Μιχάλης Χρυσανθόπουλος «Το αμφίσημο γέλιο στη συλλογή “Ο μπιντές και άλλες ιστορίες” του Μάριου Χάκκα. Μελαγχολία και ανατροπή», εκδόσεις Άγρα, 2023

 

Πενήντα και κάτι χρόνια μετά τον θάνατο του Μάριου Χάκκα (1931-1972), το ερώτημα προκύπτει σχεδόν αυτομάτως σε μια συζήτηση η οποία θα επιζητούσε να προσανατολιστεί στην επανεκτίμηση της πεζογραφίας του. Τι μπορούμε να κρατήσουμε από το μικροσκοπικό, πλην άκρως πυκνό, πεζογραφικό του έργο, ποια είναι τα εφόδια και ο εξοπλισμός του προκειμένου να συνεχίσει τη διαδρομή του μέσα στον λογοτεχνικό χρόνο; Να υπενθυμίσω πως η πεζογραφία του Χάκκα, συγκεντρωμένη σε τρεις συλλογές διηγημάτων, στον Τυφεκιοφόρο του εχθρού (1966), στο Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970) και στο Κοινόβιο (1972), πηγαίνει παράλληλα με την ποίηση και με τα θεατρικά του έργα, πλην αποτελεί εδώ και δεκαετίες το πρώτιστο ενδιαφέρον των νεότερων μελετητών και ερευνητών. Και εύλογα.

 

Τα διηγήματά του, όπως αποδεικνύει και η ανά χείρας μελέτη του Μιχάλη Χρυσανθόπουλου, δεν προδίδουν ένα νεανικό έργο, ένα σύνολο στιγμών, έστω κορυφαίων, που έμεινε ανολοκλήρωτο, αλλά έναν συγγραφέα ο οποίος οργάνωσε με πρωτοφανή ορμή τις δεξιότητές του, πιθανόν και λόγω της επίγνωσης του επερχόμενου τέλους (ο Χάκκας πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 41 χρόνων), επιταχύνοντας σε μέγιστο, περίπου απόλυτο, βαθμό τις εσωτερικές διεργασίες της γραφής του.

Τι είναι δυνατόν να αποσπάσουμε, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, από το πεζογραφικό corpus του Χάκκα, τι είναι αυτό που συγκράτησε ο ίδιος από τα λογοτεχνικά ρεύματα και τις καλλιτεχνικές (έμπρακτες και θεωρητικές) αναζητήσεις του καιρού του, φτάνοντας με το σώσμα του μέχρι τις ημέρες μας; Ο Χρυσανθόπουλος το λέει απερίφραστα: όχι η σχέση του με την Αριστερά και τα συμβολικά της τοπωνύμια, όπως η Καισαριανή, όχι η κομματική του ετεροδοξία και η έντονη προδιάθεση για ενδοκομματική αμφισβήτηση, που σήμαναν κάποια στιγμή κι ένα είδος οριστικής ρήξης, πυροδοτώντας ένα μηδενιστικό και αντιεξουσιαστικό πνεύμα, στα όρια του αναρχισμού - ούτε καν ο επικείμενος θάνατος και η υπαρξιακή άβυσσος η οποία άνοιξε μαζί του. Εκείνο που διαπιστώνουμε, διαβάζοντας το «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες», την ενδιάμεση συλλογή διηγημάτων του, είναι, πριν και πάνω απ’ όλα, η προτεταμένη λογοτεχνική συνείδηση του Χάκκα: η ανάγκη του για αυτοαναφορικότητα, η προσήλωσή του στις κατασκευαστικές ιδιότητες της λογοτεχνίας και η δυσπιστία του ως προς τη δύναμη της γλώσσας να ταυτιστεί με την αλήθεια και την ολότητα.

 

Αναζητώντας την καλλιτεχνική πρωτοπορία

 

Ο Χρυσανθόπουλος δεν θέλει να παραμερίσει το βάρος της Αριστεράς και το μέγεθος της σκιάς του θανάτου στην πεζογραφία του Χάκκα. Δεν θέλει επιπλέον να μας αφήσει να πιστέψουμε πως παράγοντες σαν κι αυτούς δεν έπαιξαν τον ρόλο τους ή δεν προσδιόρισαν, ο καθένας με τον τρόπο του, τη συγγραφική ταυτότητα του Χάκκα. Εκείνο που προσπαθεί διαρκώς στη μελέτη του, και το οποίο φέρει με επιτυχία εις πέρας, είναι να τεκμηριώσει την καλλιτεχνική πρωτοπορία του Χάκκα στον Μπιντέ, τη συνομιλία του όχι μόνο με τον κύκλο ανθρώπων και με τα περιεχόμενα του περιοδικού Πάλι, του περιοδικού που διηύθυνε ο Νάνος Βαλαωρίτης μεταξύ 1965 και 1966, μακριά από θεσμικά έντυπα όπως οι Εποχές και η Επιθεώρηση Τέχνης, αλλά και με ένα εύρος τεχνών και θεωριών το οποίο ξεκίνησε την ίδια περίοδο να περνά στην Ευρώπη από τον μοντερνισμό στον μεταμοντερνισμό, παραμένοντας στις κουβέντες μας (όχι, φυσικά, αναλλοίωτο) μέχρι και τώρα.

Η θεωρία έπεται, δεν προηγείται στο βιβλίο του Χρυσανθόπουλου. Προηγούνται, ευνοήτως, τα διηγήματα της συλλογής και οι εξαντλητικές, πόντο τον πόντο, αναγνώσεις και ερμηνείες τους, οι οποίες κατ’ ανάγκην βάζουν στο παιχνίδι τόσο τα θέματα της Αριστεράς όσο και το ζήτημα του θανάτου. Καθώς, όμως, προχωρούν οι αναγνώσεις, αρχίζει βαθμιαία να σχηματίζεται και το τοπίο της θεωρίας, από τη μια πλευρά με επάρκεια τεκμηρίων αντλημένων από τα διηγήματα και από την άλλη με παραπομπές που θεμελιώνουν τις θεωρητικές προϋποθέσεις.

 

Από τον Άλφρεντ Ζαρί μέχρι τον Μιχαήλ Μπαχτίν

 

Με τι ακριβώς επικοινωνεί ο Χάκκας ενόσω γράφει τα διηγήματά του; Πρώτα (ακολουθώ τη γραμμή ανάπτυξης του Χρυσανθόπουλου), με τη δυτική παράδοση της λογοτεχνικής δυσπιστίας απέναντι στη γλώσσα, που αμφιβάλλει, όπως το λέγαμε και προεισαγωγικά, για τη δύναμή της να παράγει αλήθεια και να αναπαριστά - παράδοση η οποία εκκινεί από τις αρχές του 20ού αιώνα, πηγαίνοντας και στις δεκαετίες μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Χάκκας κοιτάζει εκ παραλλήλου προς το μοντερνιστικό θέατρο του Αλφρέντ Ζαρί και προς το έργο του «Ο Υμπύ βασιλιάς» (1896), ενώ ανταποκρίνεται και στα ρηξικέλευθα αιτήματα του Νταντά του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και των μεσοπολεμικών υπερρεαλιστών, άρα και του Εμπειρίκου, του Εγγονόπουλου και του Κάλας (να υπενθυμίσω τις παλαιότερες επιστάμενες έρευνες του Χρυσανθόπουλου για τον ελληνικό υπερρεαλισμό), σε συνάρτηση με τον Μαρσέλ Ντισάν της εποχής του ντανταϊσμού και τον Ρίτσαρντ Χάμιλτον της δεκαετίας του 1960. Ο Χρυσανθόπουλος καταλήγει να εξετάσει τον Χάκκα σε σχέση με τον Μιχαήλ Μπαχτίν και το έργο του για τον Ραμπελέ και το καρναβάλι, που γράφεται το 1945 στη Ρωσία, αλλά γίνεται διάσημο στη Δύση από τη δεκαετία του 1960 και μετά.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον Χάκκα; Μα, παιχνίδια για την απελευθέρωση των μορφών, ή μάλλον για τη μεταποίησή τους, ειρωνεία και αυτοσαρκασμό, γέλιο και κλάμα ενώπιον του κενού του θανάτου. Και, για να μη φανταστούμε πως ο Χρυσανθόπουλος εγκλωβίζεται στη μορφοδοξία των καλλιτεχνικών κινημάτων, σημαίνουν επίσης ασίγαστη κοινωνική κριτική και αδιάκοπη σύνδεση με τον τόπο και την Ιστορία. Παρόμοια χαρακτηριστικά διασύνδεσης μοντερνισμού και μεταμοντέρνου σκέφτομαι πως μπορούν να ανιχνευτούν και στο Κοινόβιο, όπου η επαφή με την Αριστερά σβήνει με το διαρκές ξετύλιγμα του μίτου της αυτοβιογράφησης ενός ασθενούς ο οποίος μονολογεί πυρετικά για το ληξιπρόθεσμο του σύντομου βίου του. Επίσης, στο Κοινόβιο, η προφορικότητα του λόγου του Χάκκα προτιμά να λιανίσει το σύμπαν από το να βολευτεί σε οιοδήποτε λογοθετικό οχυρό. Παρατηρώντας εκεί τον εαυτό του ως ανίατο ασθενή, ο Χάκκας ψάχνει διαμέσου της γραφής του μια ύστατη αναγωγή στο πεδίο της τέχνης, που δεν είναι άλλη από τη μεταμυθοπλασία και τον λογοτεχνικό εκδραματισμό της παθολογίας του καρκίνου.

Το θέμα, παρόλα αυτά, παραμένει το βιβλίο του Χρυσανθόπουλου και στις σελίδες του βιβλίου του καταλαβαίνουμε πολύ καλά για ποιον λόγο ο Χάκκας μπήκε πλησίστιος όχι μόνο στην εποχή του, αλλά και στη δική μας. Και τούτο χάρη τόσο στη σιδερένια πειθαρχία της φιλολογικής του δουλειάς, όσο και, το κυριότερο, εξαιτίας της κριτικής του οξύνοιας.

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet