Από την εκλογική αντιπαράθεση απουσιάζει ο λόγος της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Η σιωπή είναι εκκωφαντική. Και προβληματική. Όχι μόνο για πολλούς αριστερούς πολίτες, αλλά και για τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις και για την κοινωνία συνολικά – κι ας ακούγεται αυτό ως έπαρση.   

Η απουσία έχει «συμβάλει» στην επικράτηση ενός απλουστευτικού περιγραφισμού των πολιτικών συγκρούσεων, που υποβαθμίζει τα βασικά τους επίδικα και ενισχύει τον αγοραίο λαϊκισμό. Διότι τα πεδία των σκανδάλων και της διαχείρησης υπήρξαν, κατά κανόνα, προνομιακός τόπος για την εκλογική στρατηγική της δεξιάς.  

Η δικαιωτική επιχειρηματολογία για την έκλειψη της παρουσίας της δικής μας Αριστεράς έχει διατυπωθεί από καιρό, επιτακτικά και χωρίς περιστροφές: Τώρα είναι η ώρα του «εφικτού», του ρεαλισμού της ωριμότητας και όχι των αχρείαστων ιδεολογικών εμμονών. Τώρα πρέπει να συναθροιστούν «όλες οι γάτες που μπορούν να πιάνουν ποντίκια, ανεξαρτήτως χρώματος». Μόνο που ακόμα κι από μια στενά εκλογική σκοπιά, η προσήλωση στο εφικτό και στο δόγμα της «ευρύτητας χωρίς όρια» δεν κατάφερε να συγκροτήσει, μέχρι σήμερα, τη διάχυτη κοινωνική αγανάκτηση για την κυβέρνηση σ’ ένα ισχυρό, διακριτό και μη αντιστρέψιμο πλειοψηφικό ρεύμα για την πολιτική της ήττα.

Η «χειρότερη μετά την μεταπολίτευση κυβέρνηση πρέπει να φύγει». Πρέπει επομένως να ηττηθεί εκλογικά. Το αίτημα διατυπώνεται από όλα σχεδόν τα κόμματα και από πολιτικές συλλογικότητες εκτός κοινοβουλίου. Οι απαντήσεις στο «γιατί», στο «πώς» και στο «μετά» παραμένουν αμφίσημες και ασαφείς. Και αναπαράγουν μέσα στην κοινωνία την αμφιθυμία, τη ρευστότητα των προσδοκιών, τη σύγχυση ως προς διακριτότητα αντίπαλων πολιτικών σχεδίων.

Η κυβέρνηση της Δεξιάς θα φύγει και το πολιτικό της σχέδιό της θα ηττηθεί μόνο μέσα από μια αντιπαράθεση εφ’ όλης της ύλης. Δηλαδή με όρους διεκδίκησης της ηγεμονίας. Και αυτό προϋποθέτει την επιστροφή της Αριστεράς μας στο προσκήνιο. Της πολιτικής της γλώσσας, των ιδεών και των προταγμάτων της, όχι ως ευκαιριακή εκφώνηση για τις ανάγκες ενός ανερμάτιστου πολυσυλλεκτισμού, αλλά ως στοιχειώδης αριστερός ορθολογισμός:

• Αυτή η κυβέρνηση είναι όντως «η χειρότερη» μεταπολιτευτικά. Όχι όμως για όλους και όχι για τους λόγους που προβάλλονται σε πρώτο πλάνο. Είναι η χειρότερη για τον κόσμο της εργασίας και τα λαϊκά στρώματα. Όχι γιατί υπήρξε μια κυβέρνηση πολιτικών απατεώνων, φαύλων και αποτυχημένων διαχειριστών. Αλλά μια κυβέρνηση σκληρών ταξικών επιλογών, που συστηματικά και σχεδιασμένα εργάστηκε για τη νεοφιλελεύθερη ανασύνθεση των κοινωνικών σχέσεων, για τη διάλυση του δημόσιου χώρου, για την καπιταλιστική μεγέθυνση με τίμημα τη φτωχοποίηση και την περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας. Είναι όμως μια πετυχημένη κυβέρνηση αφού  αποκατέστησε, διεύρυνε και ενίσχυσε την ενότητα του κυρίαρχου κοινωνικο-πολιτικού μπλοκ της καπιταλιστικής εξουσίας, ενσωματώνοντας και «κανονικοποιώντας» μια μερίδα της ακροδεξιάς. Κράτησε την επιρροή της, για να μην έχουμε αυταπάτες, στα ανώτερα και μεσαία μεσοστρώματα. Επέβαλε την πολιτική διεύθυνση δια του αυταρχισμού χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις. Επανέφερε την ιδεολογία του ατλαντισμού για τη χώρα, με μια αξιοσημείωτη κοινωνική και πολιτική ανοχή.

• Η εκτίμηση ότι η προπαγανδιστική επινόηση κυβέρνηση = «η Μητσοτάκης ΑΕ» μπορεί να ερμηνεύσει και να αμφισβητήσει τη σύνθετότητα της δεξιάς διακυβέρνησης είναι εκτός πραγματικότητας. Το ίδιο αναποτελεσματική με την ιδέα ότι η διολίσθηση από τη θεμελιώδη διαιρετική τομή Αριστερά / Δεξιά, στην αντίθεση «προοδευτική συμμαχία» / Δεξιά κι από κει στο «όσοι πιστοί προσέλθετε» εναντίον του «μητσοτακισμού» αποτελεί μια στρατηγική απάντηση ιστορικής προοπτικής.

• Όπως συνέβη σε όλες τις κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, η έκβαση της επικείμενης εκλογικής μάχης  δεν θα κριθεί σε δευτερεύοντα, περιφερειακά ζητήματα, όπως αυτό του πιο ικανού διαχειριστή. Αλλά από την πειστικότητα των εναλλακτικών απαντήσεων στο κεντρικό της διακύβευμα που είναι –όσο κι αν συσκοτίζεται από την ομογενοποιημένη γλώσσα της πολιτικής αντιπαράθεσης και τις ψευδώνυμες μετονομασίες του: Ποια θα είναι η κατεύθυνση των μετασχηματισμών που θα δρομολογηθούν την επόμενη μέρα. Η συνέχιση αυτών που είναι αναγκαίοι για την επέκταση και την εμβάθυνση του καπιταλισμού, απέναντι στους οποίους η αριστερά θα έχει ως μόνη εναλλακτική τη σισύφεια πορεία της, ή αυτοί που θα επιδιωχθούν για μια προοπτική συνεχούς κοινωνικής χειραφέτησης ;

• Η όποια εκλογική πλειοψηφία δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ανθεκτική κοινωνική και πολιτική συμμαχία, χωρίς μια στοιχειώδη συνοχή ιδεών, πέρα από ευκαιριακές και εύθραυστες «πολιτικές» συμπτώσεις. Απαιτούν πιο απαιτητικές διεργασίες. Δεν συγκροτούνται πάνω στην «κινούμενη άμμο» της μεσαίας τάξης και του πολιτικού κέντρου. Και η όποια ενδεχόμενη συμμαχική κυβέρνηση της επόμενης μέρας θα αποτύχει, αν επαναλάβει ένα πρότυπο κυβερνητισμού που θα την αποξενώσει από τα κοινωνικά κινήματα και από τη συνέργεια των λαϊκών μαζών.

Ο δημόσιος λόγος του αριστερού ριζοσπαστισμού δεν μπορεί να λείψει από την πολιτική μάχη του σήμερα, στο όνομα καμιάς σκοπιμότητας.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet