Τον Δημήτρη Λιβιεράτο ή Μίμη, όπως τον λέγαμε, τον γνώρισα πριν τον γνωρίσω. Έχοντας γίνει μέλος της Νεολαίας ΠΑΣΟΚ, από τον Φεβρουάριο του 1980, και υποστηρικτής της εφημερίδας Ξεκίνημα, από το 1982, που τότε λειτουργούσε στο ΠΑΣΟΚ, με ενδιάφερε να μάθω την ιστορία γέννησης του κινήματος. Έτσι, μέσα από την αρθρογραφία, έμαθα πως στο πρώτο Εκτελεστικό Γραφείο του ΠΑΣΟΚ ήταν και ένας τροτσκιστής, ο Λιβιεράτος. Διαβάζοντας άρχισα να μαθαίνω πολλά περισσότερα για τη ζωή, το συγγραφικό του έργο και την πολιτική του δράση. Παράλληλα, στο Ξεκίνημα, μέσω ενός εσωτερικού βιβλιοπωλείου που είχαμε, μας προέτρεπαν να διαβάζουμε τα βιβλία του Μίμη, για την ιστορία του εργατικού κινήματος, επειδή κάναμε τακτικά μαθήματα με αυτό το θέμα σε διάφορους πυρήνες.

Τελικά, αυτή την θρυλική μορφή, για εμένα, κατάφερα να την γνωρίσω το 1987, σε μια συνεδρίαση της Συντακτικής Επιτροπής, του περιοδικού Μαρξιστική Συσπείρωση, στο οποίο είχα αρχίσει να γράφω. Έκτοτε, συνδεθήκαμε με μια βαθιά φιλία και με μια καταπληκτική σχέση μαθητή-δάσκαλου. Πολλά από αυτά που έχω γράψει, τα οφείλω στον Μίμη. «Γράφε», μου έλεγε, «κι ας κάνεις και λάθη, έτσι θα μάθεις, μη σταματάς».

Οι συζητήσεις μας, όλα αυτά τα χρόνια ήταν άπειρες. Με βοήθησε πολύ στην πτυχιακή μου εργασία, το 1988, η οποία ήταν σχετική με την ανάπτυξη του ελληνικού κεφαλαίου. Διέθεσε μαζί μου πολλές ώρες συζητήσεων, οι οποίες μου άνοιξαν ένα ολόκληρο τοπίο για την ελληνική οικονομία. Την διάβασε, έκανε πολλές σημειώσεις, και μου εξήγησε το λάθος των θεωριών της εξάρτησης από τις οποίες ήμουν επηρεασμένος. Μάλιστα, στο τέλος, μου είπε να αφήσω την πτυχιακή όπως είναι, επειδή οι αντιεξαρτησιακές απόψεις ήταν αιρετικές και υπήρχε ο κίνδυνος να απορριφθεί η εργασία μου. Δεν τον άκουσα, συμπεριέλαβα τις παρατηρήσεις του και τροποποίησα την εργασία μου, η οποία έγινε δεκτή μετ’ επαίνων, πράγμα που τον χαροποίησε ιδιαίτερα.

 

 

Ο άγνωστος Μίμης

 

Θα ήθελα, εδώ, να σταθώ και σε αυτή την πλευρά, του Μίμη, επειδή δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή η συστηματική του ενασχόληση με την ελληνική οικονομία. Όλοι/-ες τον γνωρίζουμε μόνο ως ιστορικό του εργατικού κινήματος. Και όμως, μια από τις μεγαλύτερες καινοτομίες του Μαρξιστικού Δελτίου ήταν οι πρωτότυπες αναλύσεις για τον ελληνικό καπιταλισμό, τις οποίες κατά κύριο λόγο έγραφε ο Μίμης, και οι οποίες είχαν ξεφύγει από τις προσεγγίσεις της ζαχαριαδικής περιόδου, του 1934 και ένθεν, που ταλάνιζαν την Αριστερά και την ΕΔΑ περί «εξαρτημένου», «καθυστερημένου» και «υπανάπτυκτου» ελληνικού καπιταλισμού. Στο κείμενό του, με τίτλο, «Σωστές διαπιστώσεις, σωστή πολιτική» (Μαρξιστικό Δελτίο, Νοέμβρης 1966, φύλλο 44), ακολουθεί ξεκάθαρα την παράδοση και τις αναλύσεις του Πουλιόπουλου. Σε αυτό το κείμενο, ο Μίμης, αφού προβαίνει σε μια τεκμηριωμένη ανάλυση των στοιχείων και των αλλαγών που είχαν γίνει στην ελληνική οικονομία και κοινωνία (υποτίμηση της δραχμής, ανασυγκρότηση της βιομηχανίας, κυριαρχία του εφοπλιστικού κεφαλαίου στις διεθνείς αγορές, έργα υποδομής, πλήρης εμπορευματοποίηση της γεωργίας, συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του τραπεζικού συστήματος, περαιτέρω αστικοποίηση του πληθυσμού, σύνδεση με την ΕΟΚ, κ.λπ.), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είναι μια πλήρως ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα.

Αυτές οι προσεγγίσεις και αναλύσεις του Μίμη, από την προδικτατορική περίοδο, συνεχίστηκαν αμείωτες όσο ζούσε, τις οποίες διατύπωνε μέσα από την έκδοση μικρών φυλλαδίων και ειδικά μέσα από το underground Οικονομικό Δελτίο της «Ενότητας», που έβγαζε. Εκεί προσπαθούσε, μέσα από στοιχεία που αντλούσε από τα «ψιλά» των οικονομικών εφημερίδων, να αποκαλύψει τον μύθο της «ψωροκώσταινας», δείχνοντας τη δυναμική του ελληνικού καπιταλισμού, ο οποίος διαθέτει ισχυρό εμπορικό στόλο και εφοπλιστικό κεφάλαιο, τραπεζικό τομέα και ελληνικές επιχειρήσεις με μεγάλη επέκταση (σε Βαλκάνια, Ανατολικές χώρες, Τουρκία, Ευρώπη και ΗΠΑ).

 

Στους δρόμους τους παλιούς…

 

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε παραθέτοντας και άλλα στοιχεία για τη βιομηχανία, το εμπόριο, τον τουρισμό, κ.λπ., από αυτά που μάζευε και δημοσίευε ο Μίμης, τα οποία αρκετά βρίσκονται ακόμη στο γραφείο του. Ήταν εντυπωσιακή η υπομονετική δουλειά μυρμηγκιού που έκανε, προκειμένου να δώσει μια διαφορετική εικόνα για το δυναμισμό, τουλάχιστον ενός τμήματος, του ελληνικού καπιταλισμού. Έκοβε αποκόμματα, κρατούσε συνεχώς σημειώσεις με τις σκέψεις του, έγραφε σε μια γραφομηχανή (και αργότερα με δυσκολία σε Η/Υ), κολλούσε τα κομμάτια σε Α4 χαρτί και μετά πήγαινε και έκανε φωτοτυπίες ένα μικρό αριθμό από αυτά για να τα μοιράσει σε φίλους/-ες του. Έχω όλα αυτά τα έντυπα στο αρχείο μου. Από μόνα τους θα μπορούσαν να αποτελέσουν μεταπτυχιακή εργασία. Με προέτρεπε να το κάνω κι εγώ, και μου είχε αναθέσει το καθήκον να συνεχίσω το έργο του, με μια αντίστοιχη έκδοση φυλλαδίων με οικονομικά στοιχεία. «Όταν φύγω να συνεχίσεις εσύ», μου έλεγε. Βαρύ έργο, που χρειάζεται πολύ χρόνο και πολύ υπομονή, που δεν είμαι σίγουρος ότι θα ανταποκριθώ. Πάντως, μαζί είχαμε την στήλη με τίτλο, «Μάκρο-μίκρο οικονομικά», που τη δημοσιεύαμε στα πρώτα βήματα της εφημερίδας Πριν, με αποκαλυπτικά στοιχεία για τον ελληνικό καπιταλισμό. Είχε να το λέει ότι με το άρθρο μας, «Στους Δρόμους τους Παλιούς» (Πριν, 29-9-1991), είχαμε προβλέψει την μεγάλη διείσδυση του ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια.

Οι γνώσεις του για την ελληνική οικονομία δεν ήταν ακαδημαϊκές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είχε θεωρητικό υπόβαθρο. Κάθε άλλο! Εκτός από τις θεωρητικές του γνώσεις και την παρακολούθηση των στοιχείων, είχε την τάση να μιλάει με τους ανθρώπους και να ψάχνει τα πράγματα σε βάθος. Θυμάμαι μια φορά στο Αγρίνιο, που είχαμε πάει για την παρουσίαση ενός βιβλίου για την ιστορία του καπνεργατικού κινήματος, στον ελεύθερο χρόνο που είχαμε, του γνώρισα δυο κουνιάδους μου, που ήταν εκεί. Ο ένας είχε ξυλουργείο και ο άλλος σιδεράδικο. Τους ρώταγε για τα πάντα. Τι ακριβώς φτιάχνουν, για που, ποιοι κάνουν τις παραγγελίες, αν απασχολούν προσωπικό, πως πάνε οι δουλειές, αν ασχολούνται συμπληρωματικά και με αγροτικές εργασίες. Ρώταγε τι παράγει ο τόπος, με τι ασχολούνται οι κάτοικοι, αν υπάρχει ανεργία και πόση. Παράλληλα, παρατηρούσε με προσοχή και όλη την οικογενειακή οργάνωση (υποστηρικτικά δίκτυα, οικογένεια, παιδιά, οικιακή οικονομία, μέχρι και την διαδικασία του κολατσιού). Αυτό το έκανε συνεχώς και παντού. Οι προσεγγίσεις του είχαν πάντα ως υπόβαθρο μια ανθρωπολογική διάσταση. Μια οικονομική ανθρωπολογία.

 

Ζωντανή και κινητή ιστορία

 

Κλείνοντας, να πούμε ότι η οικονομική και κοινωνική του προσέγγιση είναι συμπυκνωμένη στο βιβλίο του (από τις εκδόσεις Κουκκίδα, 2019), με τίτλο, «Περιδιάβαση στην ελληνική ιστορία και οικονομία (19ος-20ος αιώνας)». Εκεί, με ένα πολύ απλό τρόπο γραφής, όπως πάντα έγραφε ο Μίμης, προτρέπει ακόμη και τον πιο αδαή να κάνει αυτό που λέει ο τίτλος: Να περιδιαβεί την ελληνική οικονομία. Το εν λόγω βιβλίο είναι ένα εγχειρίδιο της οικονομικής ιστορίας της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα συνδέεται με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Επί της ουσίας, συγκεντρώνει τα διάφορα φυλλάδια, που κατά καιρούς κυκλοφορούσε χέρι με χέρι, την περίοδο 2013-15.

Ο Μίμης έχει πλέον περάσει στην ιστορία. Όμως, υπήρξε η ζωντανή και κινητή ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, με την έννοια ότι τα περισσότερα από αυτά που έγραφε τα ζούσε. Γι’ αυτό και αποτελεί γνήσια έκφραση αυτού που ο Γκράμσι αποκαλούσε «οργανικός διανοούμενος» της εργατικής τάξης.

 

Δημήτρης Κατσορίδας O Δημήτρης Κατσορίδας είναι επιστημονικός συνεργάτης ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και μέλος ΔΣ του σωματείου εργαζομένων του αντίστοιχου φορέα. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet