«Blue Jean»

 

 

 

 

Η Τζιν Νιούμαν είναι καθηγήτρια γυμναστικής και οι κοινωνικές και οικογενειακές συνθήκες την έχουν αναγκάσει να ζει διπλή ζωή κρατώντας κρυφή την ομοφυλοφιλία της. Έτσι τα πρωινά εργάζεται με ευσυνειδησία ενώ τα βράδια συναντά τις φίλες της και την ερωμένη της, Βιβ. Η άφιξη της Τζόις, μιας νέας μαθήτριας, θα φέρει την Τζιν μπροστά στην πραγματικότητα την οποία πλέον οφείλει να αντιμετωπίσει υποστηρίζοντας την επιλογή της!

Σε σκηνοθεσία της Τζόρτζια Όκλεϊ, η ταινία «Blue Jean» αποτελεί μια ρεαλιστική προσέγγιση της κοινωνικής συντήρησης και των αποτελεσμάτων που αυτή παράγει. Έτσι μια εξαιρετική καθηγήτρια, αναγκάζεται να κρύβεται επειδή δεν κρίνεται από την ποιότητα της δουλειάς της αλλά από την καθαρά προσωπική σεξουαλική της κατεύθυνση και αναγκάζεται να ζει στο σκοτάδι και να κρύβεται από τον επαγγελματικό της κύκλο αλλά και από την ίδια της την οικογένεια.

Η Όκλεϊ σκηνοθετεί με ντοκιμενταρίστικη αμεσότητα και ευαισθησία μια κοινωνική, και στην προέκτασή της πολιτική, ταινία θέλοντας να μιλήσει για τις χιλιάδες των ανθρώπων που αναγκάζονται να κρύβονται, ενώ δεν έχουν κανέναν πραγματικό λόγο να το κάνουν. Με θαυμάσια ερμηνεία από την Ρόσι ΜακΓιούαν στον ρόλο της Τζιν, αλλά και από το υπόλοιπο καστ, όπως π.χ. την Κέρι Χέις στον ρόλο της Βιβ, έχουμε να κάνουμε με μια δυνατή, ξεκάθαρη και ειλικρινή ταινία που στο επίκεντρό της έχει τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του.

 

Ο δημόσιος υπάλληλος

 

Ένας μοναχικός και ιδιόρρυθμος δημόσιος υπάλληλος που δουλεύει στο Τμήμα Απολεσθέντων Μαδρίτης, ο Μάριο, θα ανακαλύψει τα λείψανα ενός νεογέννητου σε μια βαλίτσα. που σύμφωνα με τη νεκροψία πέθανε πριν από δύο χρόνια. Ερευνώντας τα γεγονότα θα ανακαλύψει ένα δίκτυο πορνείας που λειτουργεί παράλληλα με ένα δίκτυο παράνομων υιοθεσιών. Ο Μάριο ρισκάρει πλέον την ίδια του τη ζωή.

 

 

 «Τμήμα απολεσθέντων Μαδρίτης»

 

Το «Τμήμα Απολεσθέντων Μαδρίτης» (Objetos) του Χόρχε Ντοράντο είναι μια ταινία που προκαλεί το ενδιαφέρον από τα πρώτα πλάνα. Ένα νεονουάρ με απροσδόκητη εξέλιξη το οποίο ανιχνεύει τον σκοτεινό κόσμο της εμπορίας ανθρώπων. Με έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή, τον Άλβαρο Μόρτε -γνωστό από τη σειρά του Νέτφλιξ «Η τέλεια ληστεία» (La casa de papel)- που ερμηνεύει ιδανικά τον παράξενο και υπερβολικά ευσυνείδητο υπάλληλο, που δεν διστάζει να βάλει σε κίνδυνο τη ζωή του για να διαλευκάνει το μυστήριο αλλά και για να σώσει μια κοπέλα, η ταινία έχει όσα χρειάζεται για να κρατήσει την αδρεναλίνη σε υψηλά επίπεδα. Ο ήρεμος, μεθοδικός κι απόμακρος Μάριο μετατρέπεται σιγά-σιγά σε έναν άνθρωπο που έρχεται αντιμέτωπος με έναν παράνομο μηχανισμό πολύ μεγάλο για το μπόι του και που εκτός από την αλήθεια αγωνίζεται να σώσει και τη Σάρα, την κοπέλα που αγαπά. Ο σκηνοθέτης έντεχνα κλιμακώνει τη δράση, χρησιμοποιεί αρκετές δόσεις σασπένς και στην κορύφωση βάζει και μια μικρή αλλά ευπρόσδεκτη δόση χολιγουντιανής υπερβολής.

 

Ιστορίες έρωτα και προδοσίας

 

Με φόντο τη Γαλλική Ριβιέρα, ο Νικολά Μπεντός «στήνει» μια χορταστική ιστορία έρωτα, πλούτου, ίντριγκας και προδοσία. Το «Καμουφλάζ» (Masquerade) είναι μια απολαυστική ταινία με συναρπαστική εξέλιξη.

Ο Αντριάν, ένας νεαρός ζιγκολό, ζει στο σπίτι της Μαρτά, μια διάσημης αλλά ξεπεσμένης πια ηθοποιού, παριστάνοντας τον συγγραφέα. Σε ένα πάρτι θα γνωρίσει τη Μαργκό, μια πανέμορφη γυναίκα η οποία κερδίζει τα προς το ζην εκμεταλλευόμενη πλούσιους άνδρες. Θα συναντηθούν κι αμέσως θα ανάψει εκείνη η φλόγα του έρωτα με την πρώτη ματιά που θα είναι και η αρχή ενός φιλόδοξου σχεδίου που θα οργανώσουν με θύμα τον πλούσιο μεσίτη Σιμόν. Κάτι όμως θα στραβώσει.

Ο Νικολά Μπεντός αξιοποιεί ένα περίπλοκο σενάριο και με μια καλοδουλεμένη σκηνοθεσία φτιάχνει μια ταινία με σασπένς, απρόοπτα και περίπλοκες ερωτικές καταστάσεις. Στον πυρήνα του βρίσκονται οι ανθρώπινες ανάγκες και ανασφάλειες, η απατηλότητα του έρωτα και ο κυνισμός του πλούτου. Αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στον χειρισμό των χαρακτήρων και αξιοποιεί στο έπακρο την παράδοση κλασικών ταινιών με παρόμοια θέματα.

Στο εξαιρετικό καστ συμμετέχουν παλιότεροι ηθοποιοί όπως η Ιζαμπέλ Ατζανί (Μαρτά), ο Φρανσουά Κλουζέ (Σιμόν) και η Εμανουέλ Ντεβό (Καρόλ) καθώς και οι νεότεροι Πιερ Νινέ (Αντριάν) και Μαρίν Βακτ (Μαργκό).

Το «Καμουφλάζ» είναι μια ταινία απολαυστική, γεμάτη μυστικά, ψεύτικους κι αληθινούς έρωτες, χαμένους και πλανημένους ανθρώπους, όνειρα και προδοσίες ενωμένα υπό την κομψή σκηνοθεσία του Νικολα Μπεντός.

 

Παιδιά του περιθωρίου

 

Μετά το τέλος του πολέμου, η Ιταλία προσπαθεί να ορθοποδήσει και οι σκηνοθέτες του ιταλικού νεορεαλισμού αποτυπώνουν την πραγματικότητα χρησιμοποιώντας φυσικό ντεκόρ και ερασιτέχνες ηθοποιούς. Οι ήρωες είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι που αγωνίζονται να επιβιώσουν με τοπίο μια κατεστραμμένη χώρα. Το 1946, ο Βιτόριο ντε Σίκα γύρισε το «Λούστρο παπουτσιών» (Sciuscia).

Οι ανήλικοι Πασκουάλε και Τζουζέπε δουλεύουν ως λούστροι για να κερδίσουν τα προς το ζην. Όνειρό τους είναι να αγοράσουν ένα άλογο και κάνουν οικονομίες. Τους λείπει ένα μικρό ποσό το οποίο βρίσκουν χάρη σε μια δουλειά που κάνουν για τον αδελφό του Πασκουάλε. Όμως η δουλειά δεν είναι πολύ καθαρή και τα δυο παιδιά καταλήγουν στο αναμορφωτήριο. Εκεί θα γνωρίσουν έναν άλλον κόσμο, ενώ ακόμη και η φιλία τους θα δοκιμαστεί. Θα δικαστούν, θα καταδικαστούν, αλλά ο Πασκουάλε δεν προτίθεται να μείνει μέσα και επιχειρεί να αποδράσει.

Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος με τον οποίο ο ντε Σίκα κινηματογραφεί καταγράφοντας την κοινωνική πραγματικότητα. Η κάμερά του περπατά στις φτωχογειτονιές της πόλης, μπαίνει στα σπίτια, στις φυλακές. Πρόκειται για μια ανελέητη καταγραφή και ο Βιτόριο ντε Σίκα κλείνει σιγά-σιγά και μία-μία τις διεξόδους για τους ήρωές του. Τους περιορίζει μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικά αναπόφευκτου, τους αφαιρεί μέχρι και την τελευταία αχτίδα ελπίδας. Το «Λούστρο παπουτσιών» είναι ένα σπουδαίο κοινωνικό μελόδραμα που εξερευνά, το κοινωνικό πρόβλημα και τις επιπτώσεις που έχει αυτό στους ανθρώπους επηρεάζοντας ακόμη και τη φιλία. Ο ντε Σίκα δεν εκβιάζει το συναίσθημα, αφήνει την κάμερα να μιλήσει, να αναδείξει το κοινωνικό πρόβλημα με τρόπο σπαρακτικό απλώς και μόνον χρησιμοποιώντας την ειλικρίνεια της ματιάς του.

 

Το ανυπότακτο νησί

 

Tο 1964, o Μιχαήλ Καλατόζοφ σκηνοθέτησε την ταινία «Είμαι η Κούβα», με σκοπό την ενίσχυση του ηθικού των Κουβανών αλλά και ως ενημέρωση προς την παγκόσμια κοινότητα για την κατάσταση που επικρατούσε στο νησί και η οποία οδήγησε στην επανάσταση.

Μια σπονδυλωτή ταινία με τέσσερις ιστορίες που εκτυλίσσονται στα χρόνια του δικτάτορα Μπατίστα. Στη πρώτη, η όμορφη Άννα, ερωτευμένη με έναν νεαρό που πουλά φρούτα, ντρέπεται όταν αυτός ανακαλύπτει πως κερδίζει χρήματα κάνοντας την πόρνη. Στη δεύτερη, ένας μεσήλικας αγρότης χάνει τη δουλειά και το σπίτι του όταν το αφεντικό του πουλά τις εκτάσεις ζαχαροκάλαμου στην United Fruit Company. Στην Τρίτη, μια παρέα φοιτητών ετοιμάζεται να μοιράσει προκηρύξεις αλλά η αστυνομία τους ανακαλύπτει και πυροβολεί στο ψαχνό. Στην τέταρτη, ο Μαριάνο ζει με τη γυναίκα του Αμέλια και τα παιδιά τους στα δάση της Σιέρα Μαέστρα. Δεν θέλει να μπλέξει αλλά όταν ο στρατός του Μπατίστα βομβαρδίσει την περιοχή παίρνει το όπλο και εντάσσεται στον επαναστατικό στρατό. Τέσσερις ιστορίες στυγνής εκμετάλλευσης και στέρησης ελευθεριών με θύμα τον λαό της Κούβας και θύτες Αμερικάνους και ντόπιους μεγαλοαστούς και τσιφλικάδες. Ο σοβιετικός σκηνοθέτης θέλοντας να δείξει τις αιτίες που οδήγησαν στην επανάσταση χρησιμοποιεί τον κινηματογράφο και φτιάχνει, όχι ένα προπαγανδιστικό φιλμ, αλλά ένα εικαστικό, κινηματογραφικό αριστούργημα. Μια πανδαισία σκηνοθετικής ευφυίας και ευρημάτων. Η κάμερα κινείται συνεχώς, αντί για μοντάζ, χρησιμοποιεί αρκετά μεγάλα μονοπλάνα. Απροσδόκητες και πρωτότυπες γωνίες λήψης, κοντινά και μακρινά ανάλογα με την περίσταση, κάμερα που ανεβαίνει ψηλά και κατεβαίνει ξανά δημιουργώντας εκπληκτικής ομορφιάς σκηνές. Ό,τι και να γράψω δεν αποδίδει την αισθητική απόλαυση που προσφέρει η ταινία. Ο ρεαλισμός της Ιστορίας αποδίδεται με λυρισμό και ποιητικότητα, με πανέμορφες εικόνες που δεν εκβιάζουν το συναίσθημα. Η κίνηση της κάμερας μοιάζει χάδι που αγγίζει το θεατή και να τον περιφέρει μέσα στην ιστορία και το τοπίο της Κούβας.

Διέκρινα στοιχεία από εξπρεσιονισμό και νουβέλ βαγκ, σοσιαλιστικό ρεαλισμό και ποιητικό σινεμά αλλά -τολμώ να πω- ακόμη και νουάρ! Ένα αγέραστο κινηματογραφικό αριστούργημα που κουβαλά το σινεμά του Αϊζενστάιν, του Όρσον Ουέλς, του Φριτζ Λανγκ, του Ζαν Λικ Γκοντάρ.

Το σενάριο συνέγραψαν ο κουβανός σκηνοθέτης Ενρίκε Πινέδα Μπάρνετ και ο σοβιετικός ποιητής Γεβγένι Γεφτουσένκο.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet