Μπέρναρντ Μάλαμουντ «Ο βοηθός», μετάφραση: Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Καστανιώτη, 2023

 

Σε ένα ταπεινό μπακάλικο, στο μεταπολεμικό Μπρούκλιν και σε μια μη-εβραϊκή γειτονιά, κλεισμένος, σχεδόν θαμμένος, ο 60χρονος Εβραίος Μόρις Μπόμπερ, προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον που αλλάζει δραματικά. Και σαν να μη του έφτανε η οικονομική μιζέρια, ένα βράδυ εισβάλλουν στο μαγαζί δυο ληστές και του ανοίγουν το κεφάλι. Λεφτά πάντως ελάχιστα βρήκαν.

 

Από την πρώτη σελίδα που ξεκινάει το μυθιστόρημα του αμερικανοεβραίου συγγραφέα Μπέρναρντ Μάλαμουντ [Bernard Malamud] (1904-1986), δίνεται το δείγμα της γραφής του: ρεαλιστής με μια μελαγχολική νότα καταθέτει τη δική του ανθρώπινη κωμωδία. Άνθρωποι παραμερισμένοι, απογοητευμένοι, ζουν στο ημίφως, έτοιμοι να αποδεχθούν ακόμη και την ανυπαρξία τους και αποκτούν μια ιδιαίτερη υπόσταση, μια ταπεινή φωνή και μια ευλαβική παρουσία μέσα στη στενότητα της ύπαρξής τους. Έτσι και ο Μόρις παλεύει μετρώντας και το τελευταίο σεντς, ενώ κατασκοπεύει κάθε κατάστημα που ανοίγει στη γειτονιά. Ώσπου καταφτάνει ένας ρακένδυτος εικοσιπεντάχρονος, εξαϋλωμένος σαν άγιος, ιταλικής καταγωγής και ζητάει να δουλέψει στο μαγαζί ως βοηθός. Το μπακάλικο δεν έχει τη δυνατότητα να κρατήσει έναν βοηθό αλλά ο Φρανκ Άλπαϊν επιμένει και σταδιακά γίνεται βοηθός αναβαθμίζοντας κάπως τον χώρο και φέρνοντας λίγα έσοδα παραπάνω. Ταυτόχρονα έχει βάλει στο μάτι την κόρη του μπακάλη, την Έλεν, που δουλεύει σκληρά έξω από το σπίτι και συχνάζει στην τοπική βιβλιοθήκη διαβάζοντας κλασικούς συγγραφείς. Στην ιστορία παρεμβαίνουν και άλλα γεγονότα που δεν θα έπρεπε να αποκαλύψουμε, καθώς όλα χτίζονται γύρω από τα διπολικά ζεύγη, Φρανκ - Μόρις, Έλεν - Φρανκ.

Στην πρώτη περίπτωση, η σχέση των δύο αντρών παραπέμπει στην αντίστοιχη γιου - πατέρα (ο Μόρις έχει χάσει τον γιο του). Η δεύτερη σχέση προχωράει με δυσκολία, επειδή η Έλεν (τουλάχιστον στην αρχή) δεν επιθυμεί μια τέτοια σχέση με τον Φρανκ, πόσο μάλλον με έναν μη-Εβραίο.

 

Ταυτότητες και κοινωνικές τάξεις

 

Η πλοκή χτίζεται με στοιχεία κοινωνικού θρίλερ αλλά και ένα ντοστογιεφσκικό υπόβαθρο γιατί η περίπτωση του Φρανκ μπορεί να διαβαστεί στη σκιά του μυθιστορήματος «Εγκλημα και τιμωρία» - το οποίο διαβάζει η Έλεν. Έτσι όσο προχωράει η ιστορία επικεντρώνεται στον ιταλιάνο Φρανκ, που τυραννιέται από τύψεις και προσπαθεί να ταυτιστεί με τον μπακάλη όχι μόνον σαν γιος αλλά και σαν Εβραίος! Αυτό το τελικό στοιχείο της μεταμόρφωσης και της νέας αποκτημένης ταυτότητας αποκτάει πολύ ενδιαφέρον όχι μόνον για το ίδιο το μυθιστόρημα (γραμμένο το 1957) αλλά και για τον σημερινό αναγνώστη. Τελικά τα διαχωριστικά ανάμεσα σε ταυτότητες και κοινωνικές τάξεις στη μεταπολεμική Αμερική διακτινίζονται σε μεγαλύτερο φάσμα μέχρι και τον επόμενο αιώνα.

Υπάρχει πόνος και θλίψη στον Μάλαμουντ, αλλά αυτό ήταν το κλίμα της γραφής της πρώτης γενιάς των εβραίων συγγραφέων που είχαν μεγαλώσει με τη φτώχεια της προσφυγιάς και της παγκόσμιας ύφεσης, που βίωνε το Ολοκαύτωμα αν όχι άμεσα τουλάχιστον τις συνέπειές του. Η γραφή του, άμεση, χωρίς περικοκλάδες. Γλώσσα απλή αγγλική που την χαρακτηρίζει η ακριβολογία, η γεωμετρικότητα και η συμπύκνωση ενώ απηχεί και την πρωταρχική του εβραϊκή για όσους μπορούν να την «αφουγκραστούν».

Οι περισσότεροι χαρακτήρες του Μάλαμουντ, στα επτά μυθιστορήματα και στα πενήντα πέντε εξαιρετικά διηγήματα, παραμένουν μόνοι, κυνηγημένοι, στο περιθώριο που τους έσπρωξαν κάποιες πράξεις τους, τα χρέη, οι εντάσεις με την οικογένειά τους. Πολλοί δεν γνώρισαν καν μια ανθρώπινη ζεστή αγκαλιά. Κάποιοι αρνήθηκαν να την δώσουν. Δεν απολαμβάνουν το σεξ, ο γάμος δεν τους δίνει καμιά ευχαρίστηση. Το μοτίβο του μπακάλικου, που πασχίζει να επιβιώσει στον Βοηθό, συναντιέται σε αρκετά ακόμη γνωστά διηγήματά του.1

 

Ένας δεξιοτέχνης

 

Ο Μπέρναρντ Μάλαμουντ γεννήθηκε το 1914 από ρωσοεβραίους μετανάστες γονείς που έφυγαν από την Ουκρανία ξεφεύγοντας από τα πογκρόμ και εγκαταστάθηκαν στο Μπρούκλιν. Ο πατέρας του ήταν παντοπώλης που τα έβγαζε πέρα με δυσκολία. Σκηνές από την παιδική του ηλικία περιγράφονται σε όλα του τα κείμενα και φυσικά στον Βοηθό. Στα δεκατρία του βρήκε τη μητέρα του στο πάτωμα. Είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας και πέθανε σε ψυχιατρείο λίγα χρόνια μετά. Σπούδασε στο City College της Νέας Υόρκης και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακό στο Κολούμπια πάνω στον Τόμας Χάρντι. Την ίδια περίοδο άσκησε διάφορα επαγγέλματα, υπάλληλος ξενοδοχείου, εργάτης σε φάρμα, δάσκαλος, ιδιωτικός υπάλληλος ενώ έγραφε σε σταθερή βάση.

Το 1945, στα είκοσι επτά, παντρεύτηκε την Αν ντε Κιάρα, κόρη ιταλών μεταναστών που είχαν όμως καλλιτεχνικές τάσεις και ενδιαφέροντα και απέκτησαν δύο παιδιά, τον Πωλ και την Γιάννα. Ο πατέρας του δεν του μιλούσε επειδή παντρεύτηκε μια μη-εβραία αλλά αργότερα συμβιβάστηκε όταν απέκτησε εγγόνια. Ο γάμος του είχε συνέπεια και στη μυθοπλασία του. Οι περισσότεροι Εβραίοι του ήταν ευγενικοί, αντιερωτικοί, δοτικοί, ενώ οι Ιταλοί πιο εγκληματικοί, αισθησιακοί ή τρελαμένοι. Τελικά ό,τι δεν αποδεχόταν στον εαυτό του τα απέδιδε σε έναν Ιταλό, κρυβόταν πίσω από μια μάσκα.

Δίδαξε στον Κολέγιο Μπένινγκτον γράφοντας ταυτόχρονα διηγήματα και μυθιστορήματα. Μεσολάβησαν κάποια ταξίδια ενώ πέρασε από το Χάρβαρντ για μια διετία ως επισκέπτης καθηγητής. Τουλάχιστον έντεκα ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους στηρίχτηκαν πάνω στα βιβλία του. Βραβεύτηκε δύο φορές με το National Book Award, με το Pulitzer Prize και από την Εθνική Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών.

Η συγγραφέας Σίνθια Όζικ, στο συγκινητικό της λόγο στο μνημόσυνο που έγινε προς τιμήν του στο πολιτιστικό κέντρο της Νέας Υόρκης, ανέφερε: «Είναι ένας αμερικανός δεξιοτέχνης; Φυσικά. Όχι μόνο έγραψε στην αμερικάνικη γλώσσα, την εμπλούτισε με δροσερή πλαστικότητα, σμίλεψε τα αγγλικά μας σε νέες καταπληκτικές μορφές... Έγραψε για Εβραίους που υποφέρουν, για φτωχούς Εβραίους, για μπακάληδες και μαστόρους, και πουλιά και άλογα και αγγέλους στο Χάρλεμ, και προξενητές και πωλητές και ραβί και σπιτονοικοκύρηδες και νοικάρηδες και δοκιμαστές αυγών και συγγραφείς και χιμπαντζήδες. Έγραψε για την πληρότητα και την ενότητα του κόσμου».

Στο μυθιστόρημά του Φίλιπ Ροθ «Ο συγγραφέας φάντασμα» (1979), στο πρώτο βιβλίο της σημαντικής τριλογίας του «Ζούκερμαν Δεσμώτης», ο νεαρός Ζούκερμαν συναντάει τον συγγραφέα Λόνοφ, ο οποίος παραπέμπει στον Μπέρναρντ Μάλαμουντ. Ο Φίλιπ Ροθ εκτιμούσε πολύ τον Μάλαμουντ και τον αναφέρει τακτικά στα δοκιμιακά του κείμενα. Γιατί ο Μάλαμουντ ήταν ένας παθιασμένος συγγραφέας και ταυτίζεται με αυτό που είχε πει και ο ίδιος: «Η τέχνη γιορτάζει τη ζωή και μας προσφέρει το μέτρο μας».

 

Σημείωση

1. Το μαγικό βαρέλι και άλλες ιστορίες, «Άπαντα τα διηγήματα», τόμος πρώτος, εκδόσεις Καστανιώτη, 2020.

 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet