Όταν άρχισα να γράφω την κριτική μου στο βιβλίο του Αριστείδη Μπαλτά «Η Αριστερά, ως σήμερον, ως αύριον και ως χθες. Ένα φάντασμα πλανιέται…» (Αθήνα, 2023, νήσος, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς) διαπίστωσα ότι, σχολιάζοντας τα κείμενα αυτού του τόμου των 590 σελίδων, δύσκολα θα μπορούσα να αποφύγω να αναφερθώ στον συγγραφέα του, τον επί δεκαετίες φίλο και σύντροφο Αριστείδη, την ιδιαίτερη πορεία του στην ελληνική Αριστερά από τότε που τον γνώρισα, στο τέλος της δεκαετίας του 1980, και τη μεταξύ μας σχέση. Σ’ αυτήν τη διαπίστωση συνέβαλε το γεγονός ότι, μετά τον Πρόλογο (σ.13-26), το πρώτο κείμενο που διάβασα (ή μήπως ξαναδιάβασα, μετά από πολλά χρόνια;) ήταν το άρθρο «Ταξική μεροληψία: μια πρόκληση (ή πρόσκληση)», το οποίο υπάγεται στην ενότητα του βιβλίου που φέρει τον γενικό τίτλο «Υποκειμενικές Προϋποθέσεις» (σ.27-54). Στο συγκεκριμένο άρθρο, που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Ο Πολίτης, τον Ιούλιο του 1976, θεωρώ ότι αποτυπώνεται με σαφήνεια η ιδεολογική και πολιτική σταθερά του Μπαλτά, η οποία ρυθμίζει διαχρονικά τη στάση του απέναντι στα κοινωνικά και πολιτικά συμβαίνοντα. Εντυπωσιασμένος, τότε, από την κατ’ αυτόν «βάρβαρη εισβολή της βιομηχανικής εργατικής τάξης στο προσκήνιο της κανονικής, ρυθμισμένης και πολιτικοποιημένης ζωής μας στο κέντρο της Αθήνας», όπως ονοματίζει την κατάληψη τούς προηγούμενους μήνες αυτού του μακρινού έτους, από απεργούς εργάτες, του Συντάγματος και των Προπυλαίων, επισημαίνει την ανάγκη να γεφυρωθεί η απόσταση μεταξύ των βιομηχανικών εργατών και των προοδευτικών διανοούμενων, που οφείλεται στην ταξική διαφορά τους. Αυτό, γράφει, μπορεί να γίνει με την «υποταγή» των δεύτερων «στην κίνηση του βιομηχανικού προλεταριάτου». Οι διανοούμενοι πρέπει να τεθούν στην υπηρεσία του κινήματος.

 

Αριστεροί διανοούμενοι και εργατική τάξη

 

Αποκομμένο από την ιστορικότητά του –γράφτηκε μόλις δύο χρόνια μετά την πτώση της χούντας, όταν οι αριστεροί στη χώρα μας, κυρίως οι ενταγμένοι σε κόμματα νέοι και νέες, διατηρούσαν ακόμα την πίστη τους στον σοσιαλισμό, και δεκατρία χρόνια πριν από την κατάρρευση των καθεστώτων σοβιετικού τύπου, που κλόνισε συθέμελα αυτήν την πίστη– το λεξιλόγιο του συγκεκριμένου κειμένου μπορεί να ξενίζει σήμερα, σε βαθμό που κάποιοι ίσως εκπλήσσονται από το γεγονός ότι ο γνωστός στον κόσμο της ανανεωτικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς, για την φρεσκάδα του λόγου του, Αριστείδης Μπαλτάς, χρησιμοποιούσε κάποτε τόσο «ξύλινες» εκφράσεις. Να προσθέσω εδώ ότι δεν μπορώ να αποκλείσω, επίσης, το ενδεχόμενο κάποιοι νέοι σε ηλικία αριστεροί φίλοι να εκλάβουν την δική μου επιλεκτική αναφορά σ’ αυτό το άρθρο ως ενδεικτική της νοσταλγίας ενός μπούμερ για μια εποχή που πέρασε και πάει.

Αν, όμως, στη θέση του βιομηχανικού προλεταριάτου του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970, βάλουμε το πρεκαριάτο της σύγχρονης εποχής, όπως π.χ. τους ντελιβεράδες που αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια διαταράσσουν την κανονικότητα του κέντρου της Αθήνας με τις μηχανοκίνητες πορείες τους και αν, αντί της «υποταγής» χρησιμοποιούσαμε μια άλλη λέξη, π.χ. «στήριξη» (από τους διανοούμενους των αγώνων των επισφαλώς εργαζομένων), μπορούμε να πιάσουμε την άκρη του κόκκινου νήματος που διαπερνά όλα τα κείμενα αυτού του βιβλίου και χαρακτηρίζει την προσωπικότητα και τη στάση ζωής του συγγραφέα τους.

Μπαίνοντας σε χωράφια που γνωρίζω εξ ιδίας πείρας αλλά όχι από πλευράς θεωρίας, θα τολμούσα να πω ότι το προαναφερθέν άρθρο περί της σχέσης των αριστερών διανοούμενων με την εργατική τάξη, πέρα από το άρωμα της «Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης» στην Κίνα του Μάο, έχει και μια ψυχαναλυτική διάσταση. Τόσο η προαναφερθείσα «υποταγή», όσο και η ακροτελεύτια παράγραφος του («Η συγγραφική συμμετοχή σε ένα περιοδικό όπως Ο Πολίτης, αποτελεί αντικειμενικά, στις παράξενες ελληνικές συνθήκες, και στοιχείο ανάδειξης του γράφοντος στον χώρο της προοδευτικής διανόησης…»), συνιστούν μια θαρραλέα πράξη δημόσιας έκθεσης εαυτού, σε συνδυασμό με την ενδεχόμενη ύπαρξη ενός ενοχικού συνδρόμου. Όπως και να έχει, ο Αριστείδης, δηλώνοντας με παρρησία ποιος είναι και ποιες είναι οι προθέσεις του ακυρώνει την κατηγορία κάποιων κακόπιστων –και σας διαβεβαιώνω ότι αυτές ήταν πολλές, και τότε και σήμερα– περί εγωκεντρισμού, ναρκισσισμού και ελιτισμού που δήθεν τον διέπει. Έτσι ειλικρινής ήταν, από τότε που τον γνώρισα, ο μαρξιστής διανοούμενος Μπαλτάς, έτοιμος συνεχώς να επερωτά τον εαυτό του, ακούγοντας με στωικότητα τις κριτικές φίλων και εχθρών, αλλά δίνοντας λόγο μόνο στο φάντασμα του κομμουνισμού. Σ’ αυτό ήταν και είναι πράγματι «υποταγμένος».

 

Αριστοκρατική ευγένεια και αριστερό ήθος

 

Να πω αρχικά ότι θεωρώ ενδεικτικά της αριστοκρατικής ευγένειας και του αριστερού ήθους του Μπαλτά τα καλά λόγια που γράφει στον Πρόλογο για τον εκδοτικό οίκο νήσος, και κυρίως για το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, με την διαδρομή του οποίου είναι συνδεδεμένος από την ίδρυσή του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του, αλλά και για ένα μεγάλο διάστημα ως πρόεδρος του. Επιπλέον, ως αριστερός που δεν ξεχνά την προσωπική του ιστορία και τις ιδεολογικές οφειλές του, έχει αφιερώσει αυτό το βιβλίο στον Άγγελο Ελεφάντη, που φέτος συμπληρώνονται 15 χρόνια από τον θάνατό του. Πρόκειται για μια έντιμη απόδοση χρέους σ’ αυτόν τον εμβληματικό διανοούμενο της ελληνικής κομμουνιστικής ανανέωσης, αλλά εμμέσως και στον κύκλο του περιοδικού Ο Πολίτης, αυτού του πνευματικού σκάφους της Ανανεωτικής Αριστεράς, του οποίου ο Αριστείδης ήταν επίλεκτο μέλος του πληρώματος από το 1976 ως το 2008, το έτος που πέθανε ο πλοίαρχος ο οποίος το πλοήγησε όλα αυτά τα χρόνια.

Στο ίδιο πλαίσιο του αριστερού ήθους, αλλά και της ευαισθησίας που κρύβεται πίσω από το συνήθως απόμακρο, σοβαρό και κάπως αυστηρό πρόσωπο του Αριστείδη, εντάσσονται και δύο από τις ενότητες του βιβλίου του, τα «Εφόδια» (σ.181-233) και τα «Στηρίγματα» (σ.241-291), που περιέχουν μια σειρά από μικρά κείμενα-διαμάντια αφιερωμένα στη μνήμη αγαπημένων αριστερών συντρόφων και συντροφισσών, λίγο αφότου αυτοί και αυτές έφυγαν από τη ζωή. Διαβάζω τους τίτλους τους: Άγγελος Ελεφάντης-μονοκρύσταλλος, Μιχάλης Παπαγιαννάκης-σε ήχο πλάγιο, Λεωνίδας Λουλούδης-οικολογία, αγροτική οικονομία, και πάντα στο πνεύμα της γλώσσας, Κυριάκος Κατζουράκης-αθώος, Περικλής Κοροβέσης-ένας πολίτης, Θανάσης Τζαβάρας-επί του προσωπικού, Βαρβάρα Δεσποινιάδου-σταθερότητα ήθους, Αναστασία Λαζαρίδου-καθαρό βλέμμα, Βένιος Αγγελόπουλος-αριστερός μαθηματικός και μαθηματικώς αριστερός. Να προσθέσω ότι η ίδια ευαισθησία και συγκίνηση διατρέχει και το πρόσφατο κείμενο του Αριστείδη με τίτλο «Τζίνα Πολίτη-αύρα», που δημοσιεύτηκε στην Αυγή της 28ης Μάϊου, στο οποίο εκφράζει την ευγνωμοσύνη του στην αξέχαστη φίλη και συντρόφισσά μας, θα έλεγα εκ μέρους όλων όσοι είχαν την τύχη να την γνωρίσουν.

 

Η δομή του βιβλίου

 

Η γενικότερη παρατήρηση που θέλω να κάνω για τον τόμο που παρουσιάζουμε σήμερα αφορά την αριστοτεχνική δομή του, με τα επιλεγμένα άρθρα και τις συνεντεύξεις του Αριστείδη να έχουν υπαχθεί σε ενότητες, που –με εξαίρεση τις δύο προηγούμενες και εκείνη με τον τίτλο «Υποκειμενικές Προϋποθέσεις», που ανέφερα στην αρχή– είναι ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά και αφορούν κρίσιμα πολιτικά γεγονότα της ελληνικής και διεθνούς πολιτικής σκηνής. Εδώ, ο διαχωρισμός των περιόδων και οι ευφυείς τίτλοι των αντίστοιχων ενοτήτων –και φυσικά τα κείμενα που υπάρχουν σ’ αυτές– δείχνουν την ικανότητα του Μπαλτά  να διακρίνει τα σημαντικά συμβαίνοντα στην εκάστοτε συγκυρία και τα εξ αυτών διακυβεύματα. Οι ενότητες είναι οι εξής: «Προς κατάρρευση;» (σ.55-131/γραμμένα την περίοδο 1979-2001), «Ξεμούδιασμα» (σ.133-179/2000-2010), «Το συμβάν Δεκέμβρης 2008» (σ.293-314/2008-2011), «Το κρίσιμο 2012» (σ.315-344/2011-2018), «Μετά την εμπειρία της διακυβέρνησης» (σ.345-433/2018-2022).

 

Μια λανθασμένη πρόβλεψη

 

Η ικανότητα του Μπαλτά να διακρίνει σε κάθε συγκυρία το σημαντικό από το δευτερεύον δεν σημαίνει ότι όλες οι εκτιμήσεις του για το μέλλον ήταν σωστές, δεδομένου ότι η ιστορία δεν ακολουθεί έναν προδιαγεγραμμένο δρόμο. Δεν θα αναφερθώ εδώ σε κάποιες υπεραισιόδοξες, λόγω της εγγενούς αισιοδοξίας του, εκλογικές προβλέψεις που έχει κάνει για τα αποτελέσματα διάφορων εκλογικών αναμετρήσεων τού πρόσφατου παρελθόντος, οι οποίες διαψεύστηκαν, αλλά σε κάποιες άλλες που υπάρχουν στο κείμενο «Γιατί παρ’ όλα αυτά θα ψηφίσω Συνασπισμό» (σ.83-92), που γράφτηκε λίγο πριν από τις εκλογές του 1993, σε μια περίοδο αριστερής απαισιοδοξίας και μειωμένων προσδοκιών (δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο κείμενο έχει ενταχθεί στην ενότητα «Προς κατάρρευση;», του βιβλίου). Τότε ο Αριστείδης και ο Ελεφάντης είχαν αποφασίσει να ψηφίσουν –σε αντίθεση με κάποιους/ες από εμάς στην Εποχή– τον, όχι ιδιαίτερα συμπαθή και στους δυο τους, Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, θεωρώντας τον ως τον «δημόσιο χώρο της Αριστεράς». Δηλώνοντας χωρίς φόβο και πάθος την επιλογή του, ο Μπαλτάς, την δικαιολόγησε με το επιχείρημα ότι αν ο Συνασπισμός δεν έμπαινε στη Βουλή η κατάσταση στην Αριστερά θα γινόταν «ακόμη αθλιότερη». Σήμερα, έγραφε ο Αριστείδης, «εκκρεμεί πλέον μόνο η ληξιαρχική πράξη θανάτου της ΑΚΟΑ, ενώ ο Συνασπισμός γνωρίζει πολύ καλά ότι έχει οριστικά σημάνει και η δική του η ώρα».

Στις εκλογές, ο Συνασπισμός, υπό την ηγεσία της Μαρίας Δαμανάκη, δεν τα κατάφερε να περάσει το κατώφλι του 3%. Όμως,  σε αντίθεση με τις εκτιμήσεις του Μπαλτά, η κατάσταση στον χώρο της Αριστεράς δεν χειροτέρευσε –αντίθετα, σταδιακά βελτιώθηκε, ενώ δεν διαλύθηκαν ούτε ο σχετικά συντηρητικός τότε Συνασπισμός, ούτε η μικρή ΑΚΟΑ, που με τη συμμαχία τους στις εκλογές του 2000 κατάφεραν, έστω και οριακά, να ξαναβάλουν τον πρώτο στη βουλή, για να ακολουθήσει στη συνέχεια, με την καθοριστική συμβολή και των δύο αυτών φορέων, η δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ.

 

Το επίμετρο

 

Επιστρέφοντας, μετά από αυτήν την παρένθεση, στην κριτική του βιβλίου θέλω να κάνω ιδιαίτερη μνεία στο εξαιρετικό «Επίμετρο-ένας αιώνας Αριστεράς σε δέκα σημεία» (435-548), το οποίο παρεμπιπτόντως είχα την ευκαιρία να διαβάσω πριν δημοσιευθεί. (Μου το είχε στείλει πέρυσι ο Αριστείδης, όπως έχει κάνει αρκετές φορές με άλλα πονήματά του για τα οποία ήθελε τις δικές μου παρατηρήσεις, πριν τα στείλει στον εκδοτικό οίκο προς εκτύπωση). Πρόκειται για μια πολύ συνοπτική και περιεκτική προσωπική ματιά στην ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς, από την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου μέχρι τις μέρες μας, γραμμένη από την σκοπιά ενός αλτουσεριανού φιλόσοφου και οργανικού διανοούμενου της Αριστεράς, που χρησιμοποιήθηκε ως βάση για μια σειρά διαλέξεων που, αν πληροφορήθηκα σωστά, έδωσε ο Μπαλτάς στη νεολαία και σε ενδιαφερόμενες οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Με βάση όσα έχει γράψει ο ίδιος στο «Πρόλογο» περί της δυνατότητας κάποιων λίγων «αμιγώς πολιτικών» κειμένων να ξεπερνούν την «θνητότητά» τους, δηλαδή την συγκυρία της γραφής τους, θεωρώ ότι αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για το εν λόγω δοκίμιο. Ανεξάρτητα από αν κάποιος συμφωνεί ή όχι με την έμφαση που δίνεται σε κάποια γεγονότα, σε αντίθεση με την σχετική υποβάθμιση ή και την παράλειψη κάποιων άλλων, ή ακόμα και με πλευρές του τρόπου ερμηνείας όσων συνέβησαν σ’ αυτόν τον «αιώνα της Αριστεράς», θεωρώ ότι, αυτό το κείμενο που διακρίνεται, όπως όλα τα γραπτά του Μπαλτά, για την καλλιέπειά του, θα ήταν καλό να μεταφραστεί στα αγγλικά ή/και σε άλλη γλώσσα, ώστε να διαβαστεί και από τους πολλούς φίλους του Αριστείδη στο εξωτερικό, τουλάχιστον από εκείνους που μίλησαν για το πολιτικό και φιλοσοφικό έργο του στην τιμητική εκδήλωση που οργάνωσαν, τον Φεβρουάριο, το ΙΝΠ και το New York University in Athens.

 

Το επίμετρο του επιμέτρου

 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το τελευταίο τμήμα του βιβλίου, με τίτλο «Επίμετρο επιμέτρου-παρακαταθήκες και ερωτήματα» (σ.549-591), ένα κείμενο μεστό, λιτό και περιεκτικό, που κάθε σημείο του θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο προβληματισμού και ιδιαίτερης συζήτησης. Παραθέτω ενδεικτικά ορισμένα από αυτά τα σημεία:

-«την ανθρωπολογική σταθερά της οικουμενικής ισότητας, της γενικής ελευθερίας, και της καθολικής δικαιοσύνης»,

-την άποψη ότι «ο ταξικός αγώνας, ακόμα και όταν φαίνεται συχνά να κοπάζει, διεξάγεται παντού και αφορά τα πάντα, μην αφήνοντας τίποτε στο απυρόβλητο»,

-τη σημασία του πολιτικού υποκειμένου της Αριστεράς,

-την  ανάγκη «δικτύωσης» παντού της καθ’ αυτό πολιτικής οργάνωσης, δηλαδή του πολιτικού υποκειμένου, ως αναγκαία προϋπόθεση για την ενεργοποίηση σήμερα του φαντάσματος του κομμουνισμού,

-το γεγονός ότι το «υποκείμενο», ατομικό ή συλλογικό «λέγεται πολλαχώς», «δηλαδή συνιστά όρο προβληματικό που επιδέχεται πολλές προσεγγίσεις, μεταξύ των οποίων η ψυχαναλυτική δεν είναι αμελητέα»,

-τη σημασία της ιδεολογίας, αλλά και του ιδεολογικού αγώνα εντός του πολιτικού υποκειμένου, δηλαδή εντός του κόμματος,

-την ισχύ της κυρίαρχης ιδεολογίας και των αξιών της-που, κατά γνώμη μου, σε μεγάλο βαθμό εξηγεί το αποτέλεσμα των περασμένων εκλογών,

-τη σημασία της ανιδιοτελούς στράτευσης,

-την καταδίκη της «αριστερής» αλαζονείας και την κομμουνιστική αξία της «ταπεινοφροσύνης»,

-την υπενθύμιση του «υφέρποντος σταλινισμού» που υπήρχε στο ΚΚΣΕ, «ακόμα και μετά την καταδίκη του Στάλιν», [με την ανάδειξη της ηγεσίας] «σε βαθμίδα υπεράνω πάσης κριτικής και την κριτική της σε έγκλημα καθοσιώσεως», και τη «βάση» [να μην] «δικαιούται καν να προβληματίζεται αυτοβούλως για όσα προάγει η ηγεσία»,

-την «ακαδημαϊκοποίηση της θεωρίας του φαντάσματος», που ενώ βοήθησε στη συγκρότηση νέων εννοιών και εννοιολογικών προσεγγίσεων, «δεν αναφέρεται ευθέως και εμπράκτως στα πολιτικά υποκείμενα που θα ήθελαν να φέρουν το φάντασμα του κομμουνισμού»,

-την «λανθασμένη ταύτιση γνωρισμάτων του υποκειμένου (βούληση, επιθυμία, στοχοθεσία) με τάξεις (προλεταριάτο, αστική τάξη)»- όπως θεωρώ ότι κάνει π.χ. το ΚΚΕ-«ή θεσμούς (κράτος και μηχανισμοί του)»-όπως κατά την γνώμη μου κάνουν και άλλοι πολιτικοί οργανισμοί της Αριστεράς,

-το θερμό της διεκδίκησης και το ψυχρό της πολιτικής αποτίμησης των συσχετισμών, ας θυμηθούμε εδώ και την περιπέτεια της διαπραγμάτευσης του ΣΥΡΙΖΑ με την Τρόικα το πρώτο εξάμηνο του 2015,

-την χρησιμότητα σύναψης, «τακτικής κατ’ αρχάς», συμμαχίας μεταξύ διαφόρων πολιτικών συλλογικοτήτων για την αντιμετώπιση του νεοφιλελευθερισμού-μια θέση του Αριστείδη  που πιστεύω ότι συνδέεται, και με την ικανότητα του να συνθέτει, στα περίτεχνα από πλευράς λόγου κείμενα των Θέσεων διαφόρων συνεδρίων που μονίμως αυτός αναλάμβανε να γράψει το τελικό κείμενο, τις απόψεις των διαφόρων τάσεων του ενιαίου Συνασπισμού, αλλά και των ποικίλων συνιστωσών (ευρωκομμουνιστικών, τροτσκιστικών, μαοϊκών) του αρχικού ΣΥΡΙΖΑ,

-την ανάγκη κατάκτησης της ιδεολογικής ηγεμονίας στην κοινωνία-στην οποία ισχυρίζομαι ότι, όπως φάνηκε στις προηγούμενες εκλογές κυριαρχούν οι συντηρητικές ιδέες και αξίες.

 

Μια μακροχρόνια σχέση

 

Θα κλείσω αυτό το σημείωμα αναφερόμενος στη σχέση μου με τον Αριστείδη Μπαλτά, την οποία επανέφερα στην μνήμη μου διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου του. Ως χαρακτήρες είμαστε διαφορετικοί: αυτό είναι γνωστό σε όσους μας ξέρουν –δεν θα μπω σε λεπτομέρειες. Διαφορετικά τα γνωστικά μας πεδία και τα επαγγέλματά μας: φιλόσοφος, πανεπιστημιακός δάσκαλος, συγγραφέας, εκείνος, οικονομολόγος της Τράπεζας της Ελλάδος, αποσπασμένος για ένα μεγάλο διάστημα στην ΟΤΟΕ ως επιστημονικός σύμβουλος, εγώ. Άλλος ο βασικός δικός του τρόπος άσκησης πολιτικής, και άλλος ο δικός μου:  στον χώρο της θεωρητικής/πολιτικής παρέμβασης με διαλέξεις, βιβλία και δοκίμια, εκείνος, στο ΙΝΠ ως διευθυντής, στα κινήματα-κυρίως τα ευρωπαϊκά, και στην Εποχή, εγώ.

Τον υποδέχτηκα, ως πρώην ανένταχτο της ανανεωτικής κομμουνιστικής και ευρύτερης Αριστεράς, στην οργανωμένη δράση, το 1987, όταν διασπάστηκε το ΚΚΕ εσωτερικού, και ο κύκλος του Πολίτη συνίδρυσε το ΚΚΕ εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά μαζί με εμάς της κομμουνιστικής «αναβάθμισης». Μαζί στον Πολίτη από το 1990, ανένταχτος πάλι εκείνος την περίοδο 1990-1993, με εμένα μέλος της ΑΚΟΑ. Μέλος του Συνασπισμού αυτός από το 1993, με υποδέχτηκε με τη σειρά του εκεί το 1996 όταν κάποια μέλη της ΑΚΟΑ αποφασίσαμε να προσχωρήσουμε στον Συνασπισμό. Μαζί πάλι, στην ίδια τάση αυτού του κόμματος, μαζί στον Πολίτη και στον «Πουλαντζά», μαζί και στον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2017, και χώρια από τότε μέχρι σήμερα, ανώτατο κομματικό στέλεχος, βουλευτής και υπουργός, εκείνος, ανένταχτος αυτή τη φορά, εγώ. Με τους δυο μας να υιοθετούμε πια διαφορετικά αποφθεύγματα του Ελεφάντη, αυτός το γνωστό για το «κόμμα που μας έλαχε» (το οποίο υπήρχε σε άρθρο που έγραψε, λίγο πριν πεθάνει, ο αγαπημένος μας Άγγελος, κάνοντας έκκληση στους αριστερούς να οργανωθούν σ’ αυτόν), και εγώ, σιγά-σιγά και βασανιστικά, το άλλο περί της «παγερής αδιαφορίας» που μπορεί να έχει κάποιος ή κάποια, «από την σκοπιά του σοσιαλισμού» πάντα, απέναντι σε έναν πολιτικό φορέα. Σε όλο αυτό διάστημα, συμπεριλαμβανομένων των χρόνων που, λόγω και της πανδημίας είχαμε πάψει να βλεπόμαστε, διατηρήσαμε την μεταξύ μας φιλία, συντροφικότητα και αμοιβαία εκτίμηση. Μάλλον γιατί, ανεξάρτητα από διαφορετικές επιμέρους συγκυριακές πολιτικές επιλογές, μάς ενώνει η αναμέτρηση με το ίδιο φάντασμα και η προσπάθειά μας να το εξημερώσουμε, ο καθένας με τον δικό του τρόπο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet