβεια, χρέη-πλειστηριασμοί, έμφυλη βία. Βγαίνοντας, από τα μνημόνια, περάσαμε σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων. Είμαστε, λοιπόν, σε μια φάση προεκλογική που τα πολιτικά κόμματα έχουν πολλά, διαφορετικά, ανοιχτά θέματα και, αναπτύσσουν τις στρατηγικές εκείνες που θα αναδείξουν τα ωφέλιμα για εκείνους διακυβεύματα, θα τοποθετηθούν σε σχέση με αυτά και θα διεκδικήσουν την πατρότητα της διαχείρισής τους. Ο Κ. Μητσοτάκης έχει θέσει την ατζέντα σε ορισμένα θέματα στα οποία έχει καταφέρει να έχει την αρμοδιότητά, τη θεματική ιδιοκτησία: επενδύσεις/ανάπτυξη, ψηφιοποίηση κράτους, μεταναστευτικό και άμυνα. O ΣΥΡΙΖΑ θέτει τα ζητήματα της οικονομίας, του δίκαιου και αποτελεσματικού κράτους και της εργασιακής επισφάλειας.

 

Τα θέματα που έχει επιλέξει η ΝΔ δεν αποτελούν μέρος της καθημερινότητας των ψηφοφόρων ούτε είναι βίωμα να βλέπεις να πετάνε τα πολεμικά αεροπλάνα ή να έρχονται επενδύσεις. Πώς θα μπορέσει να ταυτιστεί ο ψηφοφόρος και να επιλέξει τη ΝΔ, όταν αποφεύγει να πει τι έκανε ως κυβέρνηση, επιμένοντας παράλληλα και στη σύγκριση μεταξύ θητειών;

Βγαίνοντας ο κόσμος από μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων θέλει να βλέπει μία διέξοδο, και αυτή να είναι θετική. Ένα στοιχείο που δημιουργεί θετικά συναισθήματα μετρά ως το αντίπαλο δέος απέναντι σε ένα βίωμα, το οποίο είναι ισχυρό και πικρό. Ποντάρει, λοιπόν, η ΝΔ σε μια θετική ατζέντα, σε θέματα πολιτικά ωφέλιμα για εκείνη, με τα οποία μπορεί να ταυτιστεί. Το ότι υπάρχουν θέματα που λειτουργούν βιωματικά, έχουν χαραχθεί στη μνήμη των πολιτών και αναμένεται να επηρεάσουν τη ψήφο είναι δεδομένο. Η καθημερινή επαφή με την ακρίβεια ή τα Τέμπη που βιώθηκαν ως συλλογικό τραύμα θωρακίζουν τους πολίτες απέναντι στις όποιες κυβερνητικές ή μιντιακές απόπειρες να επηρεάσουν τις ερμηνείες. Θέλω όμως να διευκρινίσω κάτι. Θεωρώ λάθος να λέμε ότι η ΝΔ κυβέρνησε επικοινωνιακά. Η κυβέρνηση της ΝΔ συστηματικά επέμεινε στην ατζέντα που έχτισε προεκλογικά και συνεχίζει μέχρι σήμερα να πατά σε αυτή. Κατάφερε, έτσι, να θέσει μία ατζέντα με τη βοήθεια, βέβαια, του ευνοϊκού μιντιακού περιβάλλοντος. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια ατζέντα σοσιαλδημοκρατίας, μια ατζέντα αριστερή, η οποία δεν εξειδικεύεται, δεν έχει αποκτήσει αιχμές. Αξιοποίησε περισσότερο την ατζέντα που προέκυψε είτε αυτή τέθηκε από την επικαιρότητα και τα γεγονότα είτε από την κυβέρνηση, η οποία συνάδει με τις δικές του στρατηγικές, αλλά το έκανε αντανακλαστικά. Η λογική εδώ είναι ότι όταν η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με μείζονα προβλήματα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης περιορίζουν το ρόλο τους ως τους φορείς που θέτουν την δική τους ατζέντα (agenda setters) και γίνονται φορείς αποδοχείς (agenda takers) της ατζέντας. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε πολλά καίρια ζητήματα, αλλά δεν κατάφερε να θέσει εμφατικά στη συζήτηση ταυτοτικά θέματα των οποίων θα έχει την αρμοδιότητα διαχείρισης. Το πρόγραμμα που παρουσίασε για την πρώτη κατοικία είναι πολύ σημαντικό γιατί ακριβώς αποδεικνύει την ικανότητα να διαχειριστεί ένα κρίσιμο πρόβλημα. Αυτό θα μπορούσε να γίνει και σε άλλα θέματα.    

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει επιλέξει να δώσει φωνή στην λαβωμένη από τις πολλαπλές κρίσεις κοινωνία. Προς το παρόν τουλάχιστον δεν φαίνεται να υπηρετεί αυτό που ήταν κάποτε κεντρικό του σύνθημα, την ελπίδα. Αυτό τον κάνει λιγότερο θελκτικό;

Είμαστε στην αρχή της καμπάνιας, μένει να το δούμε πώς θα εξελιχθεί. Το πρώτο στάδιο σε μία εκστρατεία είναι να συστηθείς στο κοινό, να δώσεις το στίγμα σου, το δεύτερο να εισάγεις την αντιπαράθεση με τον αντίπαλο και το τρίτο να προσφέρεις τη διέξοδο, το οραματικό στοιχείο που θα σε πάει στην επόμενη μέρα. Στην εξέλιξη της καμπάνιας ίσως δούμε να εισάγονται ζητήματα που θα δίνουν ένα οραματικό και ελπιδοφόρο στοιχείο. Προς το παρόν, τα σποτ του ΣΥΡΙΖΑ με μότο το «Ως εδώ» έχουν ένα έξυπνο στοιχείο: Δείχνουν τις αντιφάσεις της κυβέρνησης, αποκλειστικά μέσα από τα λόγια των κυβερνώντων, χωρίς να παρεμβάλλεται ο λόγος του ΣΥΡΙΖΑ. Κάνουν πολιτική αντιπαράθεση μέσα από τις αντιφάσεις του αντιπάλου. Από την άλλη, ο Κ. Μητσοτάκης ξεκινά την εκστρατεία του από το πρώτο σποτάκι που λανσάρει επιδιώκοντας να ταυτιστεί με τον πρωθυπουργικό θεσμό, αξιοποιεί τον θεσμό γυρίζοντας το προεκλογικό του σποτ μέσα στο Μαξίμου, δίνοντας το στίγμα της διακυβέρνησης ενώ από την άλλη εμφανίζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσιτός, οικογενειάρχης, ανθρώπινος. Συστήνεται στο κοινό ενσαρκώνοντας το θεσμό, κάνοντας τον θετικό απολογισμό του, λέει «κάναμε λάθη», χωρίς να αναφέρεται σε τίποτα συγκεκριμένο, και καταγγέλλει τον ΣΥΡΙΖΑ ότι υιοθετεί το γκρίζο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μια άλλη στρατηγική: θυμίζει τα λάθη, τις παραλείψεις, τις αντιφάσεις της κυβέρνησης. Μένει αυτό στην κορύφωσή του να καταλήξει σε κάτι, να συστηθεί στο κοινό μέσα από μία θετική ατζέντα για το αύριο και τη παρουσίαση ενός ορατού (και μετρήσιμου ίσως) στίγματος που θα πατάει στο παρελθόν και θα κοιτάει στο μέλλον. Είναι πολύ καθοριστικό αν θα το καταφέρει. Διότι η αξιολόγηση δεν θα γίνει μόνο στο τι έγινε χθες, αλλά και στο τι προτάσσεται την επόμενη τετραετία.

 

Λέμε συχνά ότι ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ δεν απευθύνονται στο ίδιο κοινό, το αντίθετο μάλιστα. Είναι έτσι; Ή υπάρχει ένα κοινό που διεκδικείται και από τα δύο κόμματα και ενδεχομένως κρίνει και το αποτέλεσμα;

 Η έρευνα του Eteron και της aboutpeople, για την «ακτινογραφία των ψηφοφόρων» έχει τρία πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ταυτίζεται με την ομάδα των δυσαρεστημένων από την οικονομική κατάσταση ψηφοφόρων, ενώ οι ψηφοφόροι της ΝΔ είναι πιο ευχαριστημένοι και πιο αισιόδοξοι. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι ότι η ΝΔ δείχνει μια ιδεολογική και κοινωνική πολυσυλλεκτικότητα, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει πιο περιορισμένος αν και η ΝΔ πλέον λόγω των υποκλοπών και των Τεμπών έχει χάσει ένα μέρος του εκσυγχρονιστικού προφίλ της και των κεντρώων ψηφοφόρων. Από τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα εξουσίας πρέπει να διευρύνει αυτή τη βάση, να γίνει πιο πολυσυλλεκτικός. Ένα τρίτο στοιχείο προκύπτει αν δούμε το προφίλ όσων δεν έχουν αποφασίσει τι θα ψηφίσουν. Πρόκειται για ένα κράμα ανθρώπων που είναι δυσαρεστημένοι από την οικονομική κατάσταση, επομένως πλησιάζουν τη βάση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά έχουν και κάποιες αντιφάσεις. Αυτοπροσδιορίζονται στη μεσαία τάξη, και έλκονται από τον φιλελευθερισμό, και από την άποψη αυτή μοιάζουν με τους ψηφοφόρους της ΝΔ. Από την άλλη, υποστηρίζουν έναν κοινωνικό φιλελευθερισμό (υπέρ του γάμου και της τεκνοθεσίας μεταξύ ομόφυλων ζευγαριών), ενώ ταυτόχρονα δείχνουν έναν συντηρητισμό, υποστηρίζοντας π.χ. ότι ο αριθμός των μεταναστών είναι πολύ μεγάλος. Οι ψηφοφόροι αυτοί συγκροτούν ένα μέρος της γκρίζας ζώνης, και αποτελούν ένα σημαντικό διακύβευμα των εκλογών. Ωστόσο οι ταυτότητές τους είναι ρευστές, και όχι ευθυγραμμισμένες με κόμματα ή τοποθετημένες απαραίτητα στον άξονα Δεξιάς-Αριστεράς. Και είναι ένα ερώτημα πόσες κόκκινες γραμμές προτίθεται ένα κόμμα να ξεπεράσει, προκειμένου να προσελκύσει αυτή την γκρίζα ζώνη, εφόσον θέλει να διεκδικήσει μια διευρυμένη βάση ψηφοφόρων.

 

Που πρέπει, κατά τη γνώμη σου, να απευθυνθεί ο ΣΥΡΙΖΑ για να διευρύνει την καμπάνια του;

Είναι πάρα πολύ κεντρικό ζήτημα, το είπα και προηγουμένως, ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκτήσει την πατρότητα κάποιων θεμάτων και να πείσει ότι μπορεί να τα διαχειριστεί, μέσα από μια συντονισμένη καμπάνια επικοινωνίας διαπροσωπικής («πόρτα-πόρτα») αλλά και με παρεμβάσεις σε όλα τα μίντια. Εφόσον το πεδίο δημοσιότητας δεν είναι θετικό απέναντί του, πρέπει διαρκώς να προσπαθεί να θέτει την ατζέντα του παντού. Ακόμα, πρέπει το μήνυμα να είναι καθαρό, να θέτει τους βασικούς άξονες και αυτοί να επαναλαμβάνονται διαρκώς. Ένα δεύτερο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι χτίστηκε τα προηγούμενα χρόνια η αρνητική ταυτότητα του «συριζαίου». Αυτό δημιούργησε μια συναισθηματική πόλωση, η οποία δεν περιορίζεται στο ιδεολογικό πεδίο, δεν οδηγεί στην αντιπαράθεση αριστεράς-δεξιάς, αλλά σε μια ταυτοτική διαφοροποίηση. Βλέπουμε, έτσι, να δημιουργούνται στρατόπεδα ταυτοτικά, που αναδεικνύουν ζητήματα πολιτισμικά, και αποδίδονται στους υποστηρικτές ή στα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά ατημέλειας, αναξιοπιστίας, οκνηρίας. Από την άλλη, αναδεικνύεται η ταυτότητα μιας ελίτ, η οποία εμφανίζεται να έχει μια πολιτισμική ανωτερότητα (είναι αστοί, έχουν πτυχία, γνωρίζουν ξένες γλώσσες) και μια πιο επιμελή εικόνα.

 

Η αχίλλειος πτέρνα του ΣΥΡΙΖΑ τα προηγούμενα χρόνια ήταν το έλλειμα αξιοπιστίας. Τελευταία, επιχειρεί να υπερασπιστεί τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του. Μπορεί να το αντιμετωπίσει πια ή δεν μένει αρκετός χρόνος;

Δεν υπερασπίστηκε τα πεπραγμένα της τετραετίας του. Πλέον παρατηρώ και εγώ μια στροφή, αλλά μερική. Το Μακεδονικό, για παράδειγμα, δεν αναφέρεται ως επίλυση ενός σοβαρού ζητήματος. Το ότι ήταν αμυνόμενοι για αρκετό διάστημα τραυμάτισε την εικόνα τους. Αυτό ακριβώς είναι που δεν κάνει η ΝΔ, η οποία διαρκώς υπερασπίζεται την γραμμή της, τα θετικά της, την ατζέντα που έχει βάλει από την αρχή, ακόμα και αν αυτή δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα. Το αν θα μπορέσει ο ΣΥΡΙΖΑ να επαναφέρει το ζήτημα της αξιοπιστίας μένει να το δούμε.

 

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να επιστρέψει σε ένα πιο ριζοσπαστικό προφίλ, ώστε να εμπνεύσει ως ένα κόμμα της Αριστεράς και όχι να αντιμετωπίζεται σαν ένα κόμμα της εξουσίας;

Ο ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει πολύ στους νέους, ενώ οι νέοι αντιμετωπίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως ένα συστημικό κόμμα. Ενηλικιώθηκαν πολιτικά όταν κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν έχουν τη μνήμη του ΣΥΡΙΖΑ ως ένα κόμμα ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά ως ένα κόμμα εξουσίας. Δεν ξέρω πώς ένα κόμμα το οποίο αποσκοπεί στη διεύρυνση της εκλογικής τους βάση και μετακινείται σε πιο σοσιαλδημοκρατικές θέσεις να ανακτήσει τον ριζοσπαστισμό που είχε το 2012 ή το 2015. Θα μπορούσαν να υπάρχουν τομείς αιχμής όπως το περιβάλλον, τα δικαιώματα, που θα είχε μια πιο ριζοσπαστική θέση. Και παράλληλα να είναι γειωμένος κοινωνικά, στα επιμελητήρια, τα πανεπιστήμια, τον συνδικαλισμό, την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε να υπάρξουν οι απαραίτητες κοινωνικές γειώσεις που θα υποστηρίξουν το εγχείρημα. 

 

Το δίλημμα αυτοδυναμία ή κυβέρνηση συνεργασίας είναι ένα ταυτοτικό ζήτημα που θα μπορούσε να αναδείξει το πρώτο κόμμα;

Τα εγχειρίδια της πολιτικής επιστήμης λένε ότι οι κυβερνήσεις συνεργασίας –οι οποίες είναι πλειοψηφία στην Ευρώπη- είναι η δικλείδα ασφαλείας των κοινοβουλευτικών συστημάτων. Αυτό στρατηγικά το προβάλλει ο ΣΥΡΙΖΑ και το υπερασπίζεται με συνέπεια, ακόμα και αν δεν φαίνονται οι προϋποθέσεις. Στην Ελλάδα, όμως, δεν υπάρχει αυτή η κουλτούρα, έχουμε μια παράδοση αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Το αίσθημα σταθερότητας που προβάλλει η ΝΔ αποδίδει γιατί ζούμε σε μια εποχή πολύπλευρων κρίσεων και ο πολίτης ενδεχομένως να αισθάνεται πιο ασφαλής με μία ισχυρή κυβέρνηση. Για να αποκτήσει δυναμική το πρόταγμα μιας κυβέρνησης συνεργασίας, προϋποτίθεται να συζητηθεί η βάση μιας σειράς προγραμματικών αρχών, ώστε να προκύψει μια προγραμματική συμφωνία, όπως και μια καλή συνεργασία.

 

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet