«Το χρονικό ενός εφήμερου έρωτα»

 

 

 

Αυτήν είναι η ιστορία της Σαρλότ και του Σιμόν. Εκείνη, γύρω στα 45, είναι χωρισμένη, μητέρα δύο μεγάλων και ενός μικρότερου παιδιού κι εκείνος περίπου συνομήλικός της, παντρεμένος με παιδιά. Η αμοιβαία έλξη που νιώθουν τους φέρνει κοντά και ενώ η Σαρλότ φαίνεται αποφασισμένη να προχωρήσει, ο Σιμόν μοιάζει διστακτικός κι αμήχανος. Τελικά θα καταφέρουν να οριοθετήσουν τη σχέση τους ως κάτι ελεύθερο που τους ευχαριστεί χωρίς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις. Ο καιρός κυλά και το ζευγάρι σιγά-σιγά αρχίζει να διερευνά το εύρος αυτής της σχέσης. Ο αμήχανος εραστής Σιμόν και η αποφασισμένη Σαρλότ έχουν δημιουργήσει έναν δικό τους κόσμο, με τους δικούς του κώδικες και χαίρονται τις συζητήσεις τους, τους περιπάτους τους και τις ερωτικές τους συνευρέσεις. Κι όταν κάποια στιγμή αισθανθούν πως θέλουν να πάνε ένα βήμα παραπάνω τις ερωτικές τους εμπειρίες τους, θα το τολμήσουν. Κι αυτό το βήμα είναι ένα ερωτικό τρίγωνο με μια ακόμη γυναίκα, τη Λουίζ, την οποία θα βρουν μέσα από ένα σάιτ ερωτικών γνωριμιών. Αλήθεια, πόσο μπορεί μια οριοθετημένη ελεύθερη και άνευ υποχρεώσεων και δεσμεύσεων σχέση να παραμείνει τέτοια; Κι όταν έρθει το τέλος αυτής της «χωρίς δεσμεύσεις» σχέση τι συμβαίνει, πως το αντιμετωπίζουν οι εμπλεκόμενοι;

Ο Εμανουέλ Μουρέ με «Το χρονικό ενός εφήμερου έρωτα» (Chronique d’ une liaison passagere) επιχειρεί να διερευνήσει μια πλευρά των ανθρωπίνων σχέσεων. Επιλέγοντας ένα αρκετά τολμηρό θέμα -που γίνεται τολμηρότερο στην εξέλιξή του- ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες του οι οποίοι εξελίσσονται με το πέρασμα του χρόνου. Κάθε συνάντησή τους προσθέτει κάτι ακόμη ενώ σιγά-σιγά αρχίζουν να λέγονται πράγματα που δεν ήταν προγραμματισμένα να ειπωθούν.

Σαν μια σύγχρονη εκδοχή της νουβέλ βαγκ, η ταινία μοιάζει με ευχάριστο κι ανάλαφρο «δοκίμιο» ερωτικών σχέσεων. Τόσο ο Σιμόν όσο και η Σαρλότ ουσιαστικά ανακαλύπτουν μέσα στη σχέση τους άγνωστες πτυχές του εαυτού τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Λουίζ η οποία έρχεται ως καταλύτης να διεκδικήσει τη δική της θέση και να φέρει νέες ισορροπίες. Με εύσχημο τρόπο ο σκηνοθέτης βάζει τον Σιμόν και τη Σαρλότ να συναντιούνται μετά από καιρό και να πηγαίνουν μαζί στον κινηματογράφο, όπου βλέπουν τις Σκηνές από ένα γάμο του Μπέργκμαν. Μια ταινία που αποδομεί έναν γάμο, παραλληλίζοντάς τον με τη δική τους σχέση αλλά και, γιατί όχι, με τον γάμο του Σιμόν.

Με θαυμάσιες ερμηνείες από την Σαντρίν Κιμπερλέν, τον Βινσέν Μακαΐν αλλά και την Τζορτζιά Σκαλέ, η πολύ καλή ταινία του Εμανουέλ Μουρέ κρύβει μια γοητευτική δύναμη. Αλλά και μια πρόκληση, να παροτρύνει τους θεατές να τολμήσουν για να δοκιμάσουν τα όρια των σχέσεων.

 

«Ουμπέρτο Ντ. - Ό,τι μου αρνήθηκαν οι άνθρωποι»

 

Στο απόγειο του νεορεαλισμού

 

Το 1952, ο Βιτόριο Ντε Σίκα, ένας από τους κύριους εκπρόσωπους του ιταλικού νεορεαλισμού, γύρισε την πέμπτη του ταινία «Ουμπέρτο Ντ. - Ό,τι μου αρνήθηκαν οι άνθρωποι» (Umberto D.), μια ματιά στην κατάσταση που υπήρχε στην μεταπολεμική Ιταλία, ενώ η χώρα προσπαθούσε να ορθοποδήσει. Μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων κοινωνικών αναταράξεων συναντάμε τον Ουμπέρτο Ντομένικο Φεράρι, έναν συνταξιούχο δημόσιο υπάλληλο που η σύνταξή του δεν φτάνει για να πληρώσει τις υποχρεώσεις του. Η πρώτη γνωριμία μαζί του γίνεται σε μια διαδήλωση συνταξιούχων οι οποίοι ζητούν αξιοπρεπείς συντάξεις για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Η διαδήλωση διαλύεται από την αστυνομία και ο Ουμπέρτο αποχωρεί μαζί με τον Φλάικ, το σκυλάκι του που υπεραγαπά. Στην πορεία τον βλέπουμε να τρώει σε συσσίτιο, να ταΐζει κρυφά τον Φλάικ, να προσπαθεί να πουλήσει ένα ρολόι για να ξεπληρώσει τα νοίκια του καθώς η σπιτονοικοκυρά του τον απειλεί με έξωση. Επιστρέφοντας ανακαλύπτει πως η σπιτονοικοκυρά του νοικιάζει με την ώρα το δωμάτιό του σε ζευγαράκια. Μοναδικός του σύμμαχος στην πανσιόν είναι η νεαρή υπηρέτρια, η Μαρία, η οποία του εξομολογείται πως είναι τριών μηνών έγκυος αλλά δεν ξέρει με ποιον από τους δύο εραστές της. Μέσα στην απελπισία του ο Ουμπέρτο αποφασίζει να κάνει τον άρρωστο για να χορτάσει την πείνα του στο νοσοκομείο. Όταν επιστρέφει μαθαίνει πως ο Φλάικ χάθηκε και τον αναζητά για τον βρει τελικά ζωντανό στα δημοτικά κρεματόρια για αδέσποτα. Και ενώ η σπιτονοικοκυρά τον απειλεί και η σύνταξη δεν φτάνει ούτε για να τραφεί, ο Ουμπέρτο απλώνει το χέρι να ζητιανέψει. Όμως η υπερηφάνεια δεν τον αφήνει και σκέφτεται να αυτοκτονήσει. Αναζητώντας κάπου να αφήσει τον Φλάικ μετά τον θάνατό του, ο Ουμπέρτο θα παραμείνει ζωντανός χάρη στον ένστικτο επιβίωσης που του εμφυσά ο αγαπημένος του σκύλος.

Όπως σε όλες οι ταινίες του νεορεαλισμού έτσι και στο «Ουμπέρτο Ντ.» κυριαρχεί η κοινωνική ματιά. Ο Βιτόριο Ντε Σίκα ανατέμνει την ιταλική κοινωνία, τον αγώνα των ανθρώπων για μια θέση στον ήλιο. Με τη χρήση φυσικού ντεκόρ -βασικό στοιχείο του νεορεαλισμού- ο σκηνοθέτης αφηγείται μια σπαρακτική ιστορία με μια ταινία που θεωρείται από τα αριστουργήματα του συγκεκριμένου καλλιτεχνικού ρεύματος αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου. Όταν αναφερόμαστε στον κινηματογράφο της πραγματικότητας, κοντά στο ντοκιμαντέρ θα πρέπει να τοποθετήσουμε και τις ταινίες του νεορεαλισμού οι οποίες, τολμώ να πω, με μια δόση αυθαιρεσίας, ότι μοιάζουν με δραματοποιημένα ντοκιμαντέρ. Γιατί είναι βγαλμένες από την πραγματικότητα χωρίς καμία προσπάθεια μεγαλοποίησης του δράματος, ούτε πρόσθετες σεναριακές παρεμβάσεις που να εκβιάζουν το συναίσθημα. Αληθινές ιστορίες, βιωμένες καταστάσεις της καθημερινότητας, όπως ακριβώς συμβαίνει στο «Ουμπέρτο Ντ.», την τρυφερή κι ανθρώπινη αυτή ταινία για μια σκληρή κι απάνθρωπη κοινωνική συνθήκη.

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet