Ματίας Ενάρ «Το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών», μετάφραση: Σοφία Διονυσοπούλου, εκδόσεις Στερέωμα, 2022

 

Στο ευσύνοπτο μυθιστόρημά του «Μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες και για ελέφαντες» (Στερέωμα 2018), ο Ματίας Ενάρ είχε βάλει ένα μότο του Κίπλινγκ, από όπου κι ο τίτλος του έργου: «Μια ιστορία είναι αληθινή μόνο στον χρόνο που την αφηγείσαι. Και αφού είναι παιδιά, μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες, για άλογα, για σατανάδες, για ελέφαντες και για αγγέλους, μην παραλείψεις όμως να τους μιλήσεις για έρωτα και για πράγματα παρεμφερή». Ένα μότο που συνοψίζει κάλλιστα και το νέο του μυθιστόρημα. Με την εξαίρεση των παιδιών και των ελεφάντων, κι εδώ διαβάζουμε για μάχες, ρηγάδες, άλογα, σατανάδες και αγγέλους, έρωτα και πράγματα παρεμφερή, όπως ο θάνατος, ως άλλη όψη του έρωτα και της ζωής, με επίκεντρο τη σημερινή «βαθιά» Γαλλία, την περιοχή Πουατού-Σαράντ, πάλαι χώρα ποτέ των Πικτόνων και ειδικότερα μια μικρή, παρακμάζουσα αγροτική κοινότητα εξακοσίων κατοίκων, ντόπιων και ξένων –αφού πολλά χωράφια έχουν γίνει πια οικόπεδα για βίλες εξοχικές– όπου ο δήμαρχος είναι μαζί και νεκροθάφτης και ετοιμάζεται να υποδεχτεί ως οικοδεσπότης το ετήσιο συμπόσιο της συντεχνίας των νεκροθαφτών στο ίδιο θρυλικό αβαείο όπου είχε ζήσει ο Ραμπελέ.

 

Σ’ αυτό το χωριό καταφτάνει ένας νεαρός, παριζιάνος μαθητευόμενος εθνογράφος, ονόματι Νταβίντ Μαζόν, για να μελετήσει, στο πλαίσιο του διδακτορικού του, τις σύγχρονες αγροτικές κοινωνίες. Με το βλέμμα στους μεγάλους δασκάλους του, ονομάζει το δωμάτιο που νοικιάζει «Άγρια σκέψη» και τις γάτες του σπιτιού που υιοθετεί Νάιγκελ (και) Μπάρλεϊ. Έχοντας το ημερολόγιο του Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι στο προσκεφάλι του (μαζί με τους Αργοναύτες του Δυτικού Ειρηνικού του ιδίου και το Ενενήντα τρία του Ουγκώ – λόγω της όμορης Βανδέας προφανώς) ξεκινά να γράφει κι ο ίδιος ημερολόγιο για τη δική του εμπειρία της άγριας ζωής: τα κόκκινα σκουλήκια στο μπάνιο και τα σαλιγκάρια στο δωμάτιο, την απομόνωση [αισθάνεται «μόνος στην Άγρια σκέψη σαν τον Ναπολέοντα Τσάγκνον στους Γιανομάμι» (23), αν όχι σαν τον Μαλινόφκσι στον Ειρηνικό!], τους «αγρίους» της περιοχής, τους οποίους πρέπει να συναναστραφεί για την έρευνά του. Έχει αφήσει πίσω το κορίτσι του, την Λαρά, με την οποία μιλάει –και αλληλεπιδρά ποικιλοτρόπως– διαδικτυακά. Αλλά μια ιδιότροπη, ακτιβίστρια οικολόγος αγρότισσα, η Λουσύ, μπαίνει απρόσκλητη στη ζωή του και την γυρίζει τα πάνω-κάτω: εντάσσεται –μετά κόπων και βασάνων– στην κοινότητα, ερωτεύεται, παρατάει το διδακτορικό του και γίνεται αγρότης.

 

Η ζωή δεν τελειώνει με τον θάνατο

 

Εντάξει ο έρωτας, αλλά οι μάχες, οι ρηγάδες, οι σατανάδες και οι άγγελοι τι δουλειά έχουν στο χωριουδάκι, θα αναρωτηθεί κανείς. Διότι βέβαια δεν γνωρίζει ότι η ζωή δεν τελειώνει με τον θάνατο – κι ας μας προϊδεάζει σχετικά το μότο του βιβλίου. Κόντρα στο βέλος του χρόνου, οι νέοι «άγριοι» του Μαζόν γεννιούνται και πεθαίνουν ξανά και ξανά, όχι μόνο στο μέλλον αλλά στο παρελθόν, ξαναζούν τη βία, τον πόνο, τον πόθο, τον έρωτα, τον πόλεμο, ως άνθρωποι, ζώα, έντομα και φυτά, όντα αλληλένδετα, δεμένα στον τροχό της μοίρας στους αιώνες. Έτσι, ο (κρυφο)λάγνος ιερέας γίνεται όταν πεθαίνει νεαρός κάπρος, που καταλήγει με τη σειρά του στον πάγκο του χασάπη, ο οποίος χασάπης σε μια προηγούμενη ζωή του ήταν το άλογο του Χλωδοβίκου. Ο ιδιοκτήτης του μοναδικού μπαρ, μετά από μια πρώτη μετενσάρκωση στον τελευταίο σκαντζόχοιρο της περιοχής, γυρίζει πίσω δυο αιώνες ως κοριός που τσιμπάει τον Ναπολέοντα στο πέρασμά του από την περιοχή το 1815. Ο αυτοκτόνος Ιερεμίας γεννιέται ως Αγρίππας ντ’ Ομπινιέ, του αίματος και των Τραγικών (οι θρησκευτικοί πόλεμοι αποτελούν σημαίνουσα επιλογή στον Ενάρ) – κι απέναντι στον ντ’ Ομπινιέ, αντιστικτικά, ο λόγος του Μοντένιου (αλλά και του Σοπενχάουερ, και του Βοήθιου και άλλων πολλών), στο συμπόσιο των νεκροθαφτών που συνδιαλέγονται για το νόημα του θανάτου σε ένα απίστευτο όργιο ποτού, φαγητού και λόγου, φόρο τιμής στον Ραμπελέ, όπου ψηφίζουν τελικά υπέρ τού να έρθουν και οι γυναίκες «μυροβόλες μέσα στις φορμόλες», οι οποίες φορμόλες πρέπει εντούτοις για λόγους οικολογικούς να καταργηθούν.

Και από μετενσάρκωση σε μετενσάρκωση πάει λέγοντας, Καίσαρας, Κάρολος Μαρτέλος, Πλανταγενέτες, Πίκτονες, επαναστάτες των Ζακερί, ποιητές πολεμιστές, ναζιστές, φονιάδες κι αυτοκτόνοι, μάχες και εγκλήματα από την εποχή του Καίσαρα ως το Ολοκαύτωμα, παντός καιρού πάθη και τις αμαρτίες. Με το μαστορικό τερτίπι των μετενσαρκώσεων σε ανθρώπους, ζώα και φυτά, γράφεται μια ολόκληρη, βίαιη και αστεία ιστορία της Γαλλίας και με αναφορά σε έναν τόσο δα τόπο σχεδιάζεται η οικουμένη σε μικρογραφία, να ατενίζει σήμερα τον 22ο αιώνα, που περιγράφεται με πρωθύστερη βεβαιότητα ως αιώνας «της Μεγάλης Ξηρασίας και της ερήμωσης, όπου τα πάντα πέθαιναν, τα πάντα αφανίζονταν και καίγονταν». Αλλά, κι αυτό το αλλά έχει μεγάλη σημασία για την κοσμοαντίληψη του Ενάρ, το τέλος του δεν είναι παρά το προοίμιο της «ανανέωσης του Χρόνου», μιας νέας αρχής.

 

Μια διαλογική, πολυφωνική αφήγηση

 

Ο Ενάρ, ο οποίος επιστρέφει στο έβδομο αυτό μυθιστόρημά του σε γαλλικό έδαφος και δη στον γενέθλιο τόπο του και έχει ακολουθήσει κι ο ίδιος μια διαδρομή παρόμοια με του νεαρού εθνολόγου, αφήνοντας το γαλλικό πανεπιστήμιο για να γίνει συγγραφέας και μεταφραστής, οικοδομεί έναν ολόκληρο, ολοζώντανο, υλικότατο (γεμάτο φαγητό, ποτό, αίμα και σπέρμα, αλλά και δέντρα και ζώα και νερά και ποιήματα, παλαιότερα και νεότερα, γνωστών και ξεχασμένων ποιητών, κατά τη μεσαιωνική πρακτική της μυθιστορίας και των συνεχιστών της), τραγικό και γκροτέσκο επίγειο κόσμο, όπου ο πόλεμος είναι διαρκώς και αδιαλείπτως πατήρ των πάντων, κυριολεκτικά και μεταφορικά – και τι απίστευτος άθλος είναι η αναδημιουργία τού όσο δεν παίρνει πολύπλοκου αυτού κόσμου στη γλώσσα μας από τη Σοφία Διονυσοπούλου! Εναλλάσσοντας σε επίπεδο δομής την αφήγηση με τραγούδια που δεν είναι τραγούδια αλλά μικρές ιστορίες, οι οποίες μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν ότι επέχουν θέση χορικών στη μεγάλη αυτή τραγικωμωδία (δεν είναι τυχαίο το χάπι-εντ), πλέκοντας ένα πυκνό δίχτυ διακειμενικών αναφορών σε διαφορετικά επίπεδα (παραθέματα, αναφορές, υπαινιγμοί και, προπάντων, παστίς), με διαφορετικές λειτουργίες, παίζοντας με τη γλώσσα, τις διαλέκτους και τα ιδιώματα, στη συγχρονία και τη διαχρονία τους και θέτοντας τους τρόπους του μοντερνισμού στην υπηρεσία του παραμυθιού, ο Ενάρ κατασκευάζει μια διαλογική, πολυφωνική αφήγηση που πραγματεύεται, ξανά κι αλλιώς, τα προσφιλή του θέματα της καταστροφής και της αναγέννησης και της ταυτότητας και της ετερότητας, με αναφορά το παρελθόν αλλά και με ορίζοντα το παρόν και το μέλλον, μιας κοινότητας, μιας περιοχής, μιας χώρας κι όλης της ανθρωπότητας, στη (διαρκή και άρρηκτη) σχέση της με τη φύση. «Η φύση διαθέτει δυνάμεις αναγέννησης και ανανέωσης τόσο ισχυρές ενίοτε, ώστε μπορούν να μας τσακίσουν. Είτε ονομάζουμε τις δυνάμεις αυτές πεπρωμένο είτε τύχη ή θεία πρόνοια, είναι αδύνατον να τους διαφύγουμε όταν ορμούν καταπάνω μας καθώς, από απροσεξία, έχουμε κάνει το πρώτο βήμα για να τις θέσουμε σε κίνηση», γράφει ένας δάσκαλος του τόπου (521). Για το «άστατον των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ἄσκ ὀλσοὺν τσιβιρινέκ», κάνει λόγο ο δικός μας Παπαδιαμάντης, με τον οποίο θα είχε σίγουρα πολλά να πει ο λάτρης της Ανατολής και της Μεσογείου Ενάρ, που οι «Ακυβέρνητες πολιτείες» είναι ένα από τα πιο αγαπημένα του βιβλία. Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ, λοιπόν. «Το θαύμα είναι η ζωή την κάθε στιγμή, το κάθε δευτερόλεπτο» (249).

 

Τιτίκα Δημητρούλια Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet