Χρήστος Λούκος «Μια σύντομη ιστορία της ελληνικής επανάστασης», εκδόσεις Θεμέλιο (σειρά: Ιστορική Βιβλιοθήκη), 2022

 

Το τελευταίο βιβλίο του Χρήστου Λούκου, η σύντομη ιστορία της ελληνικής επανάστασης, αφενός λειτουργεί, τρόπον τινά, ως καταστάλαγμα της μεγάλης εκδοτικής άνθησης για το Εικοσιένα που έλαβε χώρα με αφορμή την πρόσφατη επέτειο των διακοσίων χρόνων. Aφετέρου έρχεται ως απόσταγμα μιας μακράς διανοητικής πορείας του συγγραφέα γύρω από την επανάσταση του 1821, μιας πορείας που κινήθηκε σε πολλές θεματικές: πολιτική, κοινωνική και δημογραφική ιστορία, βιογραφία, ιστορία των αντιλήψεων και των πρακτικών. Η ιστορία του Εικοσιένα του Χρ. Λούκου αποτελεί το συνδυαστικό αποτέλεσμα της πλούσιας και πολυσχιδούς ερευνητικής του δραστηριότητας, της μακράς διδακτικής του εμπειρίας και της ευρύτατης εποπτείας που έχει της βιβλιογραφίας γύρω από την Επανάσταση. Συνιστά ουσιαστικά μια κριτική συμπύκνωση της διαθέσιμης ιστορικής γνώσης, αξιοποιώντας δημιουργικά πολλές από τις πλέον πρόσφατες σχετικές μελέτες.

 

Η μικρή έκταση του βιβλίου (145 σελίδες κειμένου) το καθιστά ένα εγχειρίδιο, μια εισαγωγή στη μελέτη του Εικοσιένα. Παρά το μικρό του μέγεθος, το βιβλίο θίγει πλειάδα ζητημάτων γύρω από την Επανάσταση. Αναφέρω ενδεικτικά: εθνικοί μύθοι, θεωρητικά ζητήματα για τον χαρακτήρα του γεγονότος και για τα χρονικά του όρια, παράγοντες που οδήγησαν στην εξέγερση, οι κοινωνικές ομάδες που μετείχαν στον Αγώνα, οι πολεμικές επιχειρήσεις, οι πολιτικές εξελίξεις, η διεθνής θέση της Επανάστασης, η στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων και ο τρόπος που οι επαναστάτες διαχειρίστηκαν το εγχείρημα τους στο διεθνές πλαίσιο, η οικονομία και η συσχέτισή της με την πολιτική και τον πόλεμο, η καποδιστριακή διακυβέρνηση, οι παράγοντες που οδήγησαν στην επιτυχία της επανάστασης, ρήξεις και τομές που επέφερε. Ασχολείται επίσης με θέματα που συνήθως δεν περιλαμβάνονται στην ύλη ενός εγχειριδίου, όπως: η καθημερινότητα του πολέμου για τους ενόπλους και τους χωρικούς, οι δημογραφικές εξελίξεις, οι σχέσεις των φύλων, η ιδιαίτερη θέση των παιδιών, η θρησκευτικότητα, ακόμη και τα εξωτερικά φυσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων της εποχής. Περιλαμβάνει επίσης ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο για την εξέλιξη της νεοελληνικής ιδεολογίας και της ιστοριογραφίας του Εικοσιένα.

Ο Λούκος, όμως, δεν αρκείται μόνο στη θεώρηση των παραπάνω ζητημάτων, αλλά διαπιστώνει τις ελλείψεις της έρευνας και προτείνει κατευθύνσεις για περαιτέρω έρευνα και πηγές προς αξιοποίηση, όπως επισήμανε και ο Βαγγέλης Σαράφης («Μια πανοραμική σύνοψη του ’21», Η Αυγή της Κυριακής, 25/3/2023). Το κείμενο συμπληρώνεται από ένα αρκετά εκτεταμένο (32 σελίδων), αναλυτικό χρονολόγιο της Επανάστασης, εξαιρετικά χρήσιμο όχι μόνο στο ευρύ αναγνωστικό κοινό αλλά και στον ερευνητή.

 

Ισορροπία

 

Το κύριο χαρακτηριστικό του βιβλίου συμπυκνώνεται στη λέξη ισορροπία. Πρόκειται καταρχάς για αφηγηματική ισορροπία μεταξύ πολεμικών και πολιτικών γεγονότων, πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας, παλαιών και νέων θεματικών. Αλλά σημαντικότερο στοιχείο είναι οι ισορροπημένες ερμηνευτικές προσεγγίσεις του συγγραφέα απέναντι σε λιγότερο ή περισσότερο μονομερείς θεωρήσεις της παλαιότερης ή και της πιο πρόσφατης ελληνικής ιστοριογραφίας. Αναφέρω ορισμένα παραδείγματα:

Επαναφέρει στην ανάλυση τους οικονομικούς παράγοντες, οι οποίοι για μεγάλο διάστημα είχαν παραμεριστεί προς όφελος της ιδεολογίας και της κουλτούρας. Έτσι, συνδυάζει αρμονικά τους ιδεολογικούς και τους οικονομικούς λόγους που οδήγησαν στην επανάσταση, περιλαμβάνοντας τον παράγοντα της προεπαναστατικής οικονομικής κρίσης που έπαιξε ρόλο στον καθορισμό του χρόνου εκδήλωσης της εξέγερσης.

Ισορροπεί, επιπλέον, ανάμεσα σε προσεγγίσεις που υπερτιμούν ή υποτιμούν τη διάδοση και την εμβέλεια του Διαφωτισμού στις οθωμανικές περιοχές στις οποίες ξέσπασε η επανάσταση. Επαναφέρει την έννοια του Ελλαδικού Διαφωτισμού που είχε προτείνει ο Σπύρος Ασδραχάς, δηλαδή ενός διαφωτισμού διαμεσολαβημένου από πολλούς ενδιάμεσους και από την προφορικότητα της μετάδοσης: αυτά μπορεί να μην μετέτρεψαν τους παραδοσιακούς χριστιανούς σε σύγχρονους φιλελεύθερους, αλλά τους εξοικείωσαν με την ιδέα ότι μπορούν να διεκδικήσουν δικαιώματα ελευθερίας και συμμετοχής στη διακυβέρνηση και ότι μπορούν να το κάνουν με επανάσταση. Έτσι, εισάγει λεπτότερες διακρίσεις και αποχρώσεις απέναντι σε ανελαστικά ερμηνευτικά δίπολα που συχνά κυριαρχούν όχι μόνο στη δημόσια αλλά και στην ακαδημαϊκή ιστορία.

Ο συγγραφέας αποκαθιστά, επίσης, την ισορροπία στη στάθμιση του ρόλου ορισμένων κομβικών πρωταγωνιστών του Αγώνα, κυρίως του Ιωάννη Καποδίστρια και του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Αναθεωρεί, έτσι, σε κάποιο βαθμό, και δικές του παλαιότερα διατυπωμένες θέσεις και επαναξιολογεί τα όρια του φιλελευθερισμού του Μαυροκορδάτου, όπως και τον υπερβολικά τονισμένο σε παλαιότερες μελέτες συντηρητισμό του Καποδίστρια. Αντιπαρατίθεται, όμως, εμμέσως και σε αρκετές πρόσφατες ανιστορικές προσεγγίσεις του Καποδίστρια, που τον θεωρούν τη μόνη εξέχουσα ελληνική προσωπικότητα, έναν απολύτως εκσυγχρονιστή πολιτικό που θα είχε σώσει την Ελλάδα εάν δεν αντιμετώπιζε την έχθρα των κοινωνικών ελίτ, οι οποίοι επιδίωκαν μονάχα να εξυπηρετήσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Αντίθετα, ο Λούκος συσχετίζει τα οικονομικά συμφέροντα με την κουλτούρα και την ιδεολογία των ανθρώπων και τους όρους που αυτοί οι παράγοντες διαπλέκονται αλλά και εξελίσσονται στη διάρκεια της Επανάστασης, ώστε να εντοπίσει λεπτότερες αποχρώσεις στις φιλελεύθερες και εκσυγχρονιστικές ιδέες που δεν τις κατείχε αποκλειστικά η μία ή η άλλη πλευρά.

 

Ρήξεις και συνέχειες

 

Ο Λούκος επαναφέρει την ισορροπία ανάμεσα σε προσεγγίσεις που υπερεκτιμούν τις ρήξεις, τις αλλαγές και τις ανατροπές που επέφερε η Επανάσταση και σε προσεγγίσεις που υπερτονίζουν τις συνέχειες. Μολονότι τίθεται ρητά υπέρ του επαναστατικού χαρακτήρα του Εικοσιένα, θεωρεί ότι πολλές από τις ρήξεις χρειάστηκαν χρόνο για να εδραιωθούν, να διαδοθούν και να γίνουν οικείες και επισημαίνει επίσης ορισμένες παλινωδίες από την πλευρά όσων επιχείρησαν τις ανατροπές. Στρέφει, επιπλέον, την προσοχή του σε πιθανές αλλαγές στην κουλτούρα, τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που αφορούν σε πλευρές της καθημερινής ζωής, όπως τις ερωτικές σχέσεις, τη θρησκευτική πίστη, την ενδυμασία, τη διασκέδαση, και διαπιστώνει την ανάγκη να στραφεί η έρευνα και προς αυτά τα ζητήματα ώστε να αποκτήσουμε μια πιο σύνθετη εικόνα για το εύρος και τον βαθμό των αλλαγών που επέφερε η Επανάσταση.

Επανεξετάζει, επίσης, απλουστευτικές προσεγγίσεις που αποδίδουν την επιτυχία της Επανάστασης και τη δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους είτε αποκλειστικά στον αγώνα των επαναστατών είτε μονομερώς στην επέμβαση μιας μεγάλης δύναμης (της Ρωσίας ή της Αγγλίας, αναλόγως της θεώρησης). Προκρίνει, έτσι, μια πιο σύνθετη και πολυπαραγοντική ερμηνεία: ήταν πρωτίστως οι στρατιωτικές επιτυχίες των Ελλήνων των πρώτων ετών και δευτερευόντως το φιλελληνικό κίνημα, αλλά και ορισμένοι επιδέξιοι διπλωματικοί χειρισμοί της επαναστατικής ηγεσίας, που πυροδότησαν τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων· αυτός με τη σειρά του οδήγησε στη διπλωματική και στρατιωτική επέμβαση Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας υπέρ των επαναστατών και, τελικά, στην ανεξαρτησία.

Τέλος, ο Λούκος επιχειρεί να επαναφέρει στη συζήτηση τους κοινωνικούς αγώνες στη διάρκεια της Επανάστασης, στρέφοντας το βλέμμα στις κοινωνικές διεκδικήσεις των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων, οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να οργανωθούν σε ευρύτερο και συγκροτημένο αγώνα, αλλά δεν απουσίαζαν: διεκδίκηση γαιών από τους χωρικούς, διεκδικήσεις των ναυτών από τους πλοιοκτήτες στα νησιά, διεκδικήσεις περιορισμού των δοσιμάτων των χωρικών στην Εκκλησία.

Όμως, ο Χρήστος Λούκος δεν είναι ένας ιστορικός που διανοείται κατά μόνας στο γραφείο του. Ήταν και παραμένει ένας μάχιμος ιστορικός και πολίτης. Η καταληκτική παράγραφος του βιβλίου συνιστά μια έντονη διαμαρτυρία για την κακή κατάσταση των δημόσιων αρχείων στην Ελλάδα, κυρίως κατά την τελευταία τριετία, και τις σοβαρές κυβερνητικές ευθύνες για αυτή τη δυσμενή εξέλιξη.

 

Παναγιώτης Στάθης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet