Ο Κώστας Ελευθερίου, συντονιστής κύκλου πολιτικής ανάλυσης ινστιτούτου ΕΝΑ, θέτει τα ερωτήματα της επομένης από την εκλογή της/του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως επισημαίνει «το οργανωτικό «anything goes» που χαρακτηρίζει τον κομματικό οργανισμό ΣΥΡΙΖΑ επιτάσσει επείγοντα καθήκοντα για την επόμενη μέρα». Προαπαιτούμενο της ανασυγκρότησης είναι ένας ειλικρινής και διαρκής απολογισμός, μια διαδικασία που έχει αποφύγει συστηματικά, ως αποδείχθηκε.

 

 

 

 

Την ερχόμενη Κυριακή (κατόπιν αναβολής) πραγματοποιείται ο πρώτος γύρος εκλογής προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, μια διαδικασία που άνοιξε αμέσως μετά τις εκλογές και την παραίτηση Αλ. Τσίπρα. Πώς την αποτιμάς;

Θα έλεγα ότι επρόκειτο για μια διαδικασία χαμηλών τόνων που αντιμετωπίστηκε με περιορισμένο ενδιαφέρον από την κοινή γνώμη, εωσότου εντάχθηκε σε αυτήν, βέβαια, ως υποψήφιος ο Στ. Κασσελάκης. Εκ των πραγμάτων, η ανοικτή εκλογή νέας ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε κατόπιν της διπλής και τραυματικής εκλογικής ήττας και της συνακόλουθης παραίτησης Τσίπρα, χωρίς όμως να καταφέρνει, κατά την άποψή μου, να διαμορφώνει μια σαφή και πειστική προοπτική για το αναγκαίο δια ταύτα της επόμενης μέρας: το τι θα γίνει με την ανασυγκρότηση του κόμματος και με βάση ποιο ιδεολογικό στίγμα θα λάβει αυτή χώρα. Ως έναν βαθμό, αυτό είναι κάτι που επιχειρήθηκε πιο συστηματικά τις τελευταίες δέκα ημέρες, αλλά και πάλι δε θεωρώ ότι διαμορφώθηκε ένα πλαίσιο διαλόγου που θα προσέγγιζε σε ένα επιβεβλημένο βάθος τα ερωτήματα τα οποία καλείται να απαντήσει ο ΣΥΡΙΖΑ το επόμενο διάστημα. Θα έλεγα, επομένως, ότι μετά τη διαδικασία της ανοιχτής εκλογής ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερα προβλήματα από όσα ενδεχομένως θα αναμενόταν να λυθούν με την ανάδειξη νέας ηγεσίας.

 

Στις περισσότερες συζητήσεις που έχουμε κάνει στην «Εποχή» επέμενες στην ανάγκη ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει απολογισμό των πεπραγμένων του. Η εκλογή νέας ηγεσίας αποπροσανατολίζει από αυτή την ανάγκη ή δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκές για να ανοίξει ο διάλογος αυτός;

Για να είμαι ειλικρινής δεν είμαι προς το παρόν αισιόδοξος για το εάν θα προχωρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε ουσιαστική αυτοκριτική, δηλαδή σε αξιολόγηση των πεπραγμένων, των παραλείψεων και των αδυναμιών του. Κρίνοντας από τη διαχείριση του απολογισμού του 2019, πολύ φοβάμαι ότι πιθανόν θα επικρατήσουν ξανά κυρίως εξωραϊστικές λογικές και κάποιες «αυτομαστιγωτικές» που αμφότερες όμως καταλήγουν αδιέξοδες. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διδαχθεί από το εκλογικό αποτέλεσμα του 2023, το οποίο δεν θα πρέπει να κατανοείται σαν μια φυσική καταστροφή ή ένα τυχαίο γεγονός, καθώς συνδέεται άμεσα με το πως πολιτεύθηκε ως αντιπολίτευση αλλά και με το πως η κοινωνία κατανοεί εκ των υστερών την κυβερνητική εμπειρία του 2015-2019.

 

Ωστόσο, στην πορεία των εσωκομματικών εκλογών αναδείχθηκαν αυτά τα ζητήματα από τους περισσότερους υποψήφιους, οι οποίοι αναζήτησαν τα αίτια της ήττας. Μπορεί να αποτελέσει την έναρξη μιας απαραίτητης αυτοκριτικής;

Η αυτοκριτική στα αριστερά κόμματα είναι κορυφαία δημοκρατική διαδικασία που δείχνει τη συλλογική βούληση ενός πολιτικού υποκειμένου να διερευνήσει και να αναγνωρίσει τα λάθη του, να τα συζητήσει με τη βάση του και να σχεδιάσει την ανασυγκρότησή του. Και πρόκειται για παιδευτική διαδικασία η οποία, ιδίως σε μια εποχή χαμηλής εμπιστοσύνης στην πολιτική, υποδεικνύει μια διαφορετικού τύπου σχέση κομμάτων και κοινωνίας. Άρα ο απολογισμός στον ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκαίος και πρέπει να είναι διαρκής. Αυτό, σε ένα πολύ πρωτόλειο επίπεδο, το επιχείρησαν όλοι οι υποψήφιοι, πρέπει όμως να έχει και συνέχεια. Και επαναλαμβάνω, δεδομένης της ως τώρα πορείας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είμαι πολύ αισιόδοξος ότι θα συμβεί.

 

Η υποψήφια και οι υποψήφιοι πρόεδροι, με τις τοποθετήσεις τους, έδειξαν και ποια θεωρούν ότι πρέπει να είναι η οργανωτική δομή του κόμματος. Αυτή η συζήτηση –και εν τέλει η επιλογή προέδρου με βάση αυτή την πλατφόρμα– έχει κάποιο ειδικό βάρος για τον ΣΥΡΙΖΑ της επόμενης μέρας;

Οι –ακόμα ασχηματοποίητες– οργανωτικές προτάσεις των υποψηφίων δεν είναι προϊόντα της τωρινής συγκυρίας, αλλά αντίθετα αναφέρονται σε συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο συνέδριο του 2022. Οι προτάσεις Κασσελάκη και Παππά αναφέρονται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην αντίληψη της πλειοψηφίας του συνεδρίου, αλλά και του Αλ. Τσίπρα, υπέρ αδιαμεσολάβητων σχέσεων ηγεσίας και κομματικής βάσης. Η λογική Τσακαλώτου είναι μια πιο επεξεργασμένη εκδοχή της λογικής της «Ομπρέλας» στο συνέδριο, αν και τότε δεν είχε τεθεί με τους πιο σαφείς όρους που τίθεται σήμερα. Τέλος η πρόταση Αχτσιόγλου σχετικά με ένα «κόμμα δομών και μελών» προσπαθεί να συμβιβάσει απόψεις των δύο παραπάνω πόλων – παρόλο που η ομάδα των «6+6» στο συνέδριο υποστήριξε την άποψη Τσίπρα γύρω από το οργανωτικό ζήτημα. Βέβαια, η βασική παρακαταθήκη εκείνης της συνεδριακής διαδικασίας ήταν η κατοχύρωση ενός θεσμοποιημένου αρχηγισμού με τη θέσπιση της αμφιλεγόμενης ανοιχτής εκλογής ηγεσίας.

 Στη συνάφεια αυτή, το οργανωτικό «anything goes» που χαρακτηρίζει τον κομματικό οργανισμό ΣΥΡΙΖΑ επιτάσσει επείγοντα καθήκοντα για την επόμενη μέρα: Πώς αναζωογονείται η παρουσία του κόμματος στην κοινωνική εκπροσώπηση και τα κοινωνικά κινήματα; Πώς ενσωματώνονται και πολιτικοποιούνται στην κομματική οργάνωση τα παλαιά και νέα μέλη; Πώς σχηματοποιείται και νομιμοποιείται ένα πλαίσιο εσωκομματικής δημοκρατίας, στο οποίο θα διασφαλίζεται η λογοδοσία της κομματικής ελίτ, αλλά και ταυτόχρονα θα αξιοποιείται η συλλογική γνώση που παράγεται εντός και εκτός κόμματος; Πώς θα κατοχυρώνεται ένα σύστημα που θα αποδίδει αποφασιστικές αρμοδιότητες στα περιφερειακά (νομαρχιακά και τοπικά) επίπεδα της οργάνωσης του κόμματος; Και τέλος πώς θα καθίσταται ο επιθυμητός εσωκομματικός πλουραλισμός στοιχείο ενδυνάμωσης της εσωκομματικής δημοκρατίας; Προϋπόθεση όλων αυτών είναι η υπεράσπιση της εσωτερικής ενότητας του κόμματος και η συλλογική δέσμευση ότι θα υπηρετηθεί η αναγκαιότητα της οργανωτικής ανασυγκρότησης. Αν διασαλευθεί η ενότητα του κόμματος, πιθανότατα μπορεί να βιώσουμε την εξάντληση του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως αυτό τουλάχιστον συγκροτήθηκε από το 2012 κι έπειτα. Υπό αυτή την έννοια, η ολοκλήρωση της ανοικτής εκλογής, αν δεν διαφυλαχθεί η ενότητα και δεν επιτευχθεί η συλλογική δέσμευση, θα είναι η αρχή του τέλους. Οποιαδήποτε ή οποιοσδήποτε βρεθεί στην ηγεσία του κόμματος θα έχει να αντιμετωπίσει μια πρόκληση υπαρξιακού χαρακτήρα για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Και η ανασυγκρότηση θα προχωρήσει, όπως προαναφέραμε, μόνο μέσα από έναν ειλικρινή και διαρκή απολογισμό. Και πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιηθεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε την τελευταία δεκαετία μια τεράστια ευκαιρία να εδραιωθεί ως ένα μαζικό και λαϊκό κόμμα της Αριστεράς με οργανωμένη γείωση στην κοινωνία, μια συνθήκη που ακόμα και σε φάση εκλογικής υποχώρησης θα τού επέτρεπε να διατηρήσει τις δυνάμεις του και κυρίως να θεσμοποιήσει πολιτικοοργανωτικά την εκλογική του επιρροή.

 

Έχει σημασία, νομίζω, επιγραμματικά να μας το αναπτύξεις αυτό. 

Προφανώς, αυτό που έλαβε χώρα το 2012-2015 ξεπερνούσε τις οργανωτικές δυνατότητες του ΣΥΡΙΖΑ της ήσσονος αντιπολίτευσης. Από πολλές πλευρές πρόκειται για ένα πρωτότυπο φαινόμενο, καθώς συνήθως η οργανωτική επέκταση συμβαδίζει με την εκλογική διεύρυνση, με το ένα να επηρεάζει το άλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ σε πυκνό χρόνο και όντας φορέας μιας χαλαρής οργανωτικής παράδοσης βρέθηκε στην εξουσία με περιορισμένη οργανωτική επιρροή, η οποία δεν αντιστοιχούσε προς το ποιοτικό και ποσοτικό εύρος της διευρυμένης εκλογικής του επιρροής. Με άλλα λόγια, επικράτησε μια λογική πεφωτισμένης πρωτοπορίας, όπου σχηματικά το 3% καθοδηγούσε το 27% ή το 32% - κάτι ίσως εύλογο στα πρώτα στάδια, προβληματικό όμως για τη συνέχεια. Έτσι, το 2013 χάθηκε η πρώτη ευκαιρία να συγκροτηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως μαζικό λαϊκό κόμμα, επειδή δεν υπήρχε η βούληση και η κατάλληλη οργανωτική κουλτούρα, γιατί υπερίσχυσαν οι ανταγωνισμοί των τάσεων, κ.ο.κ. Μετά τον Σεπτέμβρη του 2015 χάθηκε μια δεύτερη ευκαιρία, καθώς το οργανωμένο κόμμα περιέπεσε σε έναν ρόλο χειροκροτητή της ηγεσίας και της κομματικής ελίτ ή και παθητικού υποδοχέα αποφάσεων «από τα πάνω» ακόμη και όταν διαφωνούσε με ορισμένες από αυτές, με αποτέλεσμα να απισχνανθεί η πολιτική και οργανωτική του ικανότητα σε πολλά επίπεδα με ορατά αποτελέσματα στις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019. Μετά το καλοκαίρι του 2019 η «διεύρυνση» κατανοήθηκε κυρίως με ποσοτικούς όρους και δεν υπήρξε συζήτηση πώς θα ενταχθεί μια πολλαπλότητα ανθρώπων στο εσωτερικό του κόμματος και πώς θα πολιτικοποιηθεί σε μια αριστερή λογική. Το κόμμα μπήκε σε μία κατάσταση απόλυτης στασιμότητας, ενώ η παρέμβασή του σε επιμελητήρια, συλλόγους, σωματεία, κλπ. τέθηκε σε δεύτερη μοίρα και προσεγγίστηκε άλλοτε με έναν συγκυριακό και άλλοτε με έναν σεχταριστικό τρόπο. Έφτασε έτσι το κόμμα στη σημερινή θλιβερή κατάσταση του να μην έχει συγκροτημένες αυτοδιοικητικές παρατάξεις παραμονές εκλογών με τις διχασμένες οργανώσεις μελών να αναζητούν λύσεις αμφίβολης επάρκειας την τελευταία στιγμή. Φαίνεται πως όλος ο κομματικός μηχανισμός (υπο)λειτουργούσε υπό την αίρεση των αποφάσεων και των κατευθύνσεων της ηγεσίας, κάτι για το οποίο ωστόσο δεν φταίει αποκλειστικά η παρελθούσα ηγεσία. Και αυτό οδήγησε, άλλωστε, μεταξύ άλλων και στο αποτέλεσμα των εκλογών του 2023.

 

Αυτά όλα πλέον έχουν τεθεί με τέτοιο τρόπο που είναι δύσκολα να ξαναγνοηθούν τόσο βάναυσα.

Αν αγνοηθούν και πάλι ή τεθούν εκτός απολογισμού, τότε θα έχουμε τους τίτλους του τέλους. Τα διλήμματα που σχηματίζονται θα είναι αδήριτα: Το κόμμα θα συνεχίσει να εκλέγει ηγεσία και κεντρική επιτροπή με ανοιχτή διαδικασία ή από το συνέδριο; Θα στρατολογεί μέλη που θα τα πολιτικοποιεί και θα τα εντάσσει στην εσωκομματική ζωή ή θα είναι μίας χρήσεως για τις ανοικτές διαδικασίες χωρίς δικαίωμα ελέγχου και λογοδοσίας της κομματικής ελίτ επί της ουσίας; Τα τμήματα θα λειτουργούν ως τμήματα της κεντρικής επιτροπής και κατ’ επέκταση θα είναι πυρήνες παραγωγής γνώσης που θα τροφοδοτούν την προγραμματική σκευή του κόμματος ή θα είναι προσωπικά «φέουδα» στελεχών του κόμματος; Η νομαρχιακή επιτροπή θα είναι όργανο με αποφασιστική αρμοδιότητα στην περιοχή του ή θα περιμένει τι θα της πει ο εκάστοτε τομεάρχης της κομματικής γραφειοκρατίας ή της κοινοβουλευτικής ομάδας; Ο/η γραμματέας του κόμματος θα λειτουργεί ως γραμματέας του ή της προέδρου ή θα λειτουργεί ως πολιτικό όργανο μέσα στο κόμμα, που θα συντονίζει την ανασυγκρότηση; Οι «τάσεις» θα λογίζονται ως πολιτικοϊδεολογικά ρεύματα που θα εμπλουτίζουν την κομματική ζωή και συζήτηση ή ως μηχανισμοί κατανομής πενιχρών πλέον πόρων και θέσεων στην κομματική γραφειοκρατία; Είναι σαφές ότι πλέον αναδύονται ερωτήματα τα οποία αναδεικνύουν την ανάγκη να καλλιεργηθεί μια άλλη νοοτροπία. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας οργανισμός που χρειάζεται άμεσες παρεμβάσεις, αλλά ενταγμένες σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική. Η νέα ή ο νέος πρόεδρος που θα επιλεγεί πιθανόν να δώσει μια προοπτική και ίσως εμπνεύσει κάποιον κόσμο για να ενεργοποιηθεί· εντούτοις όλα αυτά τα ερωτήματα όπως και άλλα θα παραμείνουν ανοιχτά και πρέπει αμέσως να αρχίσουν να απαντώνται. Δεν αναμένεται να υπάρξει «μήνας του μέλιτος» για την νέα ηγεσία. Και ούτε θα έπρεπε η ίδια να τον επιδιώξει. Η ανασυγκρότηση θα είναι μια μακροχρόνια διαδικασία που επιβάλλει την κινητοποίηση πολύπλευρων δυνάμεων σε συλλογικό επίπεδο. Δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα ηγετικό πρόσωπο και την ομάδα του. Χρειάζεται ευρύτερη απεύθυνση.

 

Ο τρόπος που προέκυψε η υποψηφιότητα Κασσελάκη υποδεικνύει και ορισμένες απαραίτητες καταστατικές αναθεωρήσεις;

Ο Στ. Κασσελάκης έχει προσδιοριστεί από πολλές πλευρές ως δυνητικός πρόξενος της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, η όψιμη αναγνώριση από σχολιαστές και κομματικούς παράγοντες του κινδύνου της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, παραγνωρίζει το γεγονός ότι αυτή, όπως την εννοούν τώρα τουλάχιστον, έχει ξεκινήσει από πολύ νωρίτερα και η πλειονότητα των στελεχών του κόμματος είτε συνηγόρησε προς αυτήν είτε την ανέχθηκε ως μια μη αναστρέψιμη εξέλιξη. Υπ’ αυτήν την έννοια, η υποψηφιότητα Κασσελάκη με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που αυτή εμφανίζει δεν συνιστά το αίτιο μιας πιθανής μετάλλαξης, αλλά αντίθετα το σύμπτωμα μιας προϊούσας διαδικασίας. Το ότι κατέστη εφικτή και ενδεχόμενα επιλέξιμη για ένα μέρος της κομματικής βάσης μια τέτοια υποψηφιότητα, που σαφέστατα κινείται εκτός της παράδοσης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και της ελληνικής Αριστεράς, είναι απόρροια των οργανωτικών παθογενειών που προαναφέραμε. Και είναι σαφές, επίσης, ότι η εν λόγω υποψηφιότητα επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε πολλά από τα υπαρκτά διλήμματα και τις αντικειμενικές ανεπάρκειες του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που την νομιμοποιεί, όπως φαίνεται, σε αρκετές κομματικές δυνάμεις.

 

Ιωάννα Δρόσου, Παύλος Κλαυδιανός Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet