Άρης Αλεξάνδρου «Το Κιβώτιο», εκδόσεις Κέδρος, 1975

 

«Το Κιβώτιο» γράφτηκε στο Παρίσι και ο Άρης Αλεξάνδρου χρειάστηκε εφτά χρόνια για να το ολοκληρώσει, ανάμεσα στο 1967 και το 1974. Η αλληλογραφία του Αλεξάνδρου με τον Γιάννη Ρίτσο και τη σύντροφό του Καίτη Δρόσου («Τροχιές σε διασταύρωση – Επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και τον Άρη Αλεξάνδρου», εκδ. Άγρα, 2008, επιμέλεια: Λίζυ Τσιριμώκου), μας δείχνει ότι η συγγραφή του βιβλίου πρέπει να ήταν μια πολύ επίπονη διαδικασία για τον συγγραφέα∙ τόσο ως προς την επιλογή των αφηγηματικών τεχνικών που έκρινε κατάλληλες για αυτό το έργο, όσο και εξαιτίας των προβληματισμών που γεννούσε στον συγγραφέα το ίδιο το κείμενο. Διαφαίνεται η ανησυχία του Αλεξάνδρου για την πρόσληψη του μυθιστορήματος, για το αν θα παρεξηγηθεί η προβληματική του έργου του. Διαισθάνεται ότι θα κληθεί να περάσει από τις συμπληγάδες της κομμουνιστικής ορθοδοξίας και, από την άλλη, του συντηρητισμού που διακρίνει τους ελληνικούς λογοτεχνικούς-ακαδημαϊκούς κύκλους.

 

Ας δούμε εν συντομία την πλοκή του μυθιστορήματος: «Το Κιβώτιο» εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1949, στην τελευταία δραματική φάση του Εμφυλίου Πολέμου. Μια ομάδα επίλεκτων μαχητών, υπονοείται του Δημοκρατικού Στρατού, διατάσσονται να εκπληρώσουν μια επικίνδυνη αποστολή: να μεταφέρουν ένα Κιβώτιο, το περιεχόμενο του οποίου κανείς δεν γνωρίζει, με μυστικότητα και με ταχύτητα από την πόλη Ν στην πόλη Κ, σε περιοχές που δεν ελέγχονται από τις δυνάμεις του Δ.Σ. Υποτίθεται ότι από την έκβαση αυτής της επιχείρησης θα κριθεί και η μοίρα του πολέμου. Εξαρχής γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια αποστολή αυτοκτονίας. Γι’ αυτό και οι 40 άντρες που επιλέγονται από τους υποψήφιους εθελοντές, είτε είναι όλοι τους βαθμοφόροι είτε έχουν παρασημοφορηθεί είτε θεωρούνται έμπιστα μέλη του Κόμματος. Τελικά μόνο 35 ξεκινούν για τη θανάσιμη πορεία. Οι άλλοι πέντε εκτελούνται την παραμονή της αναχώρησης, καθώς κρίνονται ύποπτοι για φραξιονισμό. Η ημερομηνία έναρξης της πορείας τους έχει συμβολική σημασία: 14 Ιουλίου 1949 (160ή επέτειος της Γαλλικής Επανάστασης). Στον παρόντα χρόνο του μυθιστορήματος, είναι η περίοδος που ο Εθνικός Στρατός έχει ξεκινήσει τη μεγάλη επιχείρηση της εκκαθάρισης των μαχητών του Δ.Σ. από τον Γράμμο και το Βίτσι.

Σε καθημερινή βάση, η ομάδα επικοινωνεί με ασύρματο με το αρχηγείο για περεταίρω διαταγές και οδηγίες, οι οποίες συχνά είναι αντιφατικές. Στις συγκρούσεις με στρατιώτες του αντίπαλου στρατοπέδου στη διάρκεια της πορείας του, οι περισσότεροι σκοτώνονται. Άλλοι εκτελούνται ως προδότες. Όσοι τραυματίζονται, εξαναγκάζονται στην αυτοκτονία – κυανίζονται όπως αναφέρει συχνά ο Αλεξάνδρου σε μια από τις λέξεις-κλειδιά του μυθιστορήματος.

 

Κείμενο λιτό και μετρημένο

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι από τις σελίδες που εξιστορούν την πορεία του αποσπάσματος απουσιάζουν παντελώς οι εξωτερικές περιγραφές, οι περιγραφές του περιβάλλοντος. Το κείμενο είναι εξαιρετικά λιτό και μετρημένο. Ο μοντερνισμός του Αλεξάνδρου έγκειται ακριβώς στην αδιαφορία του για ό,τι είναι περιττό και φρενάρει τη δράση. Μέσα από τις αφαιρέσεις ωστόσο του συγγραφέα, ο αναγνώστης μπορεί να συμπεράνει ότι αυτοί οι άντρες βαδίζουν σε ένα περιβάλλον ρημαγμένο, θα λέγαμε σε μια έρημη χώρα (εξαιτίας του Εμφυλίου).

Ύστερα από δύο μήνες, ο μοναδικός επιζών της αποστολής, ο αφηγητής του μυθιστορήματος, ολοκληρώνει την πορεία του και φτάνει στην πόλη Κ. Εκεί διαπιστώνεται ότι το Κιβώτιο είναι άδειο. Ο αφηγητής κλείνεται στην φυλακή και σε καθημερινή βάση συντάσσει απολογίες – αυτό είναι εξάλλου το κείμενο που εμείς διαβάζουμε ως αναγνώστες, το βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Αξιοσημείωτη εδώ άλλη μια ημερομηνία με συμβολική σημασία. Η πρώτη από αυτές τις απολογίες συντάσσεται στις 27 Σεπτεμβρίου: πρόκειται για την ημερομηνία της ίδρυσης του ΕΑΜ.

Οι απολογίες του ήρωα, όπως σημειώνει ο σπουδαίος κριτικός και μελετητής του Αλεξάνδρου, Δημήτρης Ραυτόπουλος, «είναι γεμάτες αντιφάσεις και διαδοχικές αναιρέσεις, αναθεωρήσεις για τον αριθμό των μελών της αποστολής, τον τόπο και τον χρόνο των διαφόρων επεισοδίων ή του θανάτου των συντρόφων του» («Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος», εκδ. Σόκολης, 2004).

Οι αφηγήσεις δεν είναι ευθύγραμμες, κάνουν ελιγμούς αντίστοιχους με τους ελιγμούς της πορείας που προηγήθηκε. Αντανακλούν την αγωνία του ανακρινόμενου-αφηγητή, όπως αυτή υπαγορεύεται από τη σταθερή προσφώνησή του που τις εισάγει: «Σύντροφε ανακριτά…». 

Άλλες λέξεις κλειδιά στην αφήγηση είναι οι εξής: φραξιονιστής, δογματικός, αντιδογματικός, λενινιστικός, κ.λπ. Αντιστοιχούν στις ομαδοποιήσεις, πολλές φορές ανταγωνιστικές ή και θανάσιμες μεταξύ τους, στο πλαίσιο της Γ’ Διεθνούς.

Εκτός από τα γεγονότα που αφορούν την επιχείρηση αυτή καθαυτή, από τη μνήμη του αφηγητή ανασύρονται επεισόδια από το αγωνιστικό παρελθόν του. Είναι το β’ επίπεδο αφήγησης του μυθιστορήματος, μια κατάβαση στο υποσυνείδητο του αφηγητή. Εδώ εμφανίζονται και οι μοναδικοί χαρακτήρες που κατονομάζονται – ο Αλέκος, ο Χριστόφορος, η Κλειώ και προπαντός η Ρένα, η ακρωτηριασμένη Ρένα. Στο αναδρομικό σμίξιμό της με τον αφηγητή, η ερωτική επιθυμία μένει ανολοκλήρωτη, και αυτές είναι μερικές από τις πιο φορτισμένες συναισθηματικά σκηνές του μυθιστορήματος.

 

Αρνείται να βάλει τελεία

 

Το τελευταίο μέρος της απολογίας είναι και το πιο συγκλονιστικό. Πρόκειται για 36 σελίδες χωρίς παραγράφους και χωρίς ούτε μία τελεία. Ακολουθώντας την τεχνική της συνειδησιακής ροής, της τόσο προσφιλούς σε γίγαντες του μοντερνισμού όπως ο Τζέιμς Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Ουίλιαμ Φόκνερ, ο αφηγητής του Αλεξάνδρου αφήνεται σε ένα υπαρξιακό παραλήρημα που διαψεύδει ή αναιρεί εκ νέου τα όσα είχε καταθέσει πριν. Στο φινάλε, ο αφηγητής ζητά να γεμίσουν το άδειο κιβώτιο με το πτώμα του. Προοικονομεί δηλαδή τον θάνατό του. Στην πραγματικότητα το μυθιστόρημα δεν έχει τέλος και ο συγγραφέας αρνείται να βάλει τελεία. Παραπέμπει έτσι σε αυτό που έχει πει ο Μαξ Μπροντ, επιστήθιος φίλος του Κάφκα, ο οποίος και διέσωσε τα έργα του τσέχου συγγραφέα: «“Η Δίκη” έμεινε σκόπιμα ανολοκλήρωτη από τον Κάφκα, είναι ένα μυθιστόρημα που αρνείται το ίδιο να τελειώσει, έτσι μπορεί να παραταθεί επ’ άπειρο». Εκλεκτικές συγγένειες επίσης μπορούν να εντοπιστούν ανάμεσα στη συνειδησιακή ροή της απολογίας στο Κιβώτιο με τις αντίστοιχες απολογίες των κατηγορούμενων στην «Υπόθεση Τουλάγεφ» του Βικτόρ Σερζ (εκδ. Scripta, 2007), που αναφέρεται στις Δίκες της Μόσχας.

«Το Κιβώτιο» συχνά διαβάζεται ως ένα μετα-καφκικό κείμενο, ως μια αλληγορία, ως λογοτεχνία του παραλόγου ή και του φανταστικού. Στη μελέτη του για τον Αλεξάνδρου, ο Δημήτρης Ραυτόπουλος το χαρακτηρίζει «μίμηση ρεαλισμού». Υπό την εξής έννοια: Αν ο ρεαλισμός είναι η αποτύπωση της πραγματικότητας, στον Αλεξάνδρου αυτή η πραγματικότητα διαθλάται μέσα από την ταραγμένη συνείδηση του αφηγητή του και έτσι μεταφέρεται αλλοιωμένη στον αναγνώστη. Η καθολική ισχύς της χεγκελιανής ρήσης «ό,τι είναι πραγματικό είναι και λογικό και ό,τι είναι λογικό είναι και πραγματικό» τίθεται σκόπιμα υπό αμφισβήτηση, αφενός μπροστά στη δραματική αναζήτηση της αυτοσυνειδησίας από την πλευρά του ήρωα-αφηγητή, αφετέρου μπροστά στην ολοένα και μεγαλύτερη συνθετότητα της πραγματικότητας στην εποχή της νεοτερικότητας, την οποία και αναγνωρίζει ο συγγραφέας.

 

Tο αίτημα της ανανέωσης και της χειραφέτησης

 

Μερικές παρατηρήσεις αναφορικά με τους ιδεολογικούς προβληματισμούς που θέτει «Το Κιβώτιο». Είναι αλήθεια ότι στην εποχή του το βιβλίο χτυπήθηκε από μερίδα της κριτικής, κυρίως από την πλευρά της λεγόμενης μαρξιστικής-λενινιστικής ορθοδοξίας. Έχω πάντως την άποψη ότι, τόσο στην περίπτωση του Αλεξάνδρου, όσο και στην περίπτωση του Στρατή Τσίρκα και των Ακυβέρνητων Πολιτειών μερικά χρόνια πριν, η αντιπαράθεση δεν έγινε για τα βιβλία αυτά καθαυτά, έγινε στις πλάτες των βιβλίων. Στον μεν Τσίρκα η κριτική αντιπαράθεση αντικατόπτρισε την αυξανόμενη διάσταση ανάμεσα στην ηγεσία του ΚΚΕ της υπερορίας και της ευρύτερης έκφρασής της Αριστεράς σε ελληνικό έδαφος (δηλαδή της ΕΔΑ). Στον δε Αλεξάνδρου, με δεδομένο ότι «Το Κιβώτιο» εκδίδεται οκτώ χρόνια μετά την Ολομέλεια του 1968 και την επακόλουθη διάσπασή του ΚΚΕ, η ρήξη μεταξύ των δύο κύριων ιστορικών ρευμάτων της ελληνικής Αριστεράς έχει ήδη συντελεστεί. Με τον δικό του τρόπο το καθένα, πιο έμμεσα «Το Κιβώτιο», πιο άμεσα η Τριλογία του Τσίρκα, εκφράζουν το αίτημα της ανανέωσης της ελληνικής Αριστεράς και τη χειραφέτησή της από την κομματική ορθοδοξία και την ξύλινη γλώσσα της τελευταίας. Ούτως ή άλλως στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970 μια παρόμοια προσπάθεια αναστοχασμού πάνω στα Δεκεμβριανά, στον Εμφύλιο κ.λπ. συναντάμε σε έργα και άλλων συγγραφέων που εγγράφονται στη λεγόμενη λογοτεχνία της ήττας. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Δημήτρης Χατζής και ο Τίτος Πατρίκιος είναι μερικά ονόματα που μου έρχονται πρόχειρα στο μυαλό. Οι συγγραφείς αυτοί κατά κάποιο τρόπο, όπως έχει σημειώσει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Γιώργος Μπράμος, απαντούν στο αίτημα που είχε εκφράσει ένα ιστορικό στέλεχος της ελληνικής Αριστεράς, ο Βασίλης Νεφελούδης: «Υπήρχε επίσης το αίτημα να μη σταθούμε μόνο στον μελοδραματισμό της χαμένης επανάστασης, αλλά να εμβαθύνουμε και στα αίτια της κακοδαιμονίας».

«Το Κιβώτιο» δεν είναι αντικομμουνιστικό κείμενο όπως έχει άδικα κατηγορηθεί, ούτε προοιωνίζεται κάποια μετα-αναθεωρητική σχολή της λογοτεχνίας – κατ’ αντιστοιχία με την ομώνυμη σχολή της ιστοριογραφίας. Ο δραματικός αναστοχασμός και η αυτοκριτική του αφηγητή του Αλεξάνδρου, δεν αμφισβητούν τόσο το αν αγωνίστηκε για έναν δίκαιο ή όχι σκοπό, δηλαδή για την κοινωνική αλλαγή. Αμφισβητεί κυρίως την επιλογή της στρατιωτικής σύγκρουσης και τα παράλογα μέσα που επιστρατεύτηκαν για την επίτευξή του, τα οποία τελικά διαστρέβλωσαν το ηθικό-αξιακό φορτίο του σκοπού. Εκφράζει δηλαδή την υπαρξιακή αγωνία του αγνού ιδεολόγου που αναγκάζεται να αναμετρηθεί με την ετερογονία των σκοπών. Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια ενός διανοούμενου του αναρχισμού, του Ισπανού Τομάς Ιμπάνιεθ. «Δεν μπορείς να διαχωρίσεις τα μέσα από τους σκοπούς, οι πρακτικές πρέπει να προεικονίζουν με ακρίβεια, δηλαδή να ανακλούν από τα ίδια τα χαρακτηριστικά τους τούς επιδιωκόμενους στόχους» (Μάρεϊ Μπούκτσιν «Οι Ισπανοί αναρχικοί. Τα ηρωικά χρόνια 1868-1936», εκδ. Βιβλιοπέλαγος, 2011).

Αυτή είναι η μεγαλύτερη υπαρξιακή αγωνία του αφηγητή στο Κιβώτιο και μαζί του συγγραφέα Άρη Αλεξάνδρου. Όπως έχει πει και ο Μπαλζάκ, η συνείδησή μας παραμένει αλάνθαστος κριτής όταν δεν την έχουμε δολοφονήσει.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet