Μία βδομάδα πριν τις εκλογές, συζητάμε με τον επικεφαλής πολιτικής και κοινωνικής έρευνας της Prorata, Άγγελο Σεριάτο, για τις τάσεις εκλογικής συμπεριφοράς, την πρόθεση για αρνητική ή θετική ψήφο, το ενδεχόμενο δεύτερης κάλπης και πώς θα επιδράσουν σε αυτή τα αποτελέσματα της 21ης Μάη.

 

 

Μια βδομάδα απέχουμε πια από τις εκλογές. Έχουν χαραχθεί τα προτάγματα των κομμάτων. Πώς αναλύεις τις καμπάνιες των κομμάτων; Είχαν επιρροή στη δημοσκοπική τους εικόνα;

Η καμπάνια της ΝΔ έχει περιορισμένη αλλά κρίσιμη επίδραση. Το κυβερνών κόμμα επιχειρεί να θυμίσει την αφήγηση που συστηματικά οικοδομεί εδώ και περίπου 1 χρόνο, σύμφωνα με την οποία παρά τα όποια λάθη και αστοχίες αποτελεί τη σχετικά πιο αξιόπιστη κυβερνητική λύση, η οποία μπορεί με καλύτερες πιθανότητες να εγγυηθεί την σταθερότητα της χώρας, περιορίζοντας αποφασιστικά τον κίνδυνο επιστροφής στην ταραχώδη προηγούμενη δεκαετία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, απευθύνεται και σε ψηφοφόρους που επιθυμούν μεταρρυθμίσεις και βαθιές τομές, επιδιώκοντας να δώσει την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για ένα τυπικό συντηρητικό πολιτικό κόμμα, αλλά για μια τολμηρή δύναμη αλλαγής.

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ισχυρίζεται ότι τώρα «ξέρουμε και μπορούμε να φέρουμε την αλλαγή» και ότι μπορεί να υλοποιήσει τον στόχο της «δικαιοσύνης παντού». Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να μεταφέρει το μήνυμα ότι έχει ωριμάσει ως μηχανισμός, ενώ μπορεί, εφόσον δεν υπάρχουν πλέον εξωτερικοί καταναγκασμοί, να εφαρμόσει για πρώτη φορά το δικό του πρόγραμμα. Ένα πρόγραμμα, το οποίο σύμφωνα με την αφήγησή του αφορά στην επαναφορά της δικαιοσύνης κυρίως στην οικονομία, καθώς και στη λειτουργία του κράτους και των θεσμών.

Και οι δύο καμπάνιες λαμβάνουν υπόψη ότι τα ζητήματα που απασχολούν σε μεγαλύτερο βαθμό τους εκλογείς είναι η οικονομία, είτε από την οπτική της βελτίωσης της ζωής των πολλών, είτε από την οπτική της σταθερότητας στη μακρά περίοδο, καθώς και τα ζητήματα διαφθοράς και διαφάνειας. Σε γενικές γραμμές εκτιμώ ότι το μήνυμα που εκπέμπει η ΝΔ είναι πιο εύληπτο από το αντίστοιχο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Σε κάθε περίπτωση και τα δύο κόμματα έχουν καταφέρει να συσπειρώσουν ψηφοφόρους στη βάση των προεκλογικών μηνυμάτων τους, χωρίς ωστόσο κάποια από τις δύο καμπάνιες να εντυπωσιάζει, δημιουργώντας ένα νέο ρεύμα υπέρ του ενός ή του άλλου διεκδικητή της εξουσίας.

 

Πώς κατάφερε η ΝΔ να απορροφήσει τους κραδασμούς από τα Τέμπη, αλλά και να ξεπεράσει τα σκάνδαλα διαφθοράς, διαπλοκής, παρακολουθήσεων ή την έκρηξη ανισοτήτων, την υποβάθμιση της ελευθερίας του Τύπου κ.λπ.;

Γιατί λοιπόν, ενώ υπάρχει έντονος αντικυβερνητικός θόρυβος, γιατί ενώ η μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης είναι δυσαρεστημένη από το κυβερνητικό έργο, η ΝΔ πετυχαίνει να κυριαρχεί στον κομματικό ανταγωνισμό; Επιτρέψτε μου να πω ότι άλλα εργαλεία χρησιμοποιούμε για την αποτύπωση και κατανόηση της μεγάλης εικόνας και άλλα εργαλεία για την αποτύπωση των κομματικών - εκλογικών συσχετισμών. Και εξηγούμαι: Στη μεγάλη εικόνα, υπάρχει μια διευρυμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, της οποίας ο όγκος αντιστοιχεί στο 60-65% του εκλογικού σώματος και αυτό μπορούμε να το διερευνήσουμε με ερωτήσεις αποδοχής της κυβέρνησης ή ικανοποίησης από το κυβερνητικό έργο. Αυτή όμως είναι η καταγραφή της μεγάλης εικόνας. Διότι η κυβέρνηση απολαμβάνει την εμπιστοσύνη του υπολειπόμενου 30-35% των εκλογέων, την ίδια στιγμή που το 60-65% του αρνητισμού, είτε διαμοιράζεται μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων, είτε λιμνάζει στην περιοχή της αποχής. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, μια μειοψηφική μερίδα ψηφοφόρων δίνει την πρωτιά στη ΝΔ σε κομματικό επίπεδο.

Συγκεκριμένα ως προς την επίδραση του πολύνεκρου δυστυχήματος των Τεμπών, θα έλεγα πως η φθορά της κυβέρνησης περισσότερο αφορούσε μια μερίδα ψηφοφόρων, η οποία πήρε προσωρινά μόνο απόσταση από τη ΝΔ στη βάση μιας συναισθηματικής αντίδρασης απέναντι σε ένα βίαιο και σοκαριστικό γεγονός, παρά αφορούσε μια πιο μόνιμη αλλαγή στην εκλογική συμπεριφορά αυτών των ψηφοφόρων. Σε αυτό φυσικά συνέβαλλε και η εξαφάνιση του θέματος από τη δημόσια ατζέντα, εξέλιξη που οδήγησε αυτή τη μερίδα ψηφοφόρων να επανεξετάσει τις προτιμήσεις της στη βάση της μεγάλης εικόνας. Και αυτό, όπως αποδείχθηκε, ωφέλησε τη ΝΔ.

 

Η ψήφος της 21ης Μάη είναι περισσότερο αρνητική ή θετική; Υπέρ του κόμματος που θα ψηφίσουν ή κατά του κόμματος που δεν θα ψηφίσουν;

Στη γενική εικόνα, η τάση της εποχής στην Ελλάδα και αλλού είναι η υποχώρηση των ορθολογικών ή συναισθηματικών, αλλά πάντως θετικών, ταυτίσεων με τα πολιτικά κόμματα.  Ολοένα και περισσότεροι εκλογείς παγκοσμίως τείνουν να ψηφίζουν κριτικά κάποια κόμματα, ώστε να μην επιτραπεί σε ορισμένα άλλα να ενισχυθούν ή και να κυβερνήσουν. Στη χώρα μας, αυτή η τάση μεταφράζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό πρώτον σε κριτική στήριξη υπέρ της ΝΔ ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο μιας κυβέρνησης της κεντροαριστεράς με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ και δεύτερον σε κριτική στήριξη προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ώστε να μην κυβερνήσει εκ νέου η συντηρητική παράταξη υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εν τούτοις, η εμπέδωση της αίσθησης ότι με την απλή αναλογική είναι εξαιρετικά απίθανο να σχηματιστεί κυβέρνηση από τις κάλπες της 21ης Μαΐου εκτιμώ ότι προσωρινά θα αποδυναμώσει αυτή την τάση, οδηγώντας πολλούς εκλογείς στη  πρώτη τους, χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές εκπτώσεις, κομματική προτίμηση. Η αρνητική βέβαια ψήφος θα είναι και πάλι παρούσα αλλά θα έχει περισσότερο κατακερματισμένα χαρακτηριστικά, εφόσον μερίδα του εκλογικού σώματος δεν θα ψηφίσει θετικά μικρότερα κόμματα αλλά και με μια λογική τιμωρητική απέναντι σε όσους κυβέρνησαν την τελευταία 4ετία ή επιδιώκουν να κυβερνήσουν την επόμενη.

 

Η αρνητική ψήφος εντοπίζεται μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων κυρίως ή απλώνεται σε όλα τα κόμματα;

Η αρνητική ψήφος κατά κανόνα συνδυάζεται και με το διακύβευμα της κυβερνητικής προοπτικής. Ωστόσο, όταν αυτό το δίλημμα, ποιος δηλαδή θα κυβερνήσει τη χώρα, υποχωρεί σε δεύτερο πλάνο, όπως συμβαίνει με τις εκλογές της 21ης Μαΐου, τότε παρατηρείται και αποδυνάμωση αλλά και διασπορά της αρνητικής ψήφου. Με άλλα λόγια εφόσον δεν μπαίνει με ρεαλιστικούς όρους το διακύβευμα μιας κυβέρνησης της ΝΔ ή μιας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στις επερχόμενες εκλογές, αρκετοί ψηφοφόροι θα επιλέξουν με θετικό τρόπο την πρώτη τους προτίμηση, και άλλοι, ακόμα περισσότεροι, θα επιμείνουν αρνητικά, επιλέγοντας όμως όχι το κόμμα που μπορεί να αποτρέψει τον κυρίαρχα αντιπαθέστερο προς αυτούς σχηματισμό να κυβερνήσει αλλά στέλνοντας ένα μήνυμα δυσαρέσκειας απέναντι στο κόμμα που κριτικά στήριζαν έως τώρα. Έτσι εξηγείται γιατί ορισμένοι αριστεροί ψηφοφόροι στηρίζουν σε περίοδο έντονης πόλωσης τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ενώ σε άλλες περιόδους ψηφίζουν μικρότερα κόμματα της Αριστεράς, όπως το ΚΚΕ ή το ΜέΡΑ25. Αντίστοιχα, όταν δεν υπάρχει στον ορίζοντα η προοπτική σχηματισμού αριστερής κυβέρνησης, αρκετοί δεξιοί εκλογείς επιλέγουν να στείλουν ένα μήνυμα δυσαρέσκειας εντός των τειχών της «δεξιάς πολυκατοικίας» απέναντι στο κόμμα που υπό άλλες συνθήκες θα στήριζαν κριτικά, υπό το φόβο μιας κυβέρνησης με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

 

Ο αποκλεισμός του κόμματος Κασιδιάρη αλλά και άλλων ακροδεξιών κομμάτων, πώς μπορεί να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα; Είναι πολύ υψηλό το ποσοστό που βρίσκεται πια στα «λοιπά» κόμματα.

Προσώρας υπολογίζουμε ότι ο μεγαλύτερος όγκος των ψηφοφόρων του κόμματος Κασιδιάρη, περίπου 1 στους 4 εξ’ αυτών, προτίθεται να ψηφίσει το κόμμα ΕΑΝ, το οποίο, ωστόσο ακόμα και με αυτή την σημαντική ενίσχυση δεν καταγράφει επιρροή άνω του 1,5-2%. Μια άλλη, αντίστοιχου μεγέθους, μερίδα κατευθύνεται προς κοινοβουλευτικούς ή εξωκοινοβουλευτικούς ακροδεξιούς σχηματισμούς, ενώ το υπολειπόμενο 50% διαμοιράζεται μεταξύ της αποχής, της γκρίζας ζώνης και δευτερευόντως μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων. Και η διασπορά της συγκεκριμένης ψήφου δεν φαίνεται να επιδρά τελικά με τρόπο καταλυτικό στο εκλογικό αποτέλεσμα. Ωστόσο νομίζω πως δεν θα πρέπει να συζητάμε για την Άκρα Δεξιά αποκλειστικά με εκλογικούς όρους. Δεν θα πρέπει δηλαδή να αφήνουμε εκτός συζήτησης και το γεγονός ότι σε κοινωνικό επίπεδο ο σκληρός πυρήνας της ανοχής ή ευθυγράμμισης με ρατσιστικές ή μισαλλόδοξες ιδέες υπερβαίνει στο σύνολο του το 20%. Ισχυρίζομαι, πως μεταξύ άλλων, χρειάζεται να συζητήσουμε και ποιες πολιτικές ευνόησαν την καλλιέργεια τέτοιων αντιλήψεων αλλά και ποιοι πολιτικοί δρώντες ευνόησαν την ενσωμάτωση της ακροδεξιάς ατζέντας στον δημόσιο διάλογο ως κανονικότητα. Θα χρειαστεί επίσης να συζητήσουμε την στάση της Πολιτείας απέναντι στην περίπτωση Κασιδιάρη, ο οποίος έκανε ανενόχλητα πολιτική εκστρατεία μέσα από τη φυλακή.

 

Δημοσκοπικά βλέπεις να σχηματίζεται κυβέρνηση από την επόμενη Κυριακή;

Αριθμητικά δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο αλλά πολιτικά μοιάζει εξαιρετικά απίθανο. Οι παίκτες-κλειδιά για μια τέτοια προοπτική, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ και το ΜέΡΑ25, δείχνουν να απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εντούτοις, είναι βέβαιο ότι εφόσον βγαίνουν οι αριθμοί τα συγκεκριμένα κόμματα θα δεχτούν έντονη πίεση να συμμετάσχουν σε μια συμμαχική κυβέρνηση. Μένει να δούμε πως θα ζυγίσουν τότε τα πράγματα.

 

Το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης με ποιο τρόπο και σε ποιο βαθμό θα επηρεάσει τις δεύτερες εκλογές;

Αρχικά, να ξεκαθαρίσω ότι προσώρας οποιαδήποτε πρόβλεψη σε σχέση με τις δεύτερες κάλπες είναι απόλυτα παρακινδυνευμένη διότι μεταξύ των σημερινών μετρήσεων της κοινής γνώμης και μιας φανταστικής δεύτερης κάλπης μεσολαβεί κάτι πολύ πραγματικό και άκρως επιδραστικό στην εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων: οι εκλογές της 21ης Μαΐου. Η διαφορά μεταξύ των δύο πρώτων κομμάτων θα διαδραματίσει τον καθοριστικότερο ρόλο. Αν η ΝΔ πετύχει μια διαφορά άνω του 5% από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και μάλιστα με ένα ποσοστό αρκετά κοντά στην αυτοδυναμία της ενισχυμένης αναλογικής, τότε τα πράγματα νομίζω πως λίγο - πολύ θα έχουν ξεκαθαρίσει. Από την άλλη, αν η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων είναι κάτω του 5% και προσληφθεί ως δυνητικά αναστρέψιμη, τότε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα μπορεί βάσιμα να ελπίζει σε ανατροπή των αποτελεσμάτων της πρώτης κάλπης, συσπειρώνοντας με κριτική διάθεση ευρύτερα ακροατήρια που δεν επιθυμούν την επανεκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Υπενθυμίζω ότι τούτη την ώρα οι μετρήσεις καταγράφουν άνοδο των ποσοστών του ΚΚΕ και του ΜέΡΑ25, τα οποία αθροιστικά ενδεχομένως να ξεπεράσουν και το 10%. Το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης είναι ένα γεγονός εξαιρετικά κρίσιμο για τη διαμόρφωση των συσχετισμών μιας ενδεχόμενης δεύτερης.

 

Η δημοσκοπική άνοδος των κομμάτων της Αριστεράς, πέραν του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, που αποδίδεται;

 

Τα οφέλη που παρατηρούνται για το ΚΚΕ και το ΜέΡΑ25 οφείλονται κυρίως σε μία αίσθηση ότι είναι σχηματισμοί διαφορετικού από τα δύο μεγάλα κόμματα προσανατολισμού, και φυσικά ως ένα βαθμό και σε ένα μήνυμα δυσαρέσκειας απέναντι στην πορεία που θεωρούν ορισμένοι εκλογείς ότι έχει χαράξει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τα τελευταία χρόνια. Μένει, ωστόσο να διαπιστώσουμε αν πράγματι αυτοί οι ψηφοφόροι θα επιβεβαιώσουν τη δήλωση της πρόθεσης ψήφου τους στις κάλπες της 21ης Μαΐου και εφόσον το πράξουν, αν θα επιμείνουν σε αυτή και σε ενδεχόμενες δεύτερες εκλογές.

 

Γνωρίσαμε τον παλιό δικομματισμό, ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Και τον είδαμε να καταρρέει τα χρόνια της κρίσης. Έκτοτε παρότι αναδείχθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν παγιώθηκε ξανά δικομματισμός. Μπορεί τώρα να εδραιωθεί ή έχουμε να κάνουμε με δύο πόλους, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και επομένως με διαφορετικές στρατηγικές προσέγγισης;

Θα έλεγα ότι το κομματικό σύστημα χαρακτηρίζεται από την εδραίωση ενός ασθενή και άρα ευάλωτου δικομματισμού. Από τη μία πλευρά έχουμε έναν παγιωμένο, σταθερό πόλο στα δεξιά του συστήματος, ο οποίος κατάφερε να επιβιώσει σε εξαιρετικά αντίξοες για τον ίδιο συνθήκες, συσπειρώνοντας έναν χώρο που εκτείνεται από το φιλελεύθερο κέντρο έως και τις παρυφές της Ακροδεξιάς. Από την άλλη πλευρά, έχουμε έναν ασθενέστερο πόλο συσπείρωσης του κεντροαριστερού χώρου, ο οποίος εκτείνεται από τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι και την αντικαπιταλιστική αριστερά, τον οποίο, ωστόσο, δεν θα χαρακτήριζα παγιωμένο στην μακρά περίοδο, δεδομένης και της ιστορικής διαίρεσης του χώρου. Θυμίζω ότι το κέντρο βάρους αυτού του πόλου από το 1974 και έπειτα μετατοπίστηκε αρκετές φορές. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό πετύχει να συσπειρώσει τους προοδευτικούς μετριοπαθείς ψηφοφόρους του κέντρου και της κεντροαριστεράς. Ωστόσο, δεν έχει καταφέρει να κάνει το ίδιο και με εκλογείς, οι οποίοι αυτοτοποθετούνται στα αριστερότερα του χώρου, δεδομένου ότι σήμερα καταγράφεται ένας όγκος ψηφοφόρων που υπερβαίνει το 10% και ο οποίος δείχνει προτίμηση σε μικρότερα κόμματα της κοινοβουλευτικής ή εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Κατά τη γνώμη μου αυτή η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται στο ότι το κόμμα δεν διαθέτει, όπως η ΝΔ, μια σταθερή, χωρίς τακτικισμούς, στρατηγική στη μακρά περίοδο ως προς το ποιος είναι και που ακριβώς θέλει να πάνε τα πράγματα.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet