Το πρόσφατα ψηφισμένο καταστατικό του, όπως προκύπτει, επιτείνει, αντί να αμβλύνει, τις παθογένειες και τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει

 

Με το σημερινό –μονοήμερο και υβριδικό– διαρκές συνέδριό του ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ολοκληρώνει τις τυπικές διαδικασίες για την εκλογή νέας/ου προέδρου. Η τυπική έγκριση που προβλέπεται από το καταστατικό να γίνεται στο διαρκές συνέδριο, ωστόσο, έχει μια άδηλη πτυχή που είναι εξόχως ουσιαστική: σήμερα θα μάθουμε αν υπάρχουν και άλλες υποψηφιότητες, πέραν των πέντε έως τώρα γνωστών. Το διαμορφωμένο έως χθες κλίμα, ωστόσο, οδηγούσε στην εκτίμηση ότι μετά και την υποψηφιότητα Κασσελάκη, η οποία “στενεύει” το παλαιό προεδρικό ρεύμα του κόμματος, δύσκολα θα εμφανίζονταν διεκδικητές της ύστατης ώρας καθώς οι πιθανολογούμενοι έως τώρα υποψήφιοι θα διεκδικούσαν στήριξη, κυρίως, από το ίδιο ρεύμα.

Αν κάτι ενισχύθηκε δυο μήνες μετά τις εκλογές, που κατέγραψαν την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, είναι το πόσο απαραίτητη και επείγουσα ήταν η εκλογή προέδρου. Οι συνθήκες, που ούτως ή άλλως υπήρχαν, να μετατραπεί η ΝΔ σε κόμμα επικυρίαρχο εντείνονταν από την αδυναμία παρέμβασης της αξιωματικής αντιπολίτευσης και την έκδηλη απουσία των άλλων κομμάτων. Και ακόμη τα παραλυτικά φαινόμενα που καταγράφονταν στη διαδικασία για τις δημοτικές και περιφερειακές εκλογές δεν άφηναν κανένα περιθώριο για καθυστέρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη νέα του ηγεσία οφείλει το συντομότερο δυνατό να πιάσει δουλειά με όλες του τις δυνάμεις, όχι μόνο ως όρο δικής του επιβίωσης αλλά και ως υποχρέωσή του να δράσει μέσα στην καθηλωμένη από τη Δεξιά κοινωνία.

 

Συμπεράσματα από τη διαδρομή προς τις εκλογές

 

Οι παρεμβάσεις των τεσσάρων αρχικών υποψηφίων παρέχουν την ύλη για ορισμένα συμπεράσματα. Το πρώτο, είναι ότι υπήρξε ένα μη αντιπαραθετικό κλίμα και η άμιλλα περιοριζόταν στη διατύπωση των θέσεων. Αυτό διαχεόταν και στον κόσμο του κόμματος. Το  έβλεπε κανείς στη συμμετοχή του στις συγκεντρώσεις όλων των υποψηφίων που κατά κανόνα φρόντιζαν τα τοπικά όργανα του κόμματος. Το ότι το μείζον ήταν η εκλογή ηγεσίας και η λειτουργία του κόμματος περιόριζε τη θεματολογία, είναι το δεύτερο συμπέρασμα. Όσο και αν οι υποψήφια/οι έμμεσα αποστασιοποιούνταν από έως τώρα ηγετικά πεπραγμένα ωστόσο η συζήτηση δεν είχε το αναγκαίο εύρος. Είναι πολύ θετικό, ασφαλώς, ότι από τον διάλογο βγήκε ενισχυμένη η ανάγκη των δημοκρατικών και συλλογικών διαδικασιών στο κόμμα, η παράκαμψη αρχηγικών μοντέλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά κανόνα, τα πιο ουσιώδη προβλήματα έμπαιναν από τους συμμετέχοντες και υποχρέωναν σε τοποθετήσεις.

Ένα τρίτο συμπέρασμα, είναι ότι στις συζητήσεις υστερούσε η εμβάθυνση της γραμμής απέναντι στην ΝΔ. Τι είδους αντιπολίτευση πρέπει να ασκηθεί, ποιο το περιεχόμενό της; Με τι πολιτική συμμαχιών, κοινωνικών και πολιτικών; Είναι σωστό το “ανάθεμα” της απλής αναλογικής; Είναι ύλη του συνεδρίου βέβαια, αλλά οι ανάγκες της κοινωνίας αγνοούν τους κομματικούς περιορισμούς. Η Πολιτική Γραμματεία θα έπρεπε να καλύπτει αυτό το κενό, με τη συνεχή λειτουργία της, όπως και να αναλάβει εκείνη την ευθύνη για τη συμβολή των οργανώσεων του κόμματος στην κατάρτιση συνδυασμών –ευρέος φάσματος ή συμμαχικών σχημάτων- στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Δεν το έκανε επιτείνοντας το κενό. Τέταρτο συμπέρασμα, είναι η ελλιπής συζήτηση πάνω στη νέα ύλη της Αριστεράς του 21ου Αιώνα. Είναι αλήθεια ότι ο περιορισμός της ατζέντας στην εκλογή προέδρου εμπόδιζε να τεθεί το ζήτημα αλλά ήταν ανάγκη έστω ως κενό, επειγόντως να καλυφθεί. Δεν θα είμαστε δίκαιοι εδώ αν δεν αναφερθούμε – και άλλοι υποψήφιοι  έθεταν αυτό το ζήτημα – στην προσπάθεια του Ευκλείδη Τσακαλώτου να αφιερώσει θεματικές, σχετικές μ’ αυτό, παρεμβάσεις. Για παράδειγμα, με διαβούλευσή του στο Αστεροσκοπείο μίλησε για την περιβαλλοντική κρίση, στον Βόλο ήταν οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη, στο Ρέθυμνο η πολιτική υγείας στις νέες συνθήκες των επιδημιών και της κλιματικής αλλαγής.

 

Ποιοι και πώς ψηφίζουν

 

Δύο ζητήματα, ακόμη, τέθηκαν στην περίοδο της καμπάνιας. Το ένα, ήταν το λεγόμενο ντιμπέιτ των υποψηφίων που απέβλεπε, όπως υποστήριζαν οι υποστηρικτές του, στην αναζωογόνηση της διαδικασίας και του ενδιαφέροντος. Δεν ήταν σύμφωνοι όλοι σ’ αυτό και οι πυρκαγιές, μάλλον, το ματαίωσαν. Πρακτική -αμφιλεγόμενη εξάλλου- που αντιστοιχεί σε  πολιτικούς αντιπάλους όχι σε συντρόφους. Θα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν διάλογο στο Διαρκές Συνέδριο. Το άλλο, ήταν η δυνατότητα να ψηφίσουν και φίλοι του κόμματος, δηλαδή όχι με υποχρέωση να γίνουν και μέλη πριν. Ούτε το προβλέπει το καταστατικό, άρα δεν μπορούσε να υιοθετηθεί. Τέθηκε περισσότερο ως προπαγάνδα, προσέλκυσης υποστηρικτών…

Ωστόσο, το ποιες/οι ψηφίζουν στη διαδικασία ήταν σοβαρό θέμα με έντονη διαφωνία όταν ψηφίστηκε το δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογή προέδρου ακόμη και την ημέρα της διαδικασίας με απλή εγγραφή και οβολό. Δηλαδή καθόριζε το πώς γίνεται κάποια/ος μέλος του κόμματος. Η ψηφοφορία στην Κεντρική Επιτροπή ήταν αρκετά τραυματική, η πλειοψηφία της πρότασης του προέδρου ισχνή, συντρόφισσες/οι “βρέθηκαν” εκτός αιθούσης για να αποφύγουν το πικρό ποτήρι της τοποθέτησης. Μάταια προτεινόταν, έστω, το νέο μέλος να έχει πριν μια φυσική παρουσία, μια γνωριμία με την Οργάνωση Μελών. Αυτό το ελάχιστο καταψηφίστηκε.

Αυτό το “ελάχιστο” όπως και ο τρόπος εκλογής προέδρου, τίθεται τώρα μπροστά στον ΣΥΡΙΖΑ ως ζήτημα αξιοπρέπειας με την υποψηφιότητα Στέφανου Κασσελάκη. Καταρχάς, ο “νεοτερισμός” της εκλογής προέδρου από τη βάση και ιδίως με συμμετοχή κάθε πολίτη μετατρέπεται σε πλήγμα στον ίδιο τον θεσμό των κομμάτων, τον διαλύει ενώ η συμμετοχή είναι δήθεν καθώς, μέσω της αμορφίας, ενισχύεται έτσι ο αρχηγισμός. Οι συριζαίοι το γνωρίζουν, τώρα, πολύ καλά: έχουν στα χέρια τους καταλόγους και όχι μέλη με τα οποία οι ΟΜ μπορούν να αποφασίσουν, διαβουλευτούν και δράσουν. Ούτε καν μέλος του κόμματος έως πρόσφατα, γίνεται τώρα με ένα κλικ στο iSYRIZA και μπορεί αμέσως να διεκδικήσει την προεδρία του κόμματος! Αυτά προβλέπονται από το καταστατικό, είναι απολύτως εντάξει θεσμικά.

 

Απότοκο αντιλήψεων το συμβάν Κασσελάκη

 

Υπάρχει όμως και η ουσία, τη ζούμε τώρα. Το συμβάν Κασσελάκη, είναι απότοκο μιας μακράς διαδικασίας που η πλειοψηφία της ηγεσίας του κόμματος ξεκίνησε από το 2019 με αβάσταχτη ελαφρότητα. Γράφτηκαν πριν πολλά άρθρα και ρεπορτάζ: για την ανάγκη απόρριψης δογματικών θέσεων που εγκλωβίζουν, για την ανάγκη να ανοιχτεί το κόμμα στην κοινωνία, για την ανάγκη νέου αίματος, για την ανάγκη να φύγουμε από τους αραχνιασμένους διαδρόμους της Κουμουνδούρου, για τα βαρίδια στο κόμμα, για τα στελέχη του κομματικού σωλήνα κ.τ.λ. Στο τέλος θα φθάναμε και στους πολιτικούς του Instagram.

Ο Στ. Κασσελάκης, αυτό το κενό –όπως και άλλα, όσον αφορά στην πολιτική τακτική έναντι της ΝΔ και του Μητσοτάκη– διέκρινε και μετά την ανάδειξή του στο Επικρατείας κάνει ένα ακόμη βήμα. Προφανώς, με εφόδια μια ισχυρή δόση αλαζονείας, θράσους, ναρκισσισμού, αβαθή πρόσληψη της σύνθετης ελληνικής πραγματικότητας, με άγνοια κινδύνου, ίσως. Ακόμη, μπορεί να “επιστρατεύθηκε” ή διέβλεψε και ο ίδιος ότι υπάρχει ένα δυναμικό στο κόμμα που βγάζει φλύκταινες μπροστά στο σαφές ενδεχόμενο να μετακινηθεί ο ηγετικός άξονας πιο αριστερά και έσπευσε να το επωφεληθεί. Οι τριάντα υπογραφές θα… δείξουν. Η δαιμονοποίησή του, ωστόσο, είτε διότι μειώνει πιθανότητες επιτυχίας υποψηφίων, είτε διότι συνιστά - είναι όντως - σύμπτωμα εκφυλισμού, ακριβώς διότι είναι απότοκο μιας διαδικασίας και ουσίας που ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ θεσμοθέτησε, ιδίως όταν παίρνει και τη μορφή χυδαίων ομοφοβικών επιθέσεων, δεν είναι ούτε ηθικά ούτε πολιτικά ορθή. Αίτια προβληματισμού για ευθύνες, για το τι πρέπει να αλλάξει, ναι.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet