Ανδρέας Μήτσου «Ο καουμπόης του Αλίμου» διηγήματα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2023

 

Στο προηγούμενο έργο του, «Η παγίδα-Βίωμα και γραφή» (2021), ο Ανδρέας Μήτσου διερευνά το πρόσωπο του συγγραφέα ως κατηγορία της ερμηνείας του έργου του, μέσα από την ίδια του τη μυθοπλασιακή περσόνα και τις μεταμορφώσεις της. Η γραφή είναι παγίδα, μας λέει, στην οποία κάποιος μπορεί να πέσει, εκών άκων, καθώς αναζητά μια –κατά περίπτωση οριζόμενη και διαρκώς αναβαλλόμενη– λύτρωση. Μια παγίδα που, με τη συνδρομή της μνήμης ως αφήγησης και κατασκευής, λειτουργεί ως μια ακαταπόνητη μηχανή παραγωγής ταυτότητας και ετερότητας, οι οποίες έχουν να κάνουν όχι μόνο με το υποκείμενο του λόγου και τους αποδέκτες του, αλλά και με τον ίδιο τον κόσμο, ως αναπαράσταση και αντίληψη. Η μνήμη και η μεταμόρφωση είναι στην καρδιά της γραφής.

 

Διαβάζοντας την καινούργια του συλλογή διηγημάτων, «Ο καουμπόης του Αλίμου», είχα την αίσθηση ότι συνιστά, πέραν των άλλων, μια φυσική συνέχεια της Παγίδας –ή μάλλον, για να παραμείνω στη λογική που διέπει με συνέπεια το έργο του Μήτσου, μια από τις ενδεχόμενες συνέχειές της–, υπό την έννοια ότι επεκτείνει την προβληματική της μνήμης και της μεταμόρφωσης στην ίδια τη μυθοπλασία: καταθέτει μια απολογία και έναν απόλογο του «κόσμου του κειμένου» στις πολλαπλές μορφές που έχει, ή θα μπορούσε να έχει λάβει στα έργα του. Κι ο απόλογος αυτός λαμβάνει εδώ (και) τη μορφή μιας επιμελέστατα οργανωμένης πινακοθήκης, όπου εκτίθενται –παραταγμένα αλλά όχι ακίνητα, απαράλλαχτα κι αμετακίνητα– κάποια εμβληματικά πρόσωπα της μυθιστορηματικής του παραγωγής, τα οποία, καθώς μεταμορφώνονται σε διαφορετικά επίπεδα, σημαίνουν με υπόκωφη ένταση την ανοικειότητα του οικείου.

Εν αρχή ην ο συγγραφέας: στο μότο της συλλογής, ο κατά Γκέτε προμηθεϊκός δημιουργός κάθεται και πλάθει ανθρώπους κατ’ εικόνα του, η οποία όμως, μας λέει ο Μήτσου, δεν είναι μία, ενιαία και σταθερή. Μέσα στην κυκλική, ποιητική κίνηση που διαγράφει το έργο του εδώ και σαράντα χρόνια, τόσο ο δημιουργός όσο και τα δημιουργήματά του, όχι μόνο πραγματώνουν στη διαδρομή τους συγκεκριμένες όψεις του δυνητικού, αλλά αλλάζουν εντέλει και το ίδιο το πεδίο πραγμάτωσής του. Ξένος μέσα στον εαυτό του, ο συγγραφέας δεν θα παραμείνει, όπως άλλωστε πάντα στα έργα του Μήτσου, στο κατώφλι. Θα το περάσει ξανά και ξανά, σχολιάζοντας τους βυθισμένους στην ανησυχητική ξενότητα μυθοπλασιακούς κόσμους του. Κόσμους μετέωρους ανάμεσα στις ποικιλοτρόπως μεταβαλλόμενες όψεις της πραγματικότητας, στη συνείδηση του εαυτού και στα ανεξερεύνητα βάθη του, ριζωμένους στον χωροχρόνο του φανταστικού, στη δομική, θεμελιακή αβεβαιότητα που τον συγκροτεί και η ένταση της είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον ρεαλισμό της αφήγησης.

 

Πρόσωπα που επανέρχονται

 

Επανέρχονται λοιπόν τα πρόσωπα ιστοριών του παρελθόντος στα νέα αυτά διηγήματα, αναβαπτισμένα στο ποτάμι του χρόνου και του λόγου, όπου κανείς μπαίνει μόνο μια φορά. Χωρίς να αγκιστρώνονται καν στο όνομά τους, ο Ορέστης, η Φωτούλα, ο καπετάν Θανάσης κι ο Πέτρος, ο Μπρούνο κι ο Αριστείδης, η Γκαλίνα κι η Ευτέρπη, ο όμορφος και ακρωτηριασμένος Γιάννος-κίτρινος στρατιώτης ξαναγράφουν τη μοίρα τους, σε ένα διπλό διακειμενικό παιχνίδι, που αφορά τα κείμενα στα οποία ζωντάνεψαν και τα άλλα, των άλλων, που επέτρεψαν τη γέννησή τους. Έτσι, η κλασική στον Μήτσου θεματική της διπλής ταυτότητας, του σωσία, του άλλου εαυτού, της διπλής πραγματικότητας, όπως την έχει συστηματικά πραγματευτεί στα προηγούμενα έργα του, αναπτύσσεται εδώ με την επιπρόσθετη αναφορά στην ίδια τη μυθοπλασία. 

Στο εναρκτήριο διήγημα, «Ο δισθανής», ο μεσήλικας που εντοπίζει τον νεότερο σωσία του και χάνει τα λογικά του μας πηγαίνει πίσω στον Αγαπημένο των μελισσών. Μόνο που εδώ δεν χύνεται αίμα, ένα απλό ξύρισμα φτάνει και περισσεύει: ο χρόνος έχει αφανίσει έτσι κι αλλιώς τον νεότερο εαυτό, ξορκίζοντας το γραμμένο κακό, που επανέρχεται ωστόσο διακειμενικά, μέσα από τον ευριπίδειο λόγο, και επιμένει. Ο έρωτας της υπηρέτριας με την κυρά της, τον οποίο έχουμε διαβάσει στη Γκαλίνα, επαναλαμβάνεται, αλλά στην ιστορία πλέον ενός «ψεύτη» και το ίδιο το παιδί, ο πυρήνας της αφήγησης, εντέλει, δεν υπάρχει («Ο ψεύτης»). Ο Γιάννος, ο Κίτρινος στρατιώτης, όχι μόνο πεθαίνει έχοντας στο πλευρό τον αγαπημένο του γιο («Η τελευταία ελπίδα»), αλλά ο γιος αυτός, που περιφρονεί το δημοτικό τραγούδι, κρατάει την ομπρέλα του πατέρα του πάνω από τον φρεσκοσκαμμένο τάφο του, για να τον προφυλάξει από τη βροχή που ρίχνει «ο κακός Θεός» με το τουλούμι τη νύχτα μετά την κηδεία του, τραγουδώντας με στεντόρεια φωνή το «Σηκώσου πάνω Γιάννο μου» («Μια νύχτα με βροχή»). Και πάει λέγοντας.

 

Παιχνίδι ομοιότητας και διαφοράς

 

Δεν μπορώ να εντοπίσω το σύνολο των δομικών, εσωτερικών διακειμενικών αναφορών στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν αφορούν άλλωστε μόνο τα πρόσωπα αλλά και τον κόσμο που τα περιβάλλει, τα ποτάμια και τα μαύρα βατράχια, τα σερσέγκια με τα κόκκινα μάτια του διαβόλου και τα παγκάκια, και τα αισθήματα που ξαναγυρίζουν, σαν απορία και φλόγα, τους ήχους και τις εικόνες ενός παρελθόντος που ξαναφτιάχνουν τον εαυτό και τον κόσμο.

Αλλά ούτε και θέλω. Δεν με νοιάζει αν έχω ξανασυναντήσει τον καουμπόη του Αλίμου, που τα γελάδια τον κατατρέχουν, σε έναν κόσμο όπου ο Ιονέσκο συναντά το Τζουράσικ παρκ και μόνο η μνήμη, ως ανέγνωστη τύψη, πρόσκαιρα τον εξημερώνει – η μνήμη της φύσης και η φύση ως μνήμη, ανάμεσα στον χαμένο παράδεισο και τη δυστοπία, μια εγκάρσια διάσταση ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα στο έργο του Μήτσου. Ούτε τη γηραιά κυρία που έχει χάσει τον γιο της, φυλάει ως κόρην οφθαλμού το ρόπαλό του τού μπέιζμπολ και τσακίζει με αυτό τον λευκοντυμένο ιππέα που βγάζει βόλτα το αγαπημένο του άλογο στους δρόμους της πόλης την περίοδο του κορονοϊού, που είναι για εκείνην ο Χάρος. Διότι αυτό το παιχνίδι της ομοιότητας και της διαφοράς δεν έχει νόημα αν δεν αφορά τελικά την ψίχα των κειμένων. Κρατώ λοιπόν τη λύπη που κουρελιάζει τη συνείδηση, το κακό που δεν κουράζεται να αλλάζει μορφές, το σάστισμα μπροστά στον χρόνο και τον λόγο, ο οποίος μπορεί να κρύβει αφάνταστους κινδύνους – όπως υπονοεί η στανταλικών αντηχήσεων ιστορία του πίνακα του Κοντσαλόφσκι («Το μαχαίρι του μοναχού Βησσαρίωνα»). Τις ιστορίες που γέννησαν και θα μπορούσαν να είναι άλλες, αλλά όντας αυτές που είναι βάζουν ένα λιθαράκι στο βλέμμα μας στον εαυτό και στον κόσμο που, αν έχει δίκιο τελικά ο Πολ Ρικέρ (Temps et récit, Seuil, 1984, 121), είναι το σύνολο των αναφορών που διανοίγουν τα κάθε λογής περιγραφικά και ποιητικά κείμενα που έχουμε διαβάσει, ερμηνεύσει κι αγαπήσει.

 

Τιτίκα Δημητρούλια Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2023 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet