Φωτογραφία: Νικόλας Κοκοβλής

 

 

 

Περί τις 60.225 κενές θέσεις εργασίας στον τουριστικό τομέα κατέγραψε η μελέτη του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) για το 2022, κατά την αιχμή μάλιστα της τουριστικής περιόδου. Σε αντίστοιχα νούμερα αναμένεται να φθάσουν και φέτος οι ελλείψεις σε προσωπικό, αν όχι μεγαλύτερα, καθώς δεν έχει ληφθεί καμία μέριμνα για την επίλυση των προβλημάτων που μαστίζουν τον χώρο και απωθούν τους εργαζόμενους.

 

Δεν είναι τεμπελιά, είναι αξιοπρέπεια

 

Όλες και όλοι λίγο-πολύ γνωρίζουμε τι συνθήκες επικρατούν για τους εργαζόμενους στις τουριστικές περιοχές της χώρας το καλοκαίρι, και δη στα νησιά. Εργασία 7 ημέρες την εβδομάδα επί μήνες, χωρίς ούτε ένα ρεπό, πάνω από 8ωρη εργασία, χωρίς βέβαια να πληρώνεται οποιαδήποτε υπερωρία, διαμονή σε ακατάλληλα καταλύματα, με πόσους άλλους άγνωστους συγκάτοικους.

Κι αν αυτή η γαλέρα της σεζόν αποτελεί την επικρατούσα κατάσταση εδώ και χρόνια, οι εργαζόμενοι το τελευταίο διάστημα της γυρνάνε την πλάτη, καθώς όλο και χειροτερεύει. Έτσι, ήδη φέτος έχουν έρθει στη δημοσιότητα απίστευτες καταγγελίες, όπως για παράδειγμα από την Κρήτη, όπου εργοδότης επέβαλε ρήτρα αποχώρησης στους εργαζομένους, ύψους 5.000 ευρώ. Ρήτρα, βέβαια, που προφανώς είναι παράνομη και δεν έχει καμία νομική ισχύ.

Πέραν, όμως, αυτών των ακραίων περιστατικών και οι «τυπικές» συνθήκες εργασίας στη σεζόν έχουν καταστεί πλήρως απωθητικές, αφού τα μεροκάματα είναι χαμηλά (ο βασικός μισθός για τη σεζόν διαμορφώνεται μόλις στα 820 ευρώ) και συγκριτικά, μάλιστα, με τις ιδιαίτερα υψηλές τιμές των τουριστικών περιοχών, καθιστούν τη διαβίωση εκεί για έναν μέσο εργαζόμενο ανέφικτη. Παράλληλα, τα καταλύματα διαμονής, πέραν της κακής ποιότητας, πλέον συχνά επιβαρύνουν με το κόστος τους και τους ίδιους τους εργαζόμενους, ή τα πληρώνουν μισά-μισά με τον εργοδότη, λόγω των πολύ υψηλών ενοικίων που ζητούν οι ιδιοκτήτες.

 

Ο μύθος της σεζόν

 

«Θα πω μια αντιδημοφιλή άποψη, αλλά είναι μύθος ότι με τη σεζόν ένας εργαζόμενος μπορεί να βγάλει πολλά χρήματα. Αν υπολογίσουμε πόσες ώρες και μέρες δουλεύει, χωρίς κανένα ρεπό και ξεκούραση, οπουδήποτε υπήρχαν αυτές οι συνθήκες, θα έβγαζε παραπάνω χρήματα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για καλά μεροκάματα, αλλά για εξαντλητική υπερεργασία. Μόνο πολύ συγκεκριμένα μεγάλα μαγαζιά και σε πολύ συγκεκριμένα πόστα δίνουν υψηλά μεροκάματα, αν και κυρίως τα έσοδα των εργαζομένων ενισχύονται από τα tips εύπορων τουριστών», εξηγεί στην «Εποχή» ο Βασίλης Γλέζος, μέλος του Δικτύου Εργαζομένων Επισιτισμού – Τουρισμού και υποψήφιος βουλευτής στις Κυκλάδες με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Προσθέτει δε πως «η σεζόν ήταν μια καλή ευκαιρία για οικονομίες μέχρι το 2009, πριν την κρίση. Που και πάλι, βέβαια, ο χειμώνας έβγαινε χάρη στα επιδόματα του κράτους μετά, το ταμείο ανεργίας κτλ. Τότε βέβαια πληρώνονταν και οι υπερωρίες, υπολογίζονταν τα ποσοστά για τα δώρα βάσει της περιόδου εργασίας, τα οποία λάμβανες στο τέλος της σεζόν και υπήρχε τουλάχιστον μία μέρα ρεπό την εβδομάδα. Τίποτα από αυτά δεν υπάρχει τώρα, ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα μετά το 2019, που η κυβέρνηση της ΝΔ κατήργησε ουσιαστικά το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και οι εργοδότες δρουν ανεξέλεγκτα».

 

Κλαδική σύμβαση, αλλά ακόμη μη υποχρεωτική

 

Σημειώνεται πως παρά τη μεγάλη παραίτηση από τον τουρισμό πέρυσι, η κυβέρνηση της ΝΔ αντί να απαντήσει στα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον χώρο, προτίμησε απλά να διευκολύνει τους εργοδότες, δίνοντάς τους τη δυνατότητα, με υπουργική απόφαση, να απασχολήσουν εργαζόμενους από τρίτες χώρες, την ώρα που η ανεργία στη χώρα παραμένει άνω του 10% (κρατώντας έτσι παγωμένες και τις τριετίες για όλους τους εργαζομένους). Μέτρο, βέβαια, που μέχρι στιγμής έχει αποδειχτεί και αναποτελεσματικό, αφού δεν υπάρχει ιδιαίτερη ανταπόκριση ούτε από τους ξένους εργαζόμενους.

Το μόνο θετικό στοιχείο στην κατάσταση είναι η υπογραφή νέας Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Ξενοδοχοϋπαλλήλων, που όμως χρειάζεται ακόμα να γίνει επέκτασή της, προκειμένου να ισχύσει υποχρεωτικά για όλον τον κλάδο. Τα μεροκάματα δε που εξασφαλίζει, αν λάβουμε υπόψιν μάλιστα την ακρίβεια, δεν είναι σε καμία περίπτωση υψηλά, αφού, ενδεικτικά για τα μεγάλα ξενοδοχεία, οι μισθοί διαμορφώνονται ως εξής: κατηγορία Α: 911,34 ευρώ, κατηγορία Β: 892,12 ευρώ, κατηγορία Γ: 874,46 ευρώ, κατηγορία Δ: 835,64 ευρώ.

«Στον βαθμό που εφαρμόζεται η κλαδική σύμβαση τηρείται, αλλά δυστυχώς ούτε εφαρμόζεται από πολλούς, ούτε πολλοί εργαζόμενοι την γνωρίζουν για να την διεκδικήσουν, ενώ λόγω και του νόμου Χατζηδάκη, πολλοί εργοδότες προωθούν ατομικές συμβάσεις, τις οποίες οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να αποδεχτούν, προκειμένου να βρουν δουλειά. Οι κλαδικές συμβάσεις είναι ένα πολύ ισχυρό και σημαντικό εργαλείο, αλλά από μόνες τους δεν αρκούν, θα πρέπει ταυτόχρονα να γίνονται και συστηματικοί έλεγχοι, ώστε να εξασφαλίζεται η εφαρμογή τους», τονίζει ο Βασίλης Γλέζος.

Τι ανάπτυξη θέλουμε;

 

Πέραν των χαμηλών μεροκάματων και των δύσκολων συνθηκών εργασίας και διαβίωσης, ο ίδιος εντοπίζει και ακόμα δύο λόγους για την απόρριψη των τουριστικών θέσεων εργασίας από τον κόσμο:

«Ο δεύτερος λόγος είναι πως οι εργαζόμενοι στον τουρισμό νιώθουμε και τελείως ξεκρέμαστοι από το κράτος, καθώς δεν στέλνει ελέγχους στους χώρους εργασίας, ή όταν στέλνει στοχοποιούνται τόσο οι ελεγκτές όσο και οι εργαζόμενοι, χωρίς να προσφέρεται καμία προστασία και ασφάλεια από την πολιτεία. Ο τρίτος λόγος είναι πως δεν υπάρχει και καμία προοπτική για τον εργαζόμενο στον τομέα, όπως λειτουργεί εδώ. Ούτε ανεβαίνει ο μισθός μας τα επόμενα χρόνια όταν ξαναπάμε για δουλειά, ούτε θα αναλάβουμε ένα καλύτερο πόστο ανάλογα με την εμπειρία, απλά μένουμε για πάντα σερβιτόροι για όσο αντέξει η μέση μας».

Αυτό που θα πρέπει, λοιπόν, να γίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, αν θέλουμε να βελτιωθεί η κατάσταση στον τουριστικό τομέα, είναι ξανασκεφτούμε από την αρχή πώς θέλουμε αυτός να λειτουργεί, βάσει ποιων αξιών. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα νησιά κυριολεκτικά βουλιάζουν από την άνοδο των τουριστικών επισκέψεων, καθώς δεν υπάρχουν οι υποδομές για να τις υποστηρίξουν, αντιμετωπίζοντας κάθε χρόνο προβλήματα στην παροχή νερού, στις αποχετεύσεις, στο οδικό δίκτυο και βέβαια στον τομέα της υγείας, που δεν υπάρχει επαρκές ιατρονοσηλευτικό προσωπικό για να εξυπηρετήσει ούτε τους μόνιμους κατοίκους, πόσω μάλλον κάτι χιλιάδες τουρίστες.

«Το ζήτημα του τουρισμού είναι και θέμα αντίληψης γύρω από την εργασία και το πώς θέλουμε να ζούμε. Αξίζει να κάνουμε εκπτώσεις στα δικαιώματά μας για 100 ευρώ παραπάνω; Απαιτείται ένα συνολικό σχέδιο για το τι σημαίνει ανάπτυξη στον τόπο. Είναι όντως ανάπτυξη η ολοένα αύξηση του τουρισμού, που εξαντλεί ανθρώπους και περιβάλλον; Πόσους επισκέπτες μπορεί να αντέξει ένα νησί και τι αφήνουν πίσω τελικά; Πρέπει να καλλιεργήσουμε μια άλλη κουλτούρα, που θα εστιάζει στην εργασία και όχι στην κερδοφορία. Η ανάπτυξη πρέπει να έχει στο επίκεντρό της τους ανθρώπους που παράγουν τον πλούτο και όλους τους κατοίκους, όχι το εύκολο και γρήγορο χρήμα κάποιων λίγων επιχειρηματιών. Ταυτόχρονα, βέβαια, θα πρέπει να δοθούν και άμεσα πρακτικές λύσεις στο ζήτημα του τουρισμού. Πρώτον, να ενισχυθεί ο συνδικαλισμός, που δυστυχώς τώρα δεν είναι στα καλύτερά του. Θα πρέπει και πάλι να βγούμε και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας και όχι να υποχωρούμε στον φόβο των εργοδοτών, προκειμένου να μην χάσουμε τη δουλειά μας. Χρειάζεται, βέβαια, και μια κυβέρνηση που δεν θα φοβάται να σπάσει αυγά και να συγκρουστεί με τα μεγάλα συμφέροντα που εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους, και η οποία θα έχει συγκεκριμένες νομοθετικές προβλέψεις για τη στήριξη των εργαζομένων στον τουρισμό, λόγω της ιδιαιτερότητας και εποχικότητας του κλάδου», καταλήγει ο Βασίλης Γλέζος.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet