Μετά και την παρουσίαση του προεκλογικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, συζητάμε με τον Νίκο Βούτση, για την καμπάνια του κόμματος, τη διεισδυτικότητά της και τους στόχους της. Όπως ο ίδιος τονίζει είναι αλυσιτελές να μπαίνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στην τοξική αντιπαράθεση, όπως την ορίζει η ΝΔ. «Ο κόσμος θέλει τα θετικά μέτρα, που από πλευράς μας είναι καλά επεξεργασμένα, ώστε να βελτιωθεί η ζωή του. Εν τέλει, ο κόσμος θέλει να πάρει τη ζωή του πίσω», τονίζει.

 

 

Την εβδομάδα που μας πέρασε ανακοινώθηκε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το οποίο αποτελείται από 11 άρθρα. Ποια η κεντρική του στόχευση; Πρόκειται για μια πρόταση που βρίσκεται στο τραπέζι των συζητήσεων, με τους δυνάμει κυβερνητικούς εταίρους;

H ανακοίνωση του προγράμματος είχε διττή σημασία και πιστεύω ότι θα έχει αποτέλεσμα και στις δύο στοχεύσεις. Η μία στόχευση είναι να υπάρχει συμπτυγμένη η βασική ατζέντα των δεσμεύσεων για τις πρώτες 50 μέρες, αλλά και σε βάθος τετραετίας. Με αυτή την έννοια, έχει μια σημασία συμβολαίου. Αρκεί, βεβαίως και από την άλλη πλευρά αυτό το συμβόλαιο να συνομολογηθεί στις εκλογές. Υπάρχουν ωστόσο και άλλα πολλά ζητήματα για τα οποία έχουν παρουσιαστεί έγκαιρα ρητές δεσμεύσεις του κόμματος, όπως είναι τα ζητήματα περιβάλλοντος, ψηφιακού μετασχηματισμού, εξωτερικής πολιτικής, μεταναστευτικού και άλλα. Η δεύτερη στόχευση του προγράμματος αφορά την ανάγκη να υπάρξει μια άτυπη, έστω, αλλά δημόσια και διαφανής προγραμματική συζήτηση, με το σύνολο των δυνάμεων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Μέσα στη Βουλή, την τελευταία τετραετία, καταγράφηκαν πολύ σοβαρές συμπτώσεις ή έστω συγκλίσεις σε όλα τα μεγάλα, επιμέρους ζητήματα, στα οποία ασκήθηκε ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική, αλλά και σε άλλα κρίσιμα θέματα όπως ο πόλεμος, τα εξοπλιστικά και φυσικά το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών και τα πλήγματα στη δημοκρατία και το κράτος δικαίου.  Υπάρχει αυτό το υπόβαθρο και με αυτή την έννοια δεν θα ξεκινήσουμε από το μηδέν κατόπιν εκλογών, για προγραμματικές συγκλίσεις. Πολύ σωστά, όμως, ο πρόεδρος, εκφράζοντας όλους μας, στην ανακοίνωση του προγράμματος κάλεσε, για μια ακόμα φορά, τις άλλες δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να αναμετρηθούν, να ασκήσουν κριτική, να προσθέσουν στην ατζέντα, ώστε να γίνει στη συνείδηση του κόσμου πιο ρεαλιστική η εναλλακτική προοδευτική διακυβέρνηση. Πιστεύω ότι και οι δύο αυτοί στόχοι είναι υλοποιήσιμοι, είναι ορατοί και ενθαρρύνουν την προεκλογική μας δουλειά.

 

Η προεκλογική ατζέντα είναι ακόμα υπό διαμόρφωση. Έχει καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει την ηγεμονία σε ορισμένα θέματα;

Η παρουσίαση του ψηφοδελτίου Επικρατείας σε σχέση με το ψηφοδέλτιο της ΝΔ προκάλεσε μια θετική συζήτηση και τροποποίησε μια άκρως τοξική ατζέντα. Το σημαντικό ζήτημα στο οποίο θα κριθούμε ως ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι εάν στις πολλαπλές πλέον εμφανίσεις, που έχουμε και δια του προέδρου του κόμματος και όλοι εμείς, έστω και υπό την πίεση μιας μη φιλικής δημοσιογραφικής συμπεριφοράς σε ορισμένα ΜΜΕ, θα μπορέσουμε πράγματι να θέσουμε στο επίκεντρο της συζήτησης κάποια κορυφαία ζητήματα, που απασχολούν τον κόσμο. Για παράδειγμα, είναι αδιανόητο να μην συζητείται σε όλες του τις εκφάνσεις το πολύ σοβαρό πλήγμα που έχει υποστεί το κράτος δικαίου και το ζήτημα της ανάταξης των θεσμών της δημοκρατίας. Επίσης, δεν μπορούν να είναι έξω από τη συζήτηση η διαχείριση της πανδημίας ή άλλα θέματα που θεωρούνται “επιμέρους ζητήματα” αλλά είναι πρωτεύοντα στην ατζέντα της Αριστεράς, όπως είναι το μεταναστευτικό, το προσφυγικό, η συζήτηση για τον φράχτη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η κλιματική κρίση κ.λπ. Με αυτές τις συζητήσεις θα μπορέσει να αντιληφθεί ο κόσμος όχι μόνο τη διαφορά ανάμεσα στην Αριστερά και Κεντροαριστερά με την Δεξιά και Ακροδεξιά, αλλά και ότι «δεν είμαστε όλοι ίδιοι». Διότι το τελευταίο αμυντικό οχυρό αυτής της κυβέρνησης, που κατά τη γνώμη μου, απέτυχε σε όλους τους βασικούς τομείς και στις κρίσεις που αντιμετώπισε, είναι πως όλοι είναι ίδιοι. Με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να πετύχουν την ενίσχυση της αποχής ή να κάνουν τους πολίτες να βλέπουν με «καλό μάτι» τους θύτες αυτής της χώρας και να καταλογίζουν όλα τα κακά στον ΣΥΡΙΖΑ.

 

Όλοι γνωρίζουμε τι ζούμε, ως συνέπεια των κυβερνητικών πολιτικών και των αλλεπάλληλων κρίσεων. Είναι προωθητικό να το επαναλαμβάνουμε; Δεν χρειάζεται μια ατζέντα ελπίδας; Ή πρέπει να τεθούν τα ζητήματα που η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά, διαφορετικά θα χαθούν στην προεκλογική δίνη;

Η κυβέρνηση επιμένει να προωθεί μια τοξική ατζέντα, μέσω μιας χειραγωγούμενης ενημέρωσης και μιας ακραίας, εριστικής, ατεκμηρίωτης προπαγάνδας. Ως εκ τούτου, καθημερινά είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουμε τον περιορισμό της ατζέντας και να δίνουμε τη μάχη να την επανακαθορίσουμε, χωρίς να παίζουμε στο γήπεδο της ΝΔ. Διαφωνώ να μπαίνουμε σε αυτού του είδους την αντιπαράθεση, που μπορεί να είναι σκληρή και μαχητική, αλλά είναι αλυσιτελής. Δεν παράγει αποτέλεσμα, τη στιγμή που ο κόσμος θέλει τα θετικά μέτρα, που από πλευράς μας είναι καλά επεξεργασμένα, ώστε να βελτιωθεί η ζωή του. Εν τέλει, ο κόσμος θέλει να πάρει τη ζωή του πίσω, όπως ειπώθηκε εμφατικά και μετά τα Τέμπη. Αυτό είναι απαύγασμα μιας υπερδεκαετούς διάρκειας επάλληλων κρίσεων και σε αυτό δεν απαντάς με κραυγές, ούτε υιοθετώντας τη ρητορική και πολεμική που αναπτύσσει η ΝΔ. Απαντάς με ουσιαστική, τεκμηριωμένη και μαχητική ανάλυση των δικών μας θέσεων και δεσμεύσεων, αλλά και των οραμάτων και ιδεών. Όπως έχουμε πει επανειλημμένα όλα τα νομοσχέδια της κυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν βουτηγμένα στην ιδεολογία της ΝΔ. Αυτή ήταν άλλωστε η μάχη που έδωσε ο Μητσοτάκης μεταπολιτευτικά και αυτή είναι η τομή με τη λαϊκή Δεξιά. Πρέπει, λοιπόν, και ιδεολογικά φορτισμένα να δώσουμε τη μάχη της αντιπαράθεσης.

 

Η ΝΔ κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ ότι το προεκλογικό του πρόγραμμα μπορεί να τινάξει τον κρατικό προϋπολογισμό στον αέρα. Από την άλλη, το δικό της πρόγραμμα βρίθει υποσχέσεων, όταν μάλιστα εφάρμοσε και πρόγραμμα 60 δισ. την τριετία της πανδημίας. Τι ισχύει;

Η συζήτηση αυτή πρέπει να φτάσει στο κόκκαλο. Έχουν το πολιτικό θράσος, όσοι χρεοκόπησαν τη χώρα και όσοι είναι υπεύθυνοι για τη σημερινή οικονομική κατάσταση των «πολλών» στην κοινωνία μας, να ισχυρίζονται ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, θα οδηγήσει σε νέα μνημόνια! Η αλαζονεία είναι μόνιμο χαρακτηριστικό του καθεστώτος Μητσοτάκη. Όπως δήλωσε δημόσια και ο Αλ. Τσίπρας, θα πάμε σε μια επαναδιατύπωση –δηλαδή αλλαγή- των βασικών κωδικών του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Από εκεί και έπειτα πρέπει να δούμε το παραγωγικό μοντέλο, τους επιπλέον πόρους από τα ταμεία, το χτύπημα της φοροδιαφυγής, την επιπλέον φορολογία σε υψηλά μερίσματα, την πραγματική φορολόγηση των καρτέλ της ενέργειας και όσων εταιρειών κερδοσκόπησαν. Αυτό είναι το δικό μας πρόγραμμα, για να υπάρξει και ο δημοσιονομικός χώρος για τα υπόλοιπα μέτρα που έχουν σχεδιάσει. Ταυτόχρονα, προκρίνουμε ορισμένα άμεσα μέτρα στο πρόγραμμα των πρώτων 50 ημερών, τα οποία είναι πλήρως κοστολογημένα, στα 5,6 δισ. ευρώ, και περιγράφονται αναλυτικά. Πρόκειται για μέτρα για τη στέγη, την κατάργηση του πτωχευτικού, την έκβαση των πλειστηριασμών, την εφαρμογή των 75-120 δόσεων, κ.λπ. Επομένως, είναι ζήτημα να συγκρίνουμε τα δύο προγράμματα, μέτρο το μέτρο. Να δούμε την κατεύθυνση, την εισροή των πόρων και το χτύπημα της σπατάλης, έναν τομέα στον οποίο επιδόθηκε η ΝΔ. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να προσμετρηθεί και το ζήτημα των αμυντικών εξοπλισμών. Δεν είναι τυχαίο το ότι δεν ψηφίσαμε τους προϋπολογισμούς φέτος και πέρσι. Πιστεύουμε στο δόγμα της επαρκούς άμυνας της χώρας και της λειτουργίας της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας, πέρα όμως από το κυνήγι των εξοπλισμών.

 

Κάθε μέρα ακούμε και νέα μέτρα. Είναι σαν να πιέζεται η κυβέρνηση και να εξαναγκάζεται να προβεί σε ακατάσχετη παροχολογία, όταν η πρακτική της είναι στην κατεύθυνση της οικονομικής ασφυξίας;

Εδώ έφτασε να μιλήσει για μέσο μισθό 1.500 ευρώ και κατώτατο στα 950. Είναι προφανές ότι ανάλογα με τις δημοσκοπήσεις κινούνται και προεκλογικά μέρα με τη μέρα. Υπάρχει μια σαφής δυσαρέσκεια και καταγράφεται μια προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία, η οποία κινείται απέναντι στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό της ΝΔ. Αυτό τους κάνει να ανησυχούν μήπως μορφοποιηθούν αυτές οι τάσεις σε μια εκλογική πλειοψηφία. Είναι σαφές ότι το δικό μας πρόγραμμα είναι προσανατολισμένο στα εργασιακά δικαιώματα, στην αναδιανομή, στις καλύτερες αμοιβές, στα λιγότερα χρέη. Κινείται σε μια συνολικά διαφορετική λογική. Μόλις έρχομαι από μία μεγάλη περιοδεία στην Εθνική τράπεζα. Συναντήσαμε όλων των ειδών τους εργαζόμενους: συμβασιούχοι της Εθνικής, ενοικιαζόμενοι υπάλληλοι, μέχρι και 22 χρόνια σε αυτό το καθεστώς, outsourcing από εταιρείες με τις οποίες συνεργάζεται η Εθνική ή εργαζόμενοι από τράπεζες που έχουν κλείσει πια και είναι με μετάταξη, με ειδικά καθεστώτα. Αν αυτά συμβαίνουν στην Εθνική τράπεζα αντιλαμβάνεστε τι συμβαίνει στο χώρο της εργασίας. Το κοινωνικό ζήτημα πρέπει και είναι στο επίκεντρο του προγράμματος μας. Η αναδιάρθρωση του καπιταλισμού που γίνεται πάντα στις κρίσεις, πόσω μάλλον όταν είναι πολλαπλές και επικαλυπτόμενες, είναι βίαιη, αιματηρή και έχει στόχο κυρίως και κατ’ αρχήν την εργασία και ύστερα την ποιότητα ζωής, το περιβάλλον, κ.λπ. Σε αυτό πρέπει να είμαστε απέναντι.

 

Αυτός ο σχεδιασμός που περιγράφεις, που προτάσσεται τώρα και λόγω των εκλογών, πώς συνδέεται με το μέλλον της Αριστεράς;

Βρίσκεται μέσα στα κοινά μας, συλλογικά επεξεργασμένα ντοκουμέντα, ότι το μέλλον της χώρας και σε μεγάλο βαθμό το μέλλον της Αριστεράς, επηρεάζεται από το μεγάλο κάδρο, δηλαδή από το που πηγαίνει η Ευρώπη, από το πότε και πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, από το ποιος είναι ο συσχετισμός δυνάμεων που διαμορφώνεται παγκοσμίως, στο πώς διαμορφώνεται ο νέος διεθνισμός, στις αλληλέγγυες πρακτικές απέναντι στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, που είναι το μεγάλο ζήτημα του 21ου αιώνα. Όταν το Der Spiegel αναρωτιέται «Μήπως είχε δίκιο τελικά ο Μαρξ;» και το αναλύει, μέσα στο νέο ιστορικό κύκλο που έχουμε μπει και όταν ο Ομπάμα από το Βερολίνο λέει ότι δεν χρειάζονται φράχτες αλλά γέφυρες για τις προσφυγικές-μεταναστευτικές ροές, τους ακούνε με προσοχή και τους αναπαράγουν, χωρίς σχόλια, οι συστημικές δυνάμεις και τα Μέσα που τις στηρίζουν. Προφανώς αντίθετα ξιφουλκούν κατά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όταν θέτει τα ίδια ζητήματα.  Η Ευρώπη περιδινίζεται και πέφτει πολλές φορές προς τα δεξιά, τη στιγμή των αποφάσεων. Αν εστιάσουμε στην ελληνική εμπειρία, έχουμε πιο θετική εικόνα, καθώς είναι διαφορετική από ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόρην οφθαλμού να προφυλάξει την ελληνική ιδιαιτερότητα. Ο διάλογος διακυβέρνησης της χώρας είναι ταυτόχρονα και ένας διάλογος με την ιστορία. Και δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ. Και για να είμαστε μετρημένοι και συμβιβαστικοί, όταν πρέπει. Κυρίως όμως για να είμαστε πάντοτε ριζοσπαστικοί και πάντοτε να βλέπουμε το όραμα και το πώς οτιδήποτε προτείνουμε τώρα δεν θα αποξενώνει από το όραμα του δημοκρατικού δρόμου για τον σοσιαλισμό και από τον ίδιο τον σοσιαλισμό. Διότι είναι λάθος, εάν σε κάθε νέα ιστορική περίοδο δεν επανατοποθετείται και ο απώτατος στόχος, δηλαδή το σοσιαλιστικό πρόταγμα.

 

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet