Το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης αποτελεί ίσως τον μακροβιότερο και τον πιο σημαντικό κινηματικό θεσμό της πόλης. Στην επιλογή της ημερομηνίας, 15-17 Ιούνη, προφανώς δεν δόθηκε ιδιαίτερη σημασία ότι θα έπεφτε ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις, ασχέτως αν το εκλογικό επίδικο επηρεάζει σαφώς την αντιρατσιστική και μεταναστευτική πολιτική. Όπως και να’ χει, η πολυχρωμία και η ζωντάνια του φεστιβάλ θα σπάσει την προεκλογική βουβαμάρα. Κι ένα σχόλιο σχετικά με τις συμμετοχές: θυμάμαι τον ΣΥΡΙΖΑ και τη νεολαία του να πρωταγωνιστεί, σε παλιότερες διοργανώσεις, από το στήσιμο και τα σουβλάκια μέχρι την περιφρούρηση και τις συζητήσεις. Φέτος, τα αιτήματα συμμετοχής της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ, της φοιτητικής του παράταξης «Δίκτυο» και του στεκιού της νεολαίας «Ετεροτοπία» δεν έγιναν αποδεκτά…
Ακολουθεί απόσπασμα από το κείμενο-κάλεσμα για το φεστιβάλ: «Το 24ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ θα μείνει πιθανά στην ιστορία ως «αυτό ανάμεσα στις δύο εκλογές». Ευτυχώς ή δυστυχώς, ένας τίτλος τύπου sitcom επεισοδίου δεν αρκεί για να προσδώσει την αντίστοιχη ιλαρότητα και χαλαρότητα στο περιεχόμενο του Φεστιβάλ.
Η κατάσταση στα σύνορα, οι επαναπροωθήσεις, η καταστολή κι η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης, οι φυλακίσεις, η αδυναμία πρόσβασης στη διαδικασία του ασύλου παραμένουν κι έχουν καταστεί μια φριχτή κανονικότητα. Στον προεκλογικό αγώνα πήρε μάλιστα κεντρικό ρόλο η αντιπαράθεση για τον φράχτη στον Έβρο, χωρίς όμως να αμφισβητείται η ουσία του, το πώς η ύπαρξή του συμπυκνώνει μια πολιτική συνόρων άδικη, απάνθρωπη κι επικίνδυνη για τους πρόσφυγες και τελικά η κουβέντα περιορίστηκε στα διαδικαστικά της εργολαβίας της επέκτασής του.
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση διόλου δεν βελτιώθηκε ούτε για όσες μετανάστριες μένουν χρόνια (ή ακόμα κι έχουν γεννηθεί) στην Ελλάδα. Λίγο πριν τη λήξη της θητείας της η κυβέρνηση Μητσοτάκη προχώρησε σε έναν νέο Κώδικα Μετανάστευσης, με επιπλέον εμπόδια για τη δυνατότητα νόμιμης παραμονής στη χώρα –οι μετανάστ(ρι)ες πρακτικά καταδικάζονται εκ νέου για τα χρόνια μαύρης εργασίας που τους είχε επιβληθεί από το ελληνικό μικρό και μεγάλο κεφάλαιο και την ανοχή του κράτους απέναντι σε αυτό. Όσο για το ζήτημα της απόκτησης ιθαγένειας και τα ανοιχτά θέματα της λεγόμενης «2ης γενιάς», εξελίσσονται σε μια από τις πιο διαχρονικά ανοιχτές πληγές που προκαλεί ο θεσμικός ρατσισμός κι η φοβικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων.
Το φλερτ της κυβέρνησης και η αμφίθυμη στάση της αντιπολίτευσης σε αυτά τα θέματα, μαζί με τη νέα κρίση ακρίβειας, τα προεκλογικά νομικά τερτίπια με τους ακροδεξιούς σχηματισμούς, τα στραβά μάτια απέναντι στην προπαγάνδα και την άσκηση πολιτικής από το κελί των καταδικασμένων χρυσαυγιτών έχουν τροφοδοτήσει εκ νέου τους φασίστες, οι οποίοι προσπαθούν να ανακτήσουν τον κοινωνικό χώρο παρέμβασης που είχε περιοριστεί σημαντικά μετά την πρωτόδικη καταδίκη της χα. Είναι κρίσιμο να παρακολουθούμε τόσο την εξέλιξη του εφετείου για αυτή τη δίκη, αλλά και να μην ξεχνάμε ότι πρέπει να οργανώνουμε την αντιφασιστική δράση μας και να εξοπλιζόμαστε θεωρητικά και κοινωνικά απέναντι σε κάθε εκδοχή της ακροδεξιάς.
Η σύνοψη του τελευταίου χρόνου για την πλειοψηφία ντόπιων, μεταναστ(ρι)ών και προσφύγων που διαμένουν στην Ελλάδα θα ήταν μάλλον «δε βγαίνω, είναι όλα πανάκριβα». Η έκρηξη των τιμών που ξεκίνησε από την ενέργεια κι έχει διαχυθεί στα πιο βασικά και καθημερινά αγαθά διατροφής μας έχει γονατίσει, ενώ οι μισθοί μας παραμένουν ουσιαστικά καθηλωμένοι.
Μια ιδιαίτερη παράμετρος αυτής της καθολικής ακρίβειας είναι το κόστος στέγασης. Η κατοικία έχει καταστεί ποικιλοτρόπως επισφαλής – όσες νοικιάζουν έρχονται αντιμέτωπες με εξωφρενικά ενοίκια, όσα έχουν σπίτι στην ιδιοκτησία τους παλεύουν με τα κοκκινισμένα δάνεια (και κυρίως με την ανάλγητη αδηφαγία των κρατικά ενισχυμένων τραπεζών και των νομικά πριμοδοτημένων funds). Το (αντι)παραγωγικό μοντέλο «να γίνουν όλα τουρισμός» έρχεται να αποτελειώσει τη δυνατότητα πρόσβασης σε αξιοπρεπή και προσιτή κατοικία. Είναι μια μάχη ταξική και μια μάχη για την πόλη και τη συλλογική κοινωνική αντοχή που χρειάζεται να δώσουμε και θέλουμε να κουβεντιάσουμε και στο φεστιβάλ.
Τα τελευταία 2-3 χρόνια είδαμε με τις χειρότερες αφορμές το τι σημαίνει η διάλυση των υποδομών και των δημόσιων συστημάτων που φέρνει η απαξίωση του δημοσίου, η ιδιωτικοποίηση, ο κατακερματισμός των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας για κερδοσκοπία. Τόσο στον τομέα της υγείας που την κατάρρευση της πανδημίας την έχει διαδεχτεί μια τακτική περαιτέρω υποβάθμισης του δημοσίου και ενίσχυσης της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, όσο και στους σιδηροδρόμους με το έγκλημα στα Τέμπη ως τραγική κατάληξη μιας πορείας απόλυτης απαξίωσης του πλέον λαϊκού, μαζικού και φιλικού προς το περιβάλλον μέσου μετακίνησης. Η πορεία αυτή του διαρκούς ξεπουλήματος πρέπει να ανακοπεί και να αντιστραφεί και θέλουμε να συζητήσουμε πώς θα οργανώσουμε κι αυτόν τον αγώνα.
Στο 24ο Αντιρατσιστικό δεν θέλουμε όμως μόνο να καταγράψουμε τα δεινά της εποχής, αλλά (κυρίως) να αναδείξουμε και να συζητήσουμε την εμπειρία των αγώνων και των αντιστάσεων. Να επιστρέψουμε στους μεγάλους εργατικούς αγώνες των τελευταίων ετών: στις νίκες των δικυκλιστών της διανομής και των ταχυμεταφορών, στην πεισματική απεργία της Μαλαματίνας, στα 10 χρόνια αυτοδιαχείρισης της ΒΙΟΜΕ, στις φοιτητικές κινητοποιήσεις που άφησαν κενό γράμμα την πανεπιστημιακή αστυνομία, στα περιβαλλοντικά κινήματα για την προστασία των περιοχών NATURA, ενάντια στις εξορύξεις και την ανεξέλεγκτη εγκατάσταση βιομηχανικών ΑΠΕ ακόμα και μέσα σε προστατευόμενες περιοχές, αλλά και τα κινήματα πόλης, όπως αυτά για τη διαφύλαξη και επέκταση των ελεύθερων χώρων και των χώρων πρασίνου στη Θεσσαλονίκη, για την υπεράσπιση των δέντρων της πόλης απέναντι στον συνδυασμένο παραλογισμό δημοτικής αρχής και εργολάβων (…)»
Πάνος Δημητρούδης