«Αυτά που δεν λέγονται»

 

 

 

Τα σκυλάκια τους γίνονται η αφορμή ώστε ένας άνδρας και μια γυναίκα, που ζουν σε γειτονικά διαμερίσματα, να γνωριστούν. Χωρίς όμως να έχει συμβεί κάτι μεταξύ τους, εμφανίζεται ο σύντροφος της κοπέλας και εκείνη τρομαγμένη κρύβει τον νέο της φίλο.

Ένας άνδρας ενώ περιμένει στο μπαρ ένα φιλικό του ζευγάρι γνωρίζεται με μια κοπέλα. Το ζευγάρι όμως ανακαλύπτει κάτι που ίσως δημιουργήσει πρόβλημα στη διαφαινόμενη σχέση του φίλου τους με την κοπέλα. Να του το πουν ή όχι;

Τρεις φίλες ηθοποιοί συναντιούνται σε μια οντισιόν. Η παρουσία ενός άνδρα, που τον γνωρίζουν και οι τρεις, θα τις κάνει να θυμηθούν μια παλιά ιστορία. Ταυτόχρονα όμως θα έρθουν κι άλλες αποκαλύψεις.

Ένας καθηγητής και η πολύ νεότερη πρώην φοιτήτριά του, διατηρούν σχέση. Η συνάντησή του σε ένα εστιατόριο θα καταλήξει επεισοδιακή καθώς ο καθηγητής θα ανακαλύψει πως η κοπέλα σχεδιάζει να τον χωρίσει.

Μια φωτογραφία που βγήκε στο Παρίσι θα δημιουργήσει προβλήματα σε ένα ζευγάρι, καθώς θα αποκαλυφθεί μια παλιά ερωτική σχέση του άνδρα. Μια ιστορία που έμεινε πίσω αλλά που ξαφνικά πυροδοτεί εντάσεις αλλά και οδηγεί σε μεγάλες αποφάσεις.

Πέντε ιστορίες με πρωταγωνιστές διάφορους χαρακτήρες σε μια ιδιαίτερα έξυπνη σπονδυλωτή ταινία. Το μοναδικό κοινό στοιχείο μεταξύ τους είναι ο χώρος, δηλαδή η Βαρκελόνη. Τίποτε άλλο δεν τους συνδέει εκτός από το γεγονός πως ο καθένας και η καθεμία από αυτούς τους χαρακτήρες αντιμετωπίζουν προκλήσεις και προβλήματα, αναζητούν διεξόδους και λύσεις αλλά πάνω απ’ όλα προσπαθούν να διατηρήσουν την αξιοπρέπειά τους μέσα σε απροσδόκητες καταστάσεις.

Με χιούμορ, καλοδουλεμένο σενάριο, και θαυμάσιους χαρακτήρες ο Σεσκ Γκέι με την ταινία «Αυτά που δεν λέγονται» (Historias para non contrar) δημιουργεί ένα απολαυστικό κινηματογραφικό κοκτέιλ που μας κάνει και γελάμε με καταστάσεις που μπορεί και να μας φανούν γνώριμες. Γέλιο ανάμικτο με συγκίνηση καθώς οι ανθρώπινες ιστορίες και οι καταστάσεις που αφηγείται κουβαλούν μέσα τους την πραγματική ζωή, χωρίς μεγεθύνσεις και υπερβολές. Αυτή είναι η ζωή μας και καλά θα κάνουμε να την αντιμετωπίζουμε με χιούμορ, μας λέει ο σκηνοθέτης, ο οποίος καταφέρνει με απλότητα και ειλικρίνεια να ξεδιπλώσει ιστορίες και συναισθήματα μέσα από πέντε πανέξυπνες, διασκεδαστικές ιστορίες.

 

 

 «Η τελευταία νύχτα του Φράνκο Αμόρε»

 

Αυτή η νύχτα μένει

 

Ο Φράνκο Αμόρε υπηρέτησε ευσυνείδητα στην αστυνομία για 35 χρόνια. Έντιμος και αγαπητός στους συναδέλφους του, έφτασε στο τέλος και μένει μόνον μία ακόμη νυχτερινή βάρδια για να βγει στη σύνταξη. Μια νύχτα η οποία θα φέρει το πάνω κάτω καθώς θα βρεθεί μπροστά στην οικογενειακή και προσωπική καταστροφή.

Με ένα πάρτι συνταξιοδότησης που ετοιμάζει η γυναίκα του Βιβιάνα, μαζί με φίλους και συναδέλφους, ξεκινά η ταινία «Η τελευταία νύχτα του Φράνκο Αμόρε» (L’ ultima note di Amore) του Αντρέα Ντι Στέφανο. Με επιτυχημένο φλας μπακ ο Ντι Στέφανο μας πηγαίνει πίσω στον χρόνο, συγκεκριμένα δέκα μέρες πριν από την τελευταία νύχτα. Τότε που ένας φίλος του με περίεργες διασυνδέσεις θα τον πείσει πως μπορεί να κάνει μια αθώα και ακίνδυνη «δουλειά» για να κερδίσει κάποια χρήματα. Τίποτε το επιλήψιμο, απλώς θα προσφέρει υπηρεσίες ασφαλείας για λογαριασμό του κυρίου Μπάο Ζανγκ, που όπως αποδεικνύεται ηγείται της κινέζικης μαφίας στο Μιλάνο. Ανυποψίαστος ο Φράνκο και με τη βοήθεια του Ντίνο, στενού του φίλου και συναδέλφου, θα αναλάβει τη δουλειά η οποία είναι να γίνει τη νύχτα της συνταξιοδότησής του. Όμως κάτι δεν θα πάει καλά και ο Φράνκο θα πρέπει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Αν και κάποια πράγματα δεν διορθώνονται…

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ταινία δράσης με στοιχεία νουάρ. Ο Ντι Στέφανο χρησιμοποιώντας το τρικ του φλας μπακ και τα διάφορα πισωγυρίσματα στον χρόνο, δημιουργεί ατμόσφαιρα έντασης και μυστηρίου και ερωτήματα που απαντώνται κατά τη διάρκεια της ταινίας, η πλοκή της οποίας μοιάζει με μπερδεμένο όνειρο.

Πολύ καλό ψυχαγωγικό σινεμά με έναν σκηνοθέτη που αξιοποιεί με επιτυχία ένα καλοδουλεμένο και στέρεα δομημένο σενάριο, δυναμική χρήση του μοντάζ και αρκετά καλές ερμηνείες.

 

Θεά… επί της γης

 

Με μια 35ετή διαδρομή και έχοντας σκηνοθετήσει περισσότερες από 35 ταινίες, ο Σατγιαζίτ Ρέι θεωρείται ο κορυφαίος σκηνοθέτης της Ινδίας και ένας από τους σπουδαιότερους στον κόσμο.

Με ένα πολυεπίπεδο και πρωτοποριακό έργο, στο οποίο συμπυκνώνεται η γνώση του για τον παγκόσμιο κινηματογράφο αλλά και η αγάπη του για το νεορεαλισμό και το σινεμά του Ζαν Ρενουάρ, ο Ρέι διακρίθηκε για την ικανότητά του να μεταφέρει την ουσία, το πνεύμα του ινδικού πολιτισμού και την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του λαού του στην οθόνη.

Το 1960 με την ταινία «Η Θεά» (Devi) έρχεται να αναδείξει τη δύναμη της πίστης που εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε θρησκευτικό φανατισμό. Μας μεταφέρει στον 19ο αιώνα σε μια αγροτική περιοχή της Βεγγάλης, στο πλούσιο σπίτι ενός γαιοκτήμονα. Εκεί ζει ο Ούμα με τη μόλις 17χρονη σύζυγό του Ντόγια. Στο ίδιο σπίτι ζει ο αδελφός του με τη γυναίκα του και τον μικρό τους γιο, τον Κόκα. Και φυσικά ο Καλικινκάρ, ο πάτερ-φαμίλιας, πατέρας των δύο αδελφών. Όταν ο Ούμα αποφασίζει να φύγει στην Καλκούτα για να ολοκληρώσει τις σπουδές του, η Ντόγια αναλαμβάνει τη φροντίδα του πεθερού της. Ο τελευταίος, πιστός της θεάς Κάλι και επηρεασμένος από τις φροντίδες της νύφης του, μια νύχτα ονειρεύεται πως η κοπέλα ταυτίζεται με τη θεά και το πρωί ξυπνά πεισμένος πως η Ντόγια είναι μετενσάρκωση της Κάλι. Έτσι η κοπέλα γίνεται αντικείμενο λατρείας, όχι μόνον από τον Κιλικινκάρ αλλά και από τους κατοίκους τη περιοχής οι οποίοι αρχίζουν να συρρέουν ζητώντας τη βοήθεια της μετενσαρκωμένης θεάς! Όταν ο Ούμα μαθαίνει τί έχει συμβεί, επιστρέφει και προσπαθεί να πείσει τη σύζυγό του πως όλα αυτά δεν είναι αλήθεια και της ζητά να τον ακολουθήσει στην Καλκούτα. Αλλά εκείνη διστάζει, συμπεριφέρεται ως άβουλο πλάσμα, θύμα του θρησκευτικού φανατισμού και της πατριαρχίας. Και μόνον η τραγωδία που θα ακολουθήσει θα κάνει την αλήθεια να λάμψει.

Ο Ρέι ξεκινώντας από το πλούσιο σπίτι ενός γαιοκτήμονα, βγάζει σιγά-σιγά την κάμερα στον έξω κόσμο. Κινηματογραφεί τους φτωχούς ανθρώπους που περιμένουν στην ουρά για να προσκυνήσουν τη μετενσάρκωση της Κάλι και να ζητήσουν τη βοήθειά τους. Βλέπουμε έτσι τον φτωχό άνδρα που κουβαλά στην αγκαλιά τον άρρωστο εγγονό του και έχοντας χάσει κάθε ελπίδα ζητά από τη θεά να τον σώσει. Η στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία, η πλαστικότητα των εικόνων, η γεωμετρία των πλάνων, τα βλέμματα των ηθοποιών και η εξαιρετική ασπρόμαυρη φωτογραφία συνθέτουν ένα θαυμάσιο σύνολο. Μια ταινία στην οποία ο Ντε Σίκα κι ο Ρενουάρ, συναντούν τις ινδικές θρησκευτικές δοξασίες, τον φανατισμό που κουβαλούν και την αυστηρά δομημένη πατριαρχική κοινωνία της Ινδίας.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet