«75 μέρες»

 

 

 

Το Νοέμβριο του 1992 τρεις 14χρονες φίλες, η Τάνια, η Μαρίνα και η Ελένα, ξεκίνησαν για να πάνε σε ένα σχολικό πάρτι. Το Αλκάσερ, είναι ένα μικρό χωριό κοντά στη Βαλένθια, όπου σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους. Τα κορίτσια έκαναν οτοστόπ για να πάνε στον προορισμό τους όπου όμως δεν έφτασαν ποτέ! Η εξαφάνισή τους αναστάτωσε την τοπική κοινωνία αλλά και ολόκληρη την Ισπανία καθώς οι μέρες περνούσαν και η αστυνομία δεν κατάφερνε να βρει τα χαμένα κορίτσια. Όταν μετά από 75 μέρες τα σώματά τους βρέθηκαν θαμμένα σε μια περιοχή κοντά στο Αλκάσερ, οι αρχές επιδόθηκαν σε ένα ανελέητο κυνήγι για να ανακαλύψουν τον δολοφόνο. Ήταν όμως έτσι;

Τελικά συνελήφθη ένας νεαρός, ο Μιγκέλ Ρικάρ, ο οποίος κατηγορήθηκε πως διέπραξε τον φόνο μαζί με τον φίλο του, Αντόνιο Ανγκλές, ο οποίος είχε παραβιάσει την άδεια που είχε πάρει από τις φυλακές. Όμως ο Ρικάρ σε δεύτερη κατάθεσή του αρνήθηκε την ενοχή του υποστηρίζοντας πως η ομολογία του ήταν προϊόν πιέσεων για να ανακαλέσει εκ νέου και να παραδεχτεί την ενοχή του. Στο μεταξύ ο Ανγκλές δεν βρέθηκε ποτέ αφήνοντας έτσι πολλά σκοτεινά σημεία στην υπόθεση. Σημειωτέο πως ο πατέρας της Μαρίνας κυρίως, αλλά και οι υπόλοιποι γονείς, είχαν έντονες υπόνοιες πως υπήρχαν κάποιοι υψηλά ιστάμενοι που προσπάθησαν να καλύψουν τους πραγματικούς ενόχους δημιουργώντας, μάλιστα, δυσκολίες και στις έρευνες. Η αλήθεια είναι πως μετά από 30 χρόνια αρκετά ερωτήματα έχουν μείνει αναπάντητα, αφήνοντας ουσιαστικά ανοιχτή την υπόθεση.

Οι «75 μέρες» (75 dias) του Μαρκ Ρομέρο είναι ένα συναρπαστικό αστυνομικό θρίλερ, βασισμένο σε μια πραγματική ιστορία η οποία συντάραξε ένα ολόκληρο έθνος. Ο σκηνοθέτης ακολουθώντας βήμα-βήμα την έρευνα, χτίζει ένα αγωνιώδες και μυστηριώδες φιλμ δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα κενά της αστυνομικής έρευνας, στις περίεργες ιατροδικαστικές εκθέσεις, στα αμφιλεγόμενα στοιχεία. Μπαίνει ξεκάθαρα στη θέση των γονέων των κοριτσιών και προσπαθεί να διερευνήσει τις αμφιβολίες τους. Βέβαια, δεν καταφέρνει να φωτίσει περισσότερο τα γεγονότα και να δώσει απαντήσεις αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός του. Ο Ρομέρο ήθελε να δείξει τις σκοτεινές διαδρομές της δικαστικής εξουσίας και πως αυτή επηρεάζεται και καθοδηγείται από ένα καλά κρυμμένο πλέγμα πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων. Ήθελε επίσης να μιλήσει για τον ρόλο των ΜΜΕ και πώς αυτά κατασκευάζουν ενόχους κι αθώους, πώς η εκμετάλλευση του ανθρωπίνου δράματος γίνεται υψηλό νούμερο τηλεθέασης και πώς μπροστά σε αυτούς τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς η απονομή της δικαιοσύνης περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Ο σκηνοθέτης δίνει ιδιαίτερη σημασία στα γεγονότα κρατώντας μια ντοκιμαντερίστικη διάθεση. Αποφεύγει την απεικόνιση της βίας και το μελοδραματικό στοιχείο, αναδεικνύοντας κυρίως την έρευνα, τα κενά της και τα αναπάντητα ερωτήματα που άφησε.

 

Στο μυαλό του Βίλχελμ Ράιχ

 

Ο Βίλχελμ Ράιχ (1897-1957), ψυχαναλυτής και κομμουνιστής, μαθητής του Φρόιντ, υπήρξε ένα ανήσυχο πνεύμα που οι έρευνές του τον οδήγησαν σε ρήξη με την κρατούσα αντίληψη περί ψυχανάλυσης. Το 1933, βλέποντας την άνοδο του Χίτλερ έφυγε από τη Γερμανία και με ενδιάμεσο σταθμό τις Σκανδιναβικές χώρες, μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου έζησε από το 1940 ως τον θάνατό του. Οι αμφιλεγόμενες απόψεις του και ιδίως η περίφημη «οργονοθεραπεία» του, τον έφερε σε ρήξη με το αμερικανικό επιστημονικό κατεστημένο, με αποτέλεσμα να φυλακιστεί τον Μάρτιο του 1957 και μερικούς μήνες μετά να πεθάνει μέσα στη φυλακή.

Χωρίς να είμαι σε θέση να κρίνω τις επιστημονικές του απόψεις για τις οποίες καταδικάστηκε, τάσσομαι ανεπιφύλακτα με πολιτικές και κοινωνικές του απόψεις όπως αυτές διατυπώνονται σε βιβλία όπως: «Άκου ανθρωπάκο», «Η δολοφονία του Χριστού», «Η μαζική ψυχολογία του φασισμού», «Σεξουαλική επανάσταση» κ.ά., βιβλία τα οποία κάηκαν μετά από απόφαση των «δημοκρατικών» αμερικανικών αρχών το 1956 και το 1960.

Η ταινία «Τα μυστήρια του οργανισμού» (WR - Mysteries of the organism), που σκηνοθέτησε το 1971 ο Ντούσαν Μακαβέγιεφ, είναι μια κινηματογραφημένη μεταφορά του έργου του Ράιχ. Με έμφαση στις θεωρίες του περί της σεξουαλικής λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και τη σύνδεσή του με την κοινωνία, ο γιουγκοσλάβος σκηνοθέτης φτιάχνει ένα ειρωνικό, αιχμηρό και τολμηρό φιλμ βάζοντας στο στόχαστρο της κριτικής του τον φασισμό, την αστική δημοκρατία και τον σταλινισμό. Ένα ντοκιμενταρίστικο μέρος παραθέτει απόψεις του Βίλχελμ Ράιχ σχετικές με τις επιστημονικές έρευνες για την ψυχανάλυση και την οργονοθεραπεία και ένα άλλο, μυθοπλαστικό, στο οποίο αναφέρεται σε δύο νεαρές Γιουγκοσλάβες και στη συνάντησή τους με έναν όμορφο ρώσο παγοδρόμο που επισκέφθηκε τη χώρα τους.

Στην ταινία υπάρχουν διάφορα τσιτάτα όπως «Καρκίνος και φασισμός συνδέονται στενά», «Ο φασισμός είναι η φρενίτιδα του σεξουαλικού ακρωτηριασμού» ή «Ο κομμουνισμός χωρίς ελεύθερο έρωτα είναι σαν ξύπνημα σε νεκροταφείο».

Ένα σουρεαλιστικό μανιφέστο για την σεξουαλική απελευθέρωση και την ελευθερία, μια καταδίκη του αυταρχισμού, ένα πειραματικό αντισυμβατικό ντοκιμαντέρ, μια ταινία ελευθεριακή, έξυπνη και ενοχλητική για φασίστες, δογματικούς και ορθόδοξους κάθε είδους.

 

Η τιμή και το χρήμα

 

«Η περιφρόνηση»

 

Δεν έχει σχέση με τη νουβέλα του Θεοτοκά η ταινία, αλλά αυτός ο τίτλος μου ήρθε, όταν άκουσα τη φράση «Θα δεχτείς. Έχεις ανάγκη από χρήμα­τα. Μου είπαν ότι η γυναίκα σου είναι πάρα πολύ όμορφη», που λέει ο παραγωγός Τζέρεμι Πρόκος στον σεναριογράφο Πολ Ζαβάλ, όταν ο τελευταίος προβληματίζεται αν θα αναλάβει τη δουλειά που του έχει προτείνει.

Ο Ζαν Λικ Γκοντάρ γύρισε το 1963 την ταινία «Η περιφρόνηση» (Le mepris). Ο αμερικανός παραγωγός χρηματοδοτεί μια μεταφορά της Οδύσσειας στον κινηματογράφο και έχει προσλάβει τον διάσημο σκηνοθέτη Φριτζ Λανγκ, που υποδύεται τον εαυτό του. Θεωρώντας όμως πως το σενάριο χρειάζεται διορθώσεις προτείνει στον Πολ, να αναλάβει τη δουλειά κι ο Πολ τον επισκέπτεται στην Τσινετσιτά μαζί με την όμορφη σύζυγό του Καμίλ. Από τότε αρχίζει να ξετυλίγεται η σύγκρουση μεταξύ τέχνης και εμπορικού κέρδους καθώς και η αποξένωση του ζευγαριού.

Πρώτα απ’ όλα να πούμε πως έχουμε μια ταινία με συνεχείς κινηματογραφικές αναφορές. Όμως και το ίδιο το σενάριό της έχει να κάνει με το σινεμά καθώς όλη η υπόθεση εκτυλίσσεται στο περιθώριο των γυρισμάτων μιας ταινίας. Εκεί, λοιπόν βλέπουμε τις αντιθέσεις του παραγωγού με τον σκηνοθέτη, που σαφώς παραπέμπουν στη διαμάχη κεφαλαίου και τέχνης, μια διαμάχη που βρίσκεται στην ίδια τη φύση του κινηματογράφου. Χαρακτηριστική είναι η φράση που λέει ο Πρόκος όταν γίνεται μια τέτοια συζήτηση: «Όταν ακούω κουλτούρα βγάζω το μπλοκ των επιταγών», παραφράζοντας τα λόγια του Γκέμπελς ο οποίος μιλούσε για πιστόλι αντί για μπλοκ επιταγών! Ο παραγωγός, λοιπόν, εκφράζει τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ ενώ ο σκηνοθέτης Φριτζ Λανγκ, τον άνθρωπο της τέχνης ο οποίος πασχίζει να γυρίζει μια ταινία θέλοντας να κρατήσει το καλλιτεχνικό του όραμα. Και ο Ζακ τι αντιπροσωπεύει; Γιατί ο μεγάλος έρωτας που ένιωθε η Καμίλ προς το πρόσωπό του αρχίζει να φθίνει και μετατρέπεται σταδιακά σε περιφρόνηση; Εδώ ο Γκοντάρ με λεπτές σκηνοθετικές πινελιές, αφήνει να φανεί πως ο Ζακ είναι έτοιμος να ξεπουλήσει το οποιοδήποτε καλλιτεχνικό του όραμα για τα χρήματα αλλά και να εκμεταλλευτεί μέχρι και την ομορφιά της γυναίκας του γι’ αυτό. Εκείνη προδομένη και απογοητευμένη πέφτει στην αγκαλιά του πλούσιου Αμερικάνου, όχι επειδή γοητεύτηκε αλλά γιατί, σε αντίθεση με τον άντρα της, αυτός ξέρει τι θέλει!

Βασισμένη σε νουβέλα του Αλμπέρτο Μοράβια, η ταινία του Γκοντάρ, διαφέρει από άλλες του ταινίες, είναι πιο ακαδημαϊκή, όσο βέβαια, μπορεί ένας Γκοντάρ να περιοριστεί σε αυτήν τη σύμβαση.

Είναι μια ταινία που διερευνά τις ανθρώπινες σχέσεις μέσα από τις ιδιαίτερες ιδιοσυγκρασίες των ηρώων της, αναδεικνύοντας την τραγικότητα που μπορούν να πάρουν καμιά φορά οι επιλογές μας.

Εξαιρετικές ερμηνείες από τη Μπριζίτ Μπαρντό, τον Μισέλ Πικολί, τον Τζακ Πάλανς και επιβλητική η παρουσία του Φριτζ Λανγκ.

 

Επίσης προβάλλονται

 

«Στην τύχη ο Μπαλτασάρ» (Au hazard Balthasar) του Ρομπέρ Μπρεσόν: Ταινία του 1966, που θεωρείται ως η σημαντικότερη ταινία του Μπρεσόν. Είναι εμπνευσμένη από ένα απόσπασμα του Ηλίθιου του Ντοστογιέφσκι. Αφηγείται τα βάσανα της Μαρί που ζει σε ένα χωριό στα Πυρηναία με τον γαϊδαράκο Μπαλτασάρ.

«Η καλόγρια ΙΙ» (The nun II) του Μάικλ Τσάβες: Ένας ιερέας δολοφονείται, και το κακό εξαπολύεται σε ένα καθολικό οικοτροφείο.

«Εύκολος στόχος» (La syndicaliste) του Ζαν-Πολ Σαλομέ: Η ιστορία της Μορίν Κίρνεϊ, εκπροσώπου του συνδικάτου CFDT στην πολυεθνική Areva, που το 2012 αποκάλυψε ένα κρατικό μυστικό που συγκλόνισε την πυρηνική βιομηχανία της Γαλλίας.

«The first slam dunk» του Τακέχικο Ινούε: Ταινία κινουμένων σχεδίων βασισμένη σε σειρά μάνγκα.

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet