Είναι, ασφαλώς, παράδοξο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία καλείται να εκλέξει πρόεδρο, δηλαδή καθοριστικό μέρος της ηγεσίας του, υπό αντίξοες, πολύ δύσκολες συνθήκες (αν όχι κρίσης) που δημιούργησε ο ίδιος. Πρώτον, το περιβάλλον της ήττας. Δεν ήταν προδιαγεγραμμένη, ή να είναι, τουλάχιστον, τόσο μεγάλη, αλλά συνδέεται, εκτός πολλών άλλων, με το είδος της αντιπολίτευσης που επιλέχθηκε από την ηγετική πλειοψηφία. Δεύτερον, οι θεσμικοί όροι λειτουργίας που έχουν ψηφισθεί στο τελευταίο του Συνέδριο χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πορίσματα της πολιτικής επιστήμης, η εμπειρία από τη λειτουργία των κομμάτων –όχι μόνο της Αριστεράς– και με απούσα τη σοφία της πρόβλεψης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, καλείται να εκλέξει πρόεδρο πριν το συνέδριό του, δηλαδή ανορθόδοξα αν και υποχρεωτικά, με κανόνες που ενώ φαινομενικά μοιάζει να δίνουν αυξημένο ρόλο στην κοινωνία και στα μέλη, εντέλει θεσμοθετούν αδυναμία ορθής επιλογής και ανισοτιμία μεταξύ των υποψηφίων.

 

Δύσκολα ερωτήματα

 

Βαδίζοντας προς την κάλπη καθεμιά και καθένας κάνει και έναν, σιωπηρό ή όχι, απολογισμό της διαδρομής μας. Δεν μπορεί να μην θέτει το ερώτημα πώς φθάσαμε έως εδώ, όταν σήμερα τίθενται για το κόμμα υπαρξιακού χαρακτήρα ζητήματα. Όσο και αν αυτή η συζήτηση αναβάλλεται για το Συνέδριο, γίνεται ωστόσο στις συντροφιές των αριστερών και όχι μόνο. Δύσκολα ερωτήματα τέθηκαν και στους υποψήφιους κατά τη διάρκεια της καμπάνιας. Και είναι πολλά. Ήταν προδιαγεγραμμένο να υπάρξει τόσο βαριά ήττα; Γιατί ψηφίστηκε ένα τόσο αρχηγοκεντρικό καταστατικό λειτουργίας του κόμματος, που η εφαρμογή του τώρα απειλεί ακόμα και την ενότητά του; Πώς μπορεί να κριθεί η ηγεσία, με ιστορικούς όρους, όταν μια τόσο ελπιδοφόρα κατάκτηση της Αριστεράς το 2014 την έχει φέρει σε τόσο μεγάλη διακινδύνευση;

Το πώς θα κάνει την επιλογή του καθεμιά και καθένας είναι εντελώς προσωπικό και δεν θα το κρίνουμε. Υπάρχουν, όμως, ορισμένα θέματα οδηγός. Πρώτον, υπάρχει επείγουσα ανάγκη να υπάρξει πολιτικά το κόμμα, να παρέμβει άμεσα. Ως και αναλυτές της αντίπαλης όχθης εντοπίζουν το κενό, καθώς η κυβέρνηση της ΝΔ αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την ανεπάρκειά της και την αδιέξοδη νεοφιλελεύθερη πολιτική της. Είναι αυτό μια ανάγκη της κοινωνίας πρωτίστως, όχι του κόμματος. Δεύτερον, με οδηγό τις αιτίες που μας οδήγησαν στο αδιέξοδο, παρακολουθούμε ποιες απ’ αυτές εντόπισε ο διάλογος κατά την καμπάνια και πώς τοποθετήθηκε κάθε υποψήφια/ος. Υπάρχει μια αλληλουχία λανθασμένων επιλογών, ερασιτεχνισμών, πειραματισμών, παράκαμψης ακόμα και της επιστημονικής γνώσης. Ταυτόχρονα, το αρχηγικό μοντέλο εμπόδιζε τον διάλογο που, με τη συλλογικότητα, θα διόρθωνε κενά ή λάθη. Τρίτον, πάλι από τον τρόπο λειτουργίας του, βρισκόμαστε σε μια πραγματικότητα που μέσω της δυνατότητας υποψηφιότητας του οποιουδήποτε, που παρέχει το καταστατικό, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ενδεχόμενο αρνητικού μετασχηματισμού του κόμματος. Από τώρα πρέπει να προνοήσουμε ότι επείγει η αλλαγή του στο άμεσο μέλλον με βάση την έως τώρα αρνητική εμπειρία. Μας επιβάλλει ένα μη λειτουργικό κόμμα, μη παρεμβατικό, χωρίς κοινωνική γείωση, μη, εντέλει, δημοκρατικό. Μας επιβάλλει έναν υποψήφιο για πρόεδρο που δεν γνωρίζουμε, που δεν ξέρουμε τις απόψεις του, που μόνο επικοινωνιακά συναντήθηκε μαζί μας. Τέταρτον, όλες και όλοι, πλέον, καταλάβαμε ότι το κόμμα νοσεί, είναι αλειτουργικό, ότι πάσχει από έλλειψη συλλογικής αντίληψης στη λειτουργία του. Κυρίως η ηγεσία του, Κεντρική Επιτροπή και Πολιτική Γραμματεία δεν ήταν ουσιαστικά συλλογικά όργανα. Πέμπτον, έχει τεθεί ένα θέμα ταυτότητας του κόμματος. Οφείλεται σε επιλογές και μη επιλογές της ηγετικής πλειοψηφίας που διαμόρφωσαν ένα θολό τοπίο. Αυτό μας εμπόδισε ως κόμμα να κρατήσουμε την επαφή μας με τα κοινωνικά στρώματα που μας ενδιαφέρουν και να είμαστε ανοικτοί στη νέα ύλη της Αριστεράς που αντιστοιχεί στον 21ο αιώνα, στους νέους. Μείναμε τραγικά πίσω, σε εποχή πολυκρίσεων, παρά τα όσα λέγονταν για ανοικτό κόμμα στην κοινωνία, εκσυγχρονισμό, μετασχηματισμούς και άλλα πολλά.

 

Αλλαγή παραδείγματος

 

Χρειάζεται αλλαγή παραδείγματος και για το κόμμα, για να δανειστούμε μια θέση του Ευκλείδη που χρησιμοποιεί για την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα. Είναι μπροστά μας οι αρνητικές συνέπειες βασικών επιλογών της ηγεσίας και τώρα οφείλουμε να κρίνουμε πώς αυτό θα αντιμετωπιστεί από τις έως τώρα τοποθετήσεις των υποψηφίων. Έχουμε ξαναγράψει ότι ο διάλογος υπήρξε γόνιμος, απ’ όλους τους υποψήφιους υπήρξαν συμβολές. Ξεχωρίζουμε, όμως, με βάση τα επίδικα που μόλις αναφέραμε, τις τοποθετήσεις της Έφης Αχτσιόγλου και του Ευκλείδη Τσακαλώτου και τον άμεσο ή έμμεσο διάλογο που υπήρξε μεταξύ τους, ως προς αυτά, καθώς αλληλοεπηρεάζονταν. Υπάρχει ένα κοινό έδαφος, μια οιονεί προεργασία για τη νέα ηγετική συνθετική πλειοψηφία που απαιτείται και που βέβαια δεν θα αποκλείει τις άλλες απόψεις.

Είναι ακριβώς αυτή η επείγουσα ανάγκη, όπως ήδη σημειώσαμε, καθώς έχουν τεθεί υπαρξιακά ζητήματα για το κόμμα, που μας οδηγεί να την αντιμετωπίσουμε με την ενίσχυση των θέσεων που διατυπώνονται από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο. Να προδιαγραφεί το θετικό μέλλον από καλύτερες θέσεις, να αποτραπούν, να εξουδετερωθούν αρνητικές πιέσεις που ασφαλώς θα ασκηθούν. Ανεξάρτητα από τη θέση που θα καταλάβει στην αυριανή ψηφοφορία, το αποτύπωμα που άφησε στη διάρκεια της καμπάνιας ο Ευκλείδης, άγγιξε την καρδιά και τη σκέψη των αριστερών, απελευθέρωσε καταπιεσμένες απόψεις, επιθυμίες, θέσεις. Θα καταγραφεί και θα λειτουργεί όχι πρόσκαιρα. Είναι και προεργασία και ύλη για το επόμενο κρίσιμο έκτακτο Συνέδριο.

 

Παύλος Κλαυδιανός, Χαράλαμπος Γεωργούλας Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet