«Πάθος»

 

 

 

Το Μπιλμπάο απέχει από τη Μαδρίτη γύρω στα 400 χιλιόμετρα. Την απόσταση αυτή διανύει κάθε εβδομάδα ο Χουλιάν, ένας χωρισμένος 50χρονος άνδρας, για να δουλέψει και χρησιμοποιεί μια διαδικτυακή σελίδα όπου βρίσκει συνεπιβάτες για να μοιραστούν τα έξοδα. Έτσι έχει αποκτήσει μια μόνιμη συνεπιβάτιδα, την όμορφη και κατά 20 χρόνια νεότερή του Λορένα, που εργάζεται στη Μαδρίτη. Κάθε εβδομάδα έχουν και έναν ή δύο άλλους συνεπιβάτες που τους βρίσκει ο Χουλιάν στο διαδίκτυο. Ο Χουλιάν έχει ερωτευτεί τη Λορένα αλλά διστάζει να της εκμυστηρευτεί τον έρωτά του φοβούμενος την απόρριψη. Σήμερα όμως είναι αποφασισμένος να της εξομολογηθεί τα αισθήματά του και καθώς πηγαίνει να την παραλάβει προβάρει τα λόγια που θα της πει. Αλλά τελικά θα τον πιάσει γλωσσοδέτης και δεν θα καταφέρει να της πει τίποτα. Κάθε ελπίδα να της μιλήσει χάνεται όταν λίγο παρακάτω θα παραλάβουν τους δύο συνεπιβάτες τους. Τον πολυλογά και εκνευριστικό Ροδρίγο, ο οποίος λέει πως κάνει εμπόριο κινητών τηλεφώνων με το Κογκό και τον νεαρό Σέρχιο, που αρχίζει να φλερτάρει τη Λορένα. Ενώ ο Χουλιάν αρχίζει να ενοχλείται από την παρουσία του νεαρού ανταγωνιστή του, η κατάσταση στραβώνει όταν ο Ροδρίγο μπλέκει σε καυγά σε ένα βενζινάδικο. Στη συνέχεια θα τους σταματήσει η αστυνομία, θα φύγουν για να μπερδευτούν ακόμη περισσότερο όταν θα αποκαλυφθεί πως στη βαλίτσα του ενοχλητικού συνεπιβάτη τους υπάρχει κάτι παράνομο. Μέσα σε αυτό το κουλουβάχατο αρχίζει να ξεκαθαρίζει η κατάσταση μεταξύ του Σέρχιο και της Λορένα αλλά και μεταξύ της Λορένα και του Χουλιάν.

Μια αναπάντεχη κωμωδία καταστάσεων είναι «Ο τέταρτος επιβάτης» (El quarto pasajero) του Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια που το 2017 είχε σκηνοθετήσει το πολύ καλό και πρωτότυπο φιλμ «Το μπαρ». Εδώ σκηνοθετεί με μπρίο και ρυθμό μια αστεία ταινία γεμάτη απρόοπτα και ανατροπές. Τι μας λέει με λίγα λόγια ο ντε λα Ιγκλέσια; Πρόσεχε ποιον βάζεις στο αμάξι σου αλλά και το βασικότερο, μη διστάζεις και μην καθυστερείς να πεις ό,τι έχεις να πεις. Γιατί στην επόμενη γωνία του δρόμου, την αμέσως επόμενη στιγμή παραμονεύει το αναπάντεχο και το αναπότρεπτο!

Δεν σας κρύβω πως την κατευχαριστήθηκα την ταινία. Γιατί έχει απ’ όλα: γέλιο, δράση και αίσθημα. Έχει ανατρεπτικό και λεπτών αποχρώσεων χιούμορ και διακριτική κοινωνική ματιά. Έχει θαυμάσιες ερμηνείες, με τον Ερνέστο Αλτέριο στο ρόλο του διαταραγμένου Ροδρίγο να είναι απολαυστικός, την υπέροχη Μπλάνκα Σουάρεζ, ιδανική στο ρόλο της Λορένα αλλά και τους Αλμπέρτο Σαν Χουάν (Χουλιάν) και (Ρουμπέν Κορτάδα (Σέρχιο) εξίσου πειστικούς στους ρόλους τους.

 

 

Σκανταλιές… χωρίς τέλος!

 

Ο Τοτό, μαθητής στην Γ΄ δημοτικού, είναι η χαρά των συμμαθητών του και ο χειρότερος εφιάλτης των δασκάλων του. Οι χωρισμένοι γονείς του τον υπεραγαπούν και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν γι’ αυτόν. Το αφεντικό του πατέρα του, ιδιοκτήτη εταιρείας κατασκευών, προσπαθεί να αγοράσει όσο περισσότερα παλιά ακίνητα μπορεί για να χτίσει. Όταν εγκαινιάζει ένα μουσείο μοντέρνας τέχνης, που η ανέγερσή του έχει ξεσηκώσει μερίδα πολιτών, ένα τεράστιο γλυπτό πέφτει με καταστροφικά αποτελέσματα. Όλοι θεωρούν πως για την καταστροφή υπεύθυνος είναι ο Τοτό! Το αφεντικό του πατέρα του απαιτεί να κλειστεί ο μικρός σε οικοτροφείο αλλά οι φίλοι του τον βοηθούν να δραπετεύσει ώστε να αποδείξει την αθωότητά του. Μέσα από την απίστευτη περιπέτεια που θα ζήσουν θα ανακαλύψουν αξίες όπως η φιλία, η αλληλεγγύη και η κατανόηση.

Η ταινία «Το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε;» (Les blagues de Toto) του Πασκάλ Μπουρντιό είναι μια πολύ-πολύ ευχάριστη κωμωδία που θα σας κάνει να χαμογελάσετε. Με έξυπνο χιούμορ και τη χρήση γκαγκ, των οποίων όμως δεν γίνεται κατάχρηση, ο Μπουρντιό κριτικάρει το εκπαιδευτικό σύστημα, μιλά για την αξία της πραγματικής οικογενειακής αγάπης και καταγγέλλει την ασυδοσία των κερδοσκόπων.

 

 

 

Πάθος για το σινεμά

 

Όλες οι ταινίες του Ζαν Λικ Γκοντάρ έχουν μια κοινή συνισταμένη: την αγάπη για το σινεμά, με το ξεδίπλωμα των δυνατοτήτων που παρέχει το μέσο, που περιλαμβάνει αναζητήσεις, πειραματισμούς, δοκιμές, αναδομήσεις και οποιαδήποτε άλλη λέξη μπορεί να προσθέσει ο καθένας. Γιατί ο Γκοντάρ ήταν σκηνοθέτης που δεν βολευόταν, που λάτρευε αυτό που έκανε και κυνηγούσε διαρκώς την ανανέωση.

Στο «Πάθος» (Passion) που γυρίστηκε το 1982, κεντρικό πρόσωπο είναι ένας πολωνός σκηνοθέτης που προσπαθεί να γυρίσει μια ταινία. Τον βλέπουμε να στήνει διάφορα ταμπλό βιβάντ, βασισμένα σε γνωστούς πίνακες και να προσπαθεί να πάρει χρηματοδότηση αλλά δυσκολεύεται επειδή «η ταινία δεν έχει ιστορία». Σαφέστατη, κατά τη γνώμη μου, αναφορά στον ίδιο τον εαυτό του, καθώς οι ιστορίες στις ταινίες του Γκοντάρ, συχνά είναι δυσδιάκριτες. Όμως υπάρχουν, όπως και στην περίπτωση του Πάθους, αλλά πρέπει να αναζητηθούν. Κι ο Γέρζι, ο σκηνοθέτης της ταινίας, ζει μέσα στις ιστορίες, αυτές που κινούνται παράλληλα. Και είναι η νεαρή εργάτρια που διεκδικεί από τον εργοστασιάρχη εργοδότη τα χρήματα που της χρωστά, είναι η σύζυγος του εργοστασιάρχη που διατηρεί παράνομη σχέση με τον Γέρζι και κάποιες άλλες σχέσεις μεταξύ των ηρώων.

Δεν είναι τυχαία η επιλογή της εθνικότητας του κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας. Αναφέρεται δυο-τρεις φορές στην ταινία η ανησυχία του για τα όσα συμβαίνουν στην πατρίδα του, σαφής αναφορά του Γκοντάρ στα γεγονότα στην Πολωνία που ακολούθησαν τις μεγάλες απεργίες στα ναυπηγία του Γκντανσκ και την ίδρυση του ανεξάρτητου συνδικάτου Αλληλεγγύη. Δηλαδή στην κήρυξη στρατιωτικού νόμου στις 13 Δεκεμβρίου 1981, με σκοπό να κατασταλεί η δράση της Αλληλεγγύης, με τις ευλογίες της ΕΣΣΔ φυσικά και του ηγέτη της Λεονίντ Μπρέζνιεφ. Παιδί του Μάη του ’68 ο Γκοντάρ δεν θα μπορούσε να μη σχολιάσει, έστω και με απλή αναφορά τα δραματικά γεγονότα της Πολωνίας.

Η κάμερά του Γκοντάρ κινείται απελευθερωμένη από κανόνες, εξερευνά και ανακαλύπτει νέους τρόπους έκφρασης. Ο αφηγηματικός λαβύρινθος της ταινίας αποτελεί ένα κολάζ εικόνων και ήχων που η σύνθεσή τους οδηγεί στην κρυμμένη ιστορία. Γι’ αυτό, θα επαναλάβω, πώς οι ταινίες του Γκοντάρ δεν είναι απλές κινηματογραφικές ταινίες, είναι κινηματογραφικές εμπειρίες.

 

Ένα θηρίο ανάμεσά μας

 

Ο παλαιοντολόγος Ντέιβιντ Χάξλεϊ ολοκληρώνει τη συναρμολόγηση του σκελετού ενός βροντόσαυρου. Του λείπει ένα μόνον κόκκαλο. Παράλληλα ετοιμάζεται να παντρευτεί την αυστηρή συνάδελφό του Άλις. Πριν όμως από τον γάμο πρέπει να συναντηθεί με έναν δικηγόρο, εκπρόσωπο της κυρίας Ράντομ, η οποία πρόκειται να χρηματοδοτήσει το μουσείο με 1 εκατομμύριο δολάρια. Για κακή του τύχη πέφτει επάνω στην Σούζαν, την όμορφη ανιψιά της Ράντομ, η οποία -επιπλέον- μόλις έχει παραλάβει από τη Βραζιλία μια εξημερωμένη λεοπάρδαλη, που είχε ζητήσει η θεία της. Έτσι ο Ντέιβιντ μπλέκει σε μια τελείως παλαβή ιστορία.

Η θαυμάσια κωμωδία «Η γυναίκα και η λεοπάρδαλη» (Bringing up baby), που γύρισε ο Χάουαρντ Χοκς το 1938, είναι μια ταινία που σε πηγαίνει από το ένα απρόοπτο στο άλλο! Υπέροχο σενάριο που φέρνει αβίαστο γέλιο και ένας ξέφρενος σκηνοθετικός ρυθμός, σε συνδυασμό με το καταπληκτικό ζευγάρι Κάθριν Χέπμπορν και Γκάρι Γκραντ σε μια ταινία που άντεξε το βάρος του χρόνου. Μια από τις καλύτερες κωμωδίες όλων των εποχών που ήρθε η ώρα να επανεκτιμηθεί!

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet