Στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ, που αποδείχτηκε μικρή για την ανάγκη του κόσμου να συζητήσει, πραγματοποίησε η Πρωτοβουλία Μελών ΣΥΡΙΖΑ «53+» την πρώτη ανοιχτή συζήτηση μετά τη συμφωνία του Ιουλίου. Στην εκδήλωση με τίτλο «Αριστερός δρόμος στον καιρό της κρίσης», που συντόνισε η Αννέτα Καββαδία, μίλησαν οι Μάκης Σπαθής, Πάνος Λάμπρου και Τασία Χριστοδουλοπούλου. Ακολούθησαν παρεμβάσεις μελών του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και μη μελών του ΣΥΡΙΖΑ θέτοντας τη βάση για συζητήσεις που θα ακολουθήσουν πριν το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ.

* Μετά το ρεπορτάζ ακολουθούν οι ολόκληρες οι εισηγήσεις των Ανν. Καββαδία, Μ. Σπαθή, Π. Λάμπρου, Τ. Χριστοδουλοπούλου, καθώς και οι τοποθετήσεις των Ευκλ. Τσακαλώτου και Χ. Γολέμη.



Την εκδήλωση άνοιξε η Αννέτα Καββαδία, η οποία έθεσε τους άξονες της συζήτησης που ακολούθησε. «Με τη σημερινή εκδήλωση επιδιώκουμε να συμβάλλουμε στην περαιτέρω οικοδόμηση ενός διαλόγου που πρέπει να ενδυναμωθεί μέσα στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ - αλλά και της Αριστεράς εν γένει - για το πώς δρούμε, ποιες προτεραιότητες θέτουμε, ποιες στρατηγικές υιοθετούμε, προκειμένου να ριζοσπαστικοποιηθεί η ελληνική κοινωνία. Δηλώνουμε παρόντες και παρούσες στην  προσπάθεια  να κυβερνηθεί η χώρα με αριστερό πρόσημο, στην αξιοποίηση των όποιων ρωγμών  επιτρέπει ο συσχετισμός δυνάμεων. Δηλώνουμε επίσης την κάθετη άρνησή μας σε κάθε εκδοχή ενσωμάτωσης στη λογική των μνημονίων. Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε ότι μακριά από εύκολες ρητορείες, από καταγγελίες και φωνές περί προδοτών, της μιας ή της άλλης κατεύθυνσης, εμείς επιμένουμε στις καταβολές μας. Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε ότι στις δύσκολες συνθήκες που βιώνουμε ως χώρα, η σύνδεση της Αριστεράς με τα Κινήματα και με τους κοινωνικούς χώρους πρέπει να αποτελεί  βασική μας προτεραιότητα. Παρά τις λοιδορίες και τις επιθέσεις που δεχόμαστε από ανθρώπους που θεωρούν ότι κατέχουν την απόλυτη - εξ αποκαλύψεως - αριστερή αλήθεια, εμείς δηλώνουμε και με τη σημερινή εκδήλωση, πρώτη σε μια σειρά που θα ακολουθήσουν, ότι την αγωνία μας για την αριστερή κοινωνική στροφή δεν την εκχωρούμε ούτε θα επιτρέψουμε εύκολα να παραχαραχθεί από κανέναν. Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε την άρνησή μας σε μια Αριστερά συρρικνωμένη αλλά και την άρνησή μας σε μια κατ’  όνομα Αριστερά, χωρίς σημεία αναφοράς. Και, βεβαίως, με τη σημερινή μας εκδήλωση δηλώνουμε ευθαρσώς ότι σε ένα σύγχρονο αριστερό κόμμα οι τάσεις δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να δαιμονοποιούνται.  Είναι κατάκτηση και πλούτος του εγχειρήματός μας και δεν εκχωρούνται.»

Αυτό που αρμόζει στην αριστερά

Το λόγο πήρε ο Μ. Σπαθής, ο οποίος αναφέρθηκε στις ιδεολογικές καταβολές του εγχειρήματος, την ηγεμονική αριστερά και το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ:
«Στο δυτικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, αρχής γενομένης τη δεκαετία του ’30 με τον Γκράμσι, άρχισε μια θεωρητική και αναλυτική επεξεργασία, στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας για το εάν και κατά πόσο η οκτωβριανή επανάσταση και το μπολσεβίκικο κόμμα αποτελούσαν το μοναδικό μοντέλο ανατροπής της καπιταλιστικής κυριαρχίας και του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η προβληματική αυτή, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εμπλουτίστηκε από σημαντικούς διανοητές, όπως ο Αλτουσέρ, ο Μπαλιμπάρ, ο Πουλαντζάς και άλλοι, και σε συνδυασμό με σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, οδήγησε στην αλλαγή του αρχικού παραδείγματος και στην αναζήτηση ενός άλλου πολιτικού υποκειμένου, στο πλαίσιο πάντα της μαρξιστικής αριστεράς, που θα αναλάμβανε τον καθοριστικό ρόλο για την κοινωνική αλλαγή (…)

 
Για να υπερβούμε, όμως, αυτή την κρίση ηγεμονίας που διακατέχει τις κυρίαρχες τάξεις πρέπει να εμπεδώσουμε μια ανταγωνιστική δική μας ηγεμονία, επιχειρώντας να καταλάβουμε και τη τρία κάστρα του αστισμού: το πολιτικό, το ιδεολογικό και την κρατική μηχανή.


Ο ΣΥΡΙΖΑ ως νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς και παρά το γεγονός ότι συγκροτήθηκε από συντρόφους, μέλη και στελέχη, που έχουν προέλευση και μακρόχρονη διαδρομή σχεδόν από όλα τα ιστορικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα αποτελεί, κατά την άποψή μου, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς, που επιδιώκει να ενσωματώσει την προβληματική που προανέφερα και να αποτελέσει αυτό ένα νέο ιστορικό παράδειγμα κοινωνικού μετασχηματισμού, σε αντίστιξη με τις απόπειρες που έγιναν τον προηγούμενο αιώνα. Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζουν τα ερωτήματα, αρχίζουν οι προβληματισμοί. Το εάν δηλαδή η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ θα κατορθώσει να συγκροτηθεί ως ηγεμόνας (…) Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξελιχθεί σε ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα, που θα επιτελέσει τον ιστορικό του ρόλο ή θα μετασχηματιστεί σε μια αποτυχημένη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ή θα ενσωματωθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα. Και όλα αυτά εξαρτώνται από την υλοποίηση του πολιτικού σχεδίου που ακολουθεί και παραλλήλως με την έκβαση της ταξικής πάλης, όπως αυτή διεξάγεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία (…)
Συνεχίζω να πιστεύω ότι όχι μόνο πριν τις εκλογές, αλλά και μετά τις εκλογές και την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε στην αποσαφήνιση και την εμπέδωση αυτών των χαρακτηριστικών. Όμως, το κυρίαρχο στοιχείο που καθόριζε αυτά τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η διαπραγμάτευση με τους δανειστές. Όλο το βάρος έπεσε εκεί. Παρά την έκβαση της μάχης, την αποτυχία δηλαδή, τις ελλείψεις, τις αδυναμίες, τα λάθη, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, αλλά και διεθνώς, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφηκε ως μια δυναμική, ριζοσπαστική, συγκρουσιακή αριστερά, που απειλούσε το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και που δεν άφηνε στους αντιπάλους την πολυτέλεια να τον υποτιμούν, γι’ αυτό έκαναν το παν για να συντριβεί, γιατί αλλιώς το μικρόβιο αυτής της αριστεράς απειλούσε να μολύνει τις πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες που είχαν εμπεδωθεί στην Ευρώπη (…)
Το πολιτικό σχέδιο διατυπώνεται πια με νέους όρους. Δεν είναι πια να απαλλάξουμε την κοινωνία από το μνημόνιο και τις επιπτώσεις του, αλλά είναι να προσαρμοστούμε σε αυτό (…) Μετά από την υπογραφή και την αποδοχή της μνημονιακής συμφωνίας έχει υποχωρήσει πάρα πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ και στο πεδίο των άλλων δύο μαχών. Στην απόκτηση, δηλαδή, της ιδεολογικής ηγεμονίας και στην τάση για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας και την ένταξή της στην βοήθεια του δικού του πολιτικού σχεδίου (…)
Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Οι χώρες του Νότου –και ιδιαίτερα η ελληνική περίπτωση- είναι στη μέση μιας παρατεταμένης και μακράς φάσης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας. Θεωρητικά οι συστημικές αυτές κρίσεις έχουν και μια θετική πλευρά. Δημιουργούν ευκαιρίες για τη διάδοση και επικράτηση αντιλήψεων κοινωνικής αλλαγής. Για να υπερβούμε, όμως, αυτή την κρίση ηγεμονίας που διακατέχει τις κυρίαρχες τάξεις πρέπει να εμπεδώσουμε μια ανταγωνιστική δική μας ηγεμονία, επιχειρώντας να καταλάβουμε και τη τρία κάστρα του αστισμού: το πολιτικό, το ιδεολογικό και την κρατική μηχανή.»

Εννιά φυσιογνωμικά στοιχεία

Ο Π. Λάμπρου αναφέρθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του μνημονίου, στις αξίες που πρέπει να προφυλάξει και τις μάχες που έχει να δώσει. Όρισε συνοπτικά εννιά «κόκκινες γραμμές» της τάσης, που θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης και διεκδίκησης και στο δεύτερο συνέδριο:.
«Πρώτον, ήμασταν και είμαστε ένα ανοιχτό ιδεολογικό ρεύμα εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Υπερασπιζόμαστε τον πλουραλιστικό, πολυτασικό χαρακτήρα του κόμματός μας, αλλά και την ενότητά του (…)
Δεύτερον, εργαζόμαστε για τη διεξαγωγή του δεύτερου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Φιλοδοξούμε να είναι ένα συνέδριο μάχης μέσα στη μάχη, το κόμμα πρωταγωνιστής και όχι λαγός των εξελίξεων (…)
Τρίτον, μένουμε εδώ, παρά τις δυσκολίες, παρά τη συμφωνία. Το μνημόνιο για εμάς είναι ξένο, εχθρικό, προϊόν όμως εκβιασμού, προϊόν πραξικοπήματος. Μένουμε εδώ γιατί ξέρουμε ποιοι είναι απέναντί μας και γιατί για εμάς ο στρατηγικός μας στόχος παραμένει ίδιος: ο κοινωνικός μετασχηματισμός, ο σοσιαλισμός μ’ ελευθερία και δημοκρατία.
Τέταρτον, επιλέγουμε το δρόμο της συμμετοχής, του αγώνα, για να μπει φραγμός στην κοινωνική λεηλασία, στις πολιτικές λιτότητας μαζί με τους συντρόφους μας της ευρωπαϊκής αριστεράς, των κοινωνικών κινημάτων, των πράσινων εναλλακτικών σχημάτων. Αξιοποιούμε τις όποιες ρωγμές και μετατοπίσεις προς τα αριστερά του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας, χωρίς να έχουμε αυταπάτες για τη μέχρι τώρα γενική του κατεύθυνση.
Πέμπτον, διεκδικούμε έναν διαφορετικό δρόμο σύνεσης, αλλά όχι συναίνεσης στο σχέδιο του πολιτικού αντιπάλου. Σχέδιο ρήξης, σταθερών βημάτων για την ανατροπή, απεγκλωβισμού από τα μνημόνια, μέσα από την εφαρμογή ενός άλλου παράλληλου, ριζοσπαστικού κοινωνικά και ταξικά προγράμματος (…) Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο οικουμενικών κυβερνήσεων ή άλλων ειδικού σκοπού ή διευρύνσεων της κυβερνητικής πλειοψηφίας, με σχήματα που αντικειμενικά θα γείρουν τη ζυγαριά στην απέναντι όχθη και θα τραυματίσουν σοβαρά τη φυσιογνωμία του κόμματός μας, προφανώς και την πολιτική του κόμματός μας.

 
Εμείς θα συνεχίσουμε στο κόμμα και τα κινήματα, με κριτική αλλά και αυτοκριτική διάθεση, χωρίς φανατισμούς, χωρίς βεβαιότητες, με μπόλικα ερωτηματικά, αλλά με την ίδια αυταπάρνηση, το ίδιο ανοιχτό πνεύμα, με το ίδιο πείσμα, με το ίδιο όραμα.


Έκτο, δεν πρόκειται να δεχθούμε ποτέ ότι οι πρόσφυγες είναι πρόβλημα. Πρόβλημα είναι αυτοί που δημιουργούν τις προϋποθέσεις και τους όρους για τον ξεριζωμό, για την αναζήτηση νέων πατρίδων (…) Είμαστε υπέρ των ασφαλών διόδων από στεριά, θάλασσα και αέρα και αυτό δεν είναι μόνο υποχρέωση των άλλων, αλλά και της ίδιας μας της χώρας (…)
Έβδομο, μπροστά μας έχουμε κρίσιμες μάχες μέσα στον πόλεμο τον κοινωνικό (…) Η κυβέρνηση πρέπει να μείνει ανυποχώρητη σε όσα έχει πει: καμία περικοπή στις συντάξεις, στη διασφάλιση του ασφαλιστικού συστήματος, μέσω της αύξησης της εισφοράς και των εργοδοτών. Η σύγκλιση σε αυτό το ζήτημα είναι δεδομένη. Και εμείς δεν πρέπει να κάνουμε ούτε βήμα πίσω. Η κοινωνία πρέπει να μείνει όρθια. Το ίδιο και η κυβέρνηση της αριστεράς (…)
Όγδοο, γνωρίζουμε ότι δίνουμε μια πολύ δύσκολη μάχη, ο αντίπαλος είναι πολύ πιο ισχυρός τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Γιατί δεν έχουμε να παλέψουμε μόνο με ιδέες, με πολιτικές, με ιδεολογία. Έχουμε απέναντί μας τεράστια οικονομικά συμφέροντα, τραπεζικά λόμπι, διαπλεκόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης (…) Χρειάζεται τόλμη, περισσότερη αποφασιστικότητα, τομές, ρήξεις. Δεν υπάρχουν μέσοι όροι, συμβιβασμοί στο γήπεδο του αντιπάλου. Όσο βλέπουν οι απέναντι τους δικούς μας διστακτικούς βηματισμούς, τόσο θα τρέχουν, τόσο θα αποθρασύνονται (…)
Ένατο, είναι αρκετοί αυτοί που αναρωτιούνται ή που ανοιχτά θεωρούν και το λένε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη ενσωματωθεί. Είμαστε οι τελευταίοι που θα ωραιοποιήσουμε τη σημερινή εικόνα, που θα καλύψουμε τα κακώς κείμενα, τα λάθη, τις στροφές. Ωστόσο, αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ενσωματωθεί, αν το όνειρο είχε ήδη τελειώσει, αν είχαμε χάσει τη μάχη οριστικά, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το μένος –η λύσσα θα έλεγα- εναντίον του κόμματός μας και των μελών του. Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι κραυγές, οι προβοκάτσιες, οι στημένες ιστορίες, η ιδεολογική και αξιακή αντιπαράθεση; (…) Πώς μπορεί να δικαιολογηθούν οι επιθέσεις στη Θεανώ Φωτίου, τον Αριστείδη Μπαλτά, τη Σία Αναγνωστοπούλου, τον Θοδωρή Δρίτσα και σε τόσους άλλους αν όχι γιατί βλέπουν μπροστά τους τον ιδεολογικό τους αντίπαλο, αυτούς και αυτές που υπό τις αντίξοες συνθήκες δίνουν τη μάχη για τον φτωχό, τον αδικημένο, τον άνθρωπο που είναι κοινωνικά αποκλεισμένος (…)
Σύντροφοι και συντρόφισσες συνεχίζουμε, ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποχώρησε, έκανε κυριολεκτικά βήματα πίσω. Δεν πρέπει να το κρύψουμε, αλλά η μάχη δεν τελείωσε. Δεν ήρθε η ώρα του τελικού απολογισμού. Εμείς θα συνεχίσουμε στο κόμμα και τα κινήματα, με κριτική αλλά και αυτοκριτική διάθεση, χωρίς φανατισμούς, χωρίς βεβαιότητες, με μπόλικα ερωτηματικά, αλλά με την ίδια αυταπάρνηση, το ίδιο ανοιχτό πνεύμα, με το ίδιο πείσμα, με το ίδιο όραμα.»  

Η «συνταγή» για την υπέρβαση της κατάστασης

Η Τ. Χριστοδουλοπούλου αναφέρθηκε στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και το δύσκολο δρόμο που έχει να διανύσει ώστε να συνεχίσει το δρόμο της, χωρίς να απωλέσει το όραμά της και έχοντας στο πλευρό της τις κοινωνικές δυνάμεις.
«Είμαι και εγώ μία από αυτούς, από αυτές που τον Ιούλιο, όταν υπογράφτηκε το μνημόνιο εκτιμήσαμε ότι ο συσχετισμός ήταν συντριπτικός και ότι αυτό δεν έπρεπε να μας οδηγήσει να εγκαταλείψουμε το εγχείρημα, αλλά να δώσουμε και άλλες ευκαιρίες (…) Ταυτόχρονα, είμαι από αυτούς και από αυτές που πιστεύουν ότι αν υπάρχει πράγματι στον καιρό της κρίσης, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, αριστερός δρόμος, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτές που προνομιακά μπορούν να τον αναζητήσουν (...)
Νομίζω ότι πολύ σύντομα μπορεί να κληθούμε, μέσα από αυτές τις συνεχείς στιγμές που εναλλάσσονται, να ανακληθούν στη μνήμη μας οι στιγμές του Ιουλίου και ίσως αυτό να γίνει με αφορμή το ασφαλιστικό ή κάτι άλλο τόσο κορυφαίο. Το ερώτημα που θα μας τεθεί και πάλι θα είναι: ο συσχετισμός είναι σήμερα καλύτερος από ότι ήταν τον Ιούλιο, για να δώσουμε έστω σήμερα μια κατά μέτωπο αντιπαράθεση, που δεν δώσαμε το καλοκαίρι; Εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα. Αν πραγματικά δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή μια δυνατότητα αριστερής στρατηγικής στην Ελλάδα της κρίσης, στην Ευρώπη της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, τι κάνουμε ως αριστερά; Πόσα νομοσχέδια μπορούμε να ψηφίσουμε; Πόσες υποχωρήσεις μπορούμε να κάνουμε; Πόσες ήττες μπορούμε να δεχτούμε, μέχρι να πούμε ως κυβέρνηση, ως κόμμα, ως κοινωνία “φτάνει πια”; Αυτό είναι ένα κεντρικό ερώτημα, το οποίο τίθεται σε όλους μας από την κορυφή ως τη βάση και την κοινωνία που μας στηρίζει (…)

 
Εμείς συνεχίζουμε ως Πρωτοβουλία Μελών να αδημονούμε, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να περιμένουμε για να διαπιστώσουμε αν πρόκειται για μια ακόμα ψευδαίσθηση ή αν υπάρχει βασιμότητα στην εκτίμησή μας ότι μπορούν να υπάρχουν οι όροι για έναν αριστερό δρόμο στην περίοδο της κρίσης.


Παράλληλα, παρακολουθούμε μια κατάσταση πολιτικής φάρσας, διότι ενώ όλο το πολιτικό σύστημα μας καταγγέλλει ως μνημονιακούς –και από τα αριστερά μας- ότι εγκαταλείψαμε τα προγράμματά μας, τις αξίες μας, κ.λπ., τα ΜΜΕ είναι συνασπισμένα για να μας εκθέσουν. Δεν το κάνουν γιατί θέλουν μια παρηγοριά για την πολιτική που άσκησαν με τα μνημόνια. Αυτό οπωσδήποτε τους ανακουφίζει. Το κάνουν γιατί θέλουν να εκδικηθούν τις κοινωνικές δυνάμεις, που πίστεψαν, που αγωνίστηκαν, που ψήφισαν όχι. Αυτούς θέλουν να τσακίσουν (…) Και επειδή αυτό συνδέεται με την απουσία εναλλακτικής λύσης απέναντι στο μνημόνιο θα πρέπει σε αυτό να είμαστε κάθετοι και να είναι μια από τις κόκκινες γραμμές μας. Δεν πρέπει στέλεχός μας, μέλος μας, κείμενό μας να υπαινίσσεται ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στο μνημόνιο. Είναι πολιτικά ανήθικο να πείσουν την κοινωνία ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος (…)
Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε υπάρχουν πιο πολλά ερωτήματα, λιγότερες απαντήσεις και νομίζω ότι είναι μια εποχή πολύ ενδιαφέρουσα για φιλοσοφικές αναζητήσεις, αλλά πολύ δύσκολη για οντολογικές αναζητήσεις, διότι απαιτούν επιλογές (…)
Και καλείσαι ως αριστερά να απαντήσεις το αμείλικτο ερώτημα. Η δική μας όμως αριστερά καλείται και καμία άλλη αριστερά, διότι εμάς επέλεξε ο κόσμος να κυβερνήσουμε. Τι θα κάνουμε; Θα του πούμε ότι δεν μπορούμε; Ότι θέλουμε την ασφάλεια της αντιπολίτευσης; Ότι θέλουμε να περιμένουμε καλύτερες ώρες; Έναν καλύτερο συσχετισμό; Έναν άλλο κόσμο; Τι θα κάνουμε; Αυτό είναι το αμείλικτο ερώτημα που τέθηκε τον Ιούλιο και τίθεται κάθε μέρα σε όλους μας. Τι απαντάμε απέναντι σε αυτό; (…) Το συνέδριο είναι μια μεγάλη ευκαιρία, πρέπει να την πιάσουμε από τα μαλλιά, να συμμετάσχουμε όλοι με όλες μας τις δυνάμεις σε αυτή την κατεύθυνση, να αναδείξουμε τα σημαντικά ζητήματα (το ζήτημα του χρέους, της ιδεολογικής ηγεμονίας, του παράλληλου προγράμματος και της απαγκίστρωσης από το μνημόνιο) ώστε να έχουμε ένα μπούσουλα για το που πάμε και τι είναι εφικτό τον επόμενο καιρό (…)
Εμείς συνεχίζουμε ως Πρωτοβουλία Μελών να αδημονούμε, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να περιμένουμε για να διαπιστώσουμε αν πρόκειται για μια ακόμα ψευδαίσθηση ή αν υπάρχει βασιμότητα στην εκτίμησή μας ότι μπορούν να υπάρχουν οι όροι για έναν αριστερό δρόμο στην περίοδο της κρίσης τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη ώστε να τον ανοίξουμε περπατώντας όλοι μαζί και γι’ αυτό σας καλούμε και εσάς που είστε μέλη του ΣΥΡΙΖΑ να συμμετάσχετε σε αυτό το διάλογο που θεωρούμε σημαντικό.»

Τα βαθιά νερά

Ακολούθησαν πολλές παρεμβάσεις, που κυρίως έθεταν τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες και αναζητούσαν λύσεις, για να μην χαθεί ο αριστερός δρόμος στον καιρό της κρίσης. Ο Ευκλ. Τσακαλώτος, με την παρέμβασή του, έθεσε ορισμένα καίρια ερωτήματα «Τα βαθιά νερά δεν είναι να συζητήσουμε αν τον Ιούλιο είχαμε άλλη επιλογή. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι η μόνη αποτυχία της διαπραγμάτευσης –και δεν το λέω γιατί ήμουν μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας. Δεν ήταν αποτυχία ότι στο υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης δεν έγινε τίποτα; Δεν είναι πρόβλημα ότι δεν είχαμε σχέδιο για τον τρόπο λειτουργίας των δημόσιων επιχειρήσεων με συμμετοχή των εργαζομένων; Αυτά δεν τα προχωρήσαμε και αποτύχαμε γιατί δεν μπορέσαμε να διαπραγματευτούμε; Αυτά είναι τα σοβαρά ζητήματα. Πώς κάνεις επιμέρους ρήξεις; Αν θέλουμε να κάνουμε συνέδριο αυτά πρέπει να συζητήσουμε.»

*ΑΝΝΕΤΑ ΚΑΒΑΔΙΑ
Αποφασισμένοι να διαφυλάξουμε την αριστερή μας συνείδηση


Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι,
Θέλω να σας καλωσορίσω στη σημερινή εκδήλωση, την πρώτη που διοργανώνουμε ως Πρωτοβουλία Μελών ΣΥΡΙΖΑ «53+» μετά τις εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη, με θέμα την αναζήτηση, την περιγραφή του αριστερού δρόμου σε περίοδο κρίσης και μάλιστα με μια αριστερή δύναμη στο τιμόνι της χώρας. Αν πω ότι μου προξενεί εντύπωση το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, θα έλεγα ψέματα. Κι αυτό γιατί – και με τη δημοσιογραφική μου ιδιότητα – αντιλαμβάνομαι ότι είμαστε ένα θέμα που, άγνωστο γιατί, «πουλάει». Κι εδώ θέλω να υπενθυμίσω κάτι που όλοι το ξέρουμε. Δεν είναι λίγες οι φορές που συγκεκριμένα ΜΜΕ – εκπροσώπους των οποίων βλέπω και σήμερα εδώ – με εντελώς αναληθή προβοκατόρικα δημοσιεύματα πασχίζουν να ανακαλύψουν τον εσωτερικό εχθρό, με πιο πρόσφατη την επίθεση που δέχτηκε ο σύντροφος μας Πάνος Λάμπρου από την εφημερίδα Πρώτο Θέμα. Δυστυχώς, όμως, γι’ αυτούς, το σενάριο δεν τους βγαίνει και το μόνο που καταφέρνουν είναι από τη μια να επιδεικνύουν την παντελή τους άγνοια για τις εσωκομματικές μας λειτουργίες και από την άλλη να δείχνουν το πώς αντιλαμβάνονται την έννοια της δημοσιογραφικής δεοντολογίας. Εμείς, όμως, είμαστε εδώ, ανοιχτοί στο δημόσιο διάλογο, ελπίζοντας πως, αυτή τη φορά, θα τηρηθούν, τουλάχιστον, έστω στοιχειωδώς οι δημοσιογραφικοί κανόνες.
Με τη σημερινή εκδήλωση επιδιώκουμε να συμβάλλουμε στην περαιτέρω οικοδόμηση ενός διαλόγου που πρέπει να ενδυναμωθεί μέσα στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ - αλλά και της Αριστεράς εν γένει - για το πώς δρούμε, ποιες προτεραιότητες θέτουμε, ποιες στρατηγικές υιοθετούμε, προκειμένου να ριζοσπαστικοποιηθεί - προς αριστερή κατεύθυνση - η ελληνική κοινωνία. Έτσι ώστε η «ανορθογραφία» - όπως πολλοί αποκαλούν το ΣΥΡΙΖΑ - μιας αριστερής κυβέρνησης σε μια καπιταλιστική Ευρώπη, να έχει διάρκεια χωρίς να απολέσει τα βασικά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά της.
Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε παρόντες και παρούσες στην προσπάθεια να κυβερνηθεί η χώρα με αριστερό πρόσημο. Δηλώνουμε παρόντες και παρούσες στην αξιοποίηση των όποιων ρωγμών επιτρέπει ο συσχετισμός δυνάμεων. Διατεθειμένοι να τις διευρύνουμε, όσο γίνεται, αλλά και αποφασισμένοι να ανοίγουμε και να διευρύνουμε καινούργιες, με ανυποχώρητο στόχο το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας αλλά και την αναζωογόνηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη της κρίσης.
Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε επίσης την κάθετη άρνησή μας σε κάθε εκδοχή ενσωμάτωσης στη λογική των μνημονίων. Για μας τα μνημόνια είναι μια νεοφιλελεύθερη απαίτηση αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου σε όφελος των λίγων και σε βάρος των πολλών και για αυτό, για όσους/όσες είμαστε εδώ, η υλοποίηση του παράλληλου προγράμματος διακυβέρνησης, που μέρος του άρχισε να συζητιέται σήμερα στη Βουλή, αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.
Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε ότι μακριά από εύκολες ρητορείες, από καταγγελίες και φωνές περί προδοτών, της μιας ή της άλλης κατεύθυνσης, εμείς επιμένουμε στις καταβολές μας, στη πορεία που μερικά χρόνια πριν μετέτρεψε το χώρο Διαλόγου και Κοινής δράσης της Αριστεράς στη μήτρα που γέννησε το ΣΥΡΙΖΑ και οδήγησε την ηττημένη και κατακερματισμένη Αριστερά σε κυβερνώσα δύναμη.
Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε ότι στις δύσκολες συνθήκες που βιώνουμε ως χώρα, η σύνδεση της Αριστεράς με τα κινήματα και με τους κοινωνικούς χώρους πρέπει να αποτελεί βασική μας προτεραιότητα. Παρά τις λοιδορίες και τις επιθέσεις που δεχόμαστε από ανθρώπους που θεωρούν ότι κατέχουν την απόλυτη - εξ αποκαλύψεως - αριστερή αλήθεια, εμείς δηλώνουμε και με τη σημερινή εκδήλωση, πρώτη σε μια σειρά που θα ακολουθήσουν, ότι την αγωνία μας για την αριστερή κοινωνική στροφή δεν την εκχωρούμε ούτε θα επιτρέψουμε εύκολα να παραχαραχτεί από κανέναν.
Με τη σημερινή εκδήλωση δηλώνουμε την άρνησή μας σε μια Αριστερά συρρικνωμένη αλλά και την άρνησή μας σε μια κατ’ όνομα Αριστερά, χωρίς σημεία αναφοράς. Αρνούμαστε μια Αριστερά περιορισμένη σε ένα ρόλο διαμαρτυρίας και δηλώνουμε ταυτόχρονα αποφασισμένοι να διαφυλάξουμε την αριστερή μας συνείδηση όχι μόνο παρά τις πολλές αντιξοότητες, αλλά και εν γνώσει του πόσο αντίξοες είναι οι συνθήκες. Δηλώνουμε δηλαδή την κατάφασή μας σε μια Αριστερά που θέλει να είναι ταυτόχρονα ρομαντική και ρεαλίστρια, κινηματική και αντι- συστημική αλλά και αποφασισμένη να προσφέρει πολιτική διέξοδο και σχέδιο διακυβέρνησης - απάντηση στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική λεηλασία των ζωών μας, με ορίζοντα πάντα το σταδιακό κοινωνικό μετασχηματισμό.
Και, βεβαίως, με τη σημερινή μας εκδήλωση δηλώνουμε ευθαρσώς ότι σε ένα σύγχρονο αριστερό κόμμα οι τάσεις δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να δαιμονοποιούνται. Είναι κατάκτηση και πλούτος του εγχειρήματός μας και δεν εκχωρούνται. Διευκρινίζοντας, ταυτοχρόνως, το πραγματικό περιεχόμενο που οι τάσεις οφείλουν να έχουν: αφενός να είναι ιδεολογικά ρεύματα και όχι μηχανισμοί κατάληψης κομματικών ή άλλων θέσεων, αφετέρου να λειτουργούν δημόσια, όπως δημόσιο και ανοιχτό είναι σήμερα το κάλεσμά μας.

*ΜΑΚΗΣ ΣΠΑΘΗΣ
Αυτό που αρμόζει στην αριστερά


Στο δυτικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα, αρχής γενομένης τη δεκαετία του ’30 με τον Γκράμσι, άρχισε μια θεωρητική και αναλυτική επεξεργασία, στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας για το εάν και κατά πόσο η οκτωβριανή επανάσταση και το μπολσεβίκικο κόμμα αποτελούσαν το μοναδικό μοντέλο ανατροπής της καπιταλιστικής κυριαρχίας και του κοινωνικού μετασχηματισμού. Η προβληματική αυτή, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εμπλουτίστηκε από σημαντικούς διανοητές, όπως ο Αλτουσέρ, ο Μπαλιμπάρ, ο Πουλαντζάς και άλλοι, και σε συνδυασμό με σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το Μάη του ’68, την κυριαρχία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας για κάποιο διάστημα, τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία που τη διαδέχτηκε, την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου, όλη αυτή η προβληματική οδήγησε στην αλλαγή του αρχικού παραδείγματος και στην αναζήτηση ενός άλλου πολιτικού υποκειμένου, στο πλαίσιο πάντα της μαρξιστικής αριστεράς, που θα αναλάμβανε τον καθοριστικό ρόλο για την κοινωνική αλλαγή.
Η προβληματική αυτή, σε καμία περίπτωση δεν ανθίστατο της ανάγκης για τη συγκρότηση ενός ριζοσπαστικού κόμματος, με νέα χαρακτηριστικά, που θα αναλάμβανε τη διαμεσολάβηση κοινωνικών αιτημάτων, τη διεξαγωγή πολιτικών αγώνων και κινηματικών δράσεων με ρήξεις και τομές, σε μια μακρόσυρτη ή επιταχυνόμενη διαδικασία ανάλογη με την εκάστοτε συγκυρία. Ακολουθώντας, για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης, αυτές τις μεθοδολογικές και πολιτικές προσεγγίσεις, ιδιαίτερα του Γκράμσι, πιστεύω πως η συγκρότηση ενός τέτοιου κόμματος θα λειτουργούσε ως συλλογικός ηγεμόνας από κοινού με τις κοινωνικές συμμαχίες, το ιστορικό δηλαδή μπλοκ, που θα εκπροσωπούσε και θα έδινε τη μάχη απέναντι στο αστικό μπλοκ σε τρία επίπεδα: Πρώτον, στην απόκτηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και του σχηματισμού κυβέρνησης της αριστεράς, σαν αυτό που σήμερα βιώνουμε, στο πλαίσιο πάντοτε της αστικής δημοκρατίας. Δεύτερον, και σημαντικό, θα έδινε τη μάχη για την απόκτηση, εκ μέρους της μισθωτής εργασίας, της κοινωνικής και πολιτικής ηγεμονίας, τη μάχη για την ηγεμονία του πολιτικού σχεδίου, τη μάχη για την απόκτηση της ιδεολογικής ηγεμονίας στους θεσμούς, στο ηθικοπολιτικό επίπεδο, στον πολιτισμό, στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Και μια τρίτη προϋπόθεση, στη συγκρότηση ενός τέτοιου κόμματος με αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν η μάχη για το μετασχηματισμό του αρχικού κράτους και την απόσπαση της αστικής κυριαρχίας, που εμπεδώνεται μέσα από τους ιδεολογικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς.

Προς επίλυση προβληματισμοί

Έκανα αυτή τη σύντομη εισαγωγή για να διατυπώσω την εξής άποψη: ο ΣΥΡΙΖΑ ως νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς και παρά το γεγονός ότι συγκροτήθηκε από συντρόφους, μέλη και στελέχη, που έχουν προέλευση και μακρόχρονη διαδρομή σχεδόν από όλα τα ιστορικά ρεύματα του προηγούμενου αιώνα, της κομμουνιστικής αριστεράς, της ρεφορμιστικής, της επαναστατικής, της τριτοδιεθνιστικής, της τεταρτοδιεθνιστικής, της ευρωκομμουνιστικής αριστεράς, της αριστεράς των κινημάτων, αποτελεί, κατά την άποψή μου, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς, που επιδιώκει να ενσωματώσει την προβληματική που προανέφερα και να αποτελέσει ένα νέο ιστορικό παράδειγμα κοινωνικού μετασχηματισμού, σε αντίστιξη με τις απόπειρες που έγιναν τον προηγούμενο αιώνα.
Από το σημείο αυτό και μετά αρχίζουν τα ερωτήματα, αρχίζουν οι προβληματισμοί. Το εάν δηλαδή η αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ θα κατορθώσει να συγκροτηθεί ως ηγεμόνας. Επειδή καμία τάση, κανένα πρόσωπο, καμία θεωρητική ή πολιτική επεξεργασία δεν προηγήθηκε, αλλά ακολουθήθηκε ένας τελείως διαφορετικός δρόμος, όπου αυτά τα χαρακτηριστικά κατακτούνται μέσα σε μια πορεία, μπαίνει το ερώτημα: Μπορεί να προκύψει αυτή η φυσιογνωμία, από το συγκεκριμένο τρόπο, με τον οποίο ξεδιπλώνει ο ΣΥΡΙΖΑ το πολιτικό του σχέδιο; Από τον τρόπο, δηλαδή, και τις μεθόδους που ασκεί την κυβερνητική πολιτική; Από τον τρόπο και τις μεθόδους που απευθύνεται στην κοινωνία; Από το πώς οργανώνει και συμμετέχει στις κοινωνικές αντιστάσεις; Από το πώς συγκροτεί τα όργανα του κόμματος; Από το πώς εμπεδώνει την εσωκομματική δημοκρατία; Από το πώς κατανέμει τους ρόλους στα στελέχη, τα μέλη; Από το πώς εκλέγει και ανακαλεί κάθε σύντροφο, ανάλογα με το πώς υλοποιεί αυτή την πολιτική; Πώς διακινείται το αξιακό φορτίο, το ηθικό δηλαδή πλεονέκτημα της αριστεράς; Και τελικά ποιος και με τι τρόπο αποφασίζει για το πολιτικό σχέδιο και πώς υλοποιείται; Το ερώτημα, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξελιχθεί σε ένα ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα, που θα επιτελέσει τον ιστορικό του ρόλο ή θα μετασχηματιστεί σε μια αποτυχημένη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία ή θα ενσωματωθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα, δηλαδή, παραμένει και είναι επίκαιρο. Και όλ' αυτά εξαρτώνται από την υλοποίηση του πολιτικού σχεδίου που ακολουθεί και παραλλήλως με την έκβαση της ταξικής πάλης, όπως αυτή διεξάγεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία, ενώ δηλαδή έχουμε κατά την άποψή μου αυτό το φαινόμενο. Είναι ιδιαίτερος ο τρόπος με τον οποίο προσπαθεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποσαφηνίσει αυτά του τα χαρακτηριστικά.

Στην πορεία προς την κυβέρνηση

Πιστεύω ότι από την αρχή της συγκρότησής του ως ενιαίο κόμμα και τουλάχιστον έως τις εκλογές του Ιανουαρίου, παρά τις αδυναμίες, τα πισωγυρίσματα, τις αντιφάσεις, παρά το γεγονός ότι αυτή η συγκρότηση ήταν μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο, ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθούσε μια διαδρομή στη λογική των παραπάνω προϋποθέσεων. Επεξεργαζόταν ένα πολιτικό σχέδιο, που στηριζόταν στο κοινωνικό αίτημα που είχε γίνει αποδεκτό από την ελληνική κοινωνία, γιατί είχε πιστέψει ότι υπήρχαν οι υλικές προϋποθέσεις για την υλοποίησή του. Είχε συλλάβει αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν έκανε μεγάλα άλματα, έβαζε ζητήματα, αλλά το κύριο πολιτικό του σχέδιο εξαντλείτο στην κατάργηση των μνημονίων και των επιπτώσεων που όλοι γνωρίζουμε. Έδινε, επίσης, μάχες σε ιδεολογικό επίπεδο. Στήριζε και συμμετείχε στους αγώνες για τα κοινωνικά δικαιώματα, στην υπεράσπιση των μεταναστών, στην αλλαγή του καθεστώτος στις φυλακές, ενάντια στο φασισμό, στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους, και σε κάθε αγώνα που αναπτυσσόταν στην υγεία, την παιδεία κ.λπ. Άρα έδινε μάχη για να αποκτήσει ηγεμονία στο ιδεολογικό επίπεδο. Αναζητούσε, επίσης, επίμονα τον τρόπο κομματικής οργάνωσης, με εσωτερική δημοκρατία και καθοριστικό ρόλο στη χάραξη πολιτικής από τα κομματικά όργανα. Όμως, αυτή η διαδρομή είχε αντιφάσεις. Όσο πλησίαζαν οι εκλογές, το βάρος έγερνε προς τον κοινοβουλευτισμό. Οι επικοινωνιακές λογικές γίνονταν κυρίαρχες και η επένδυση όλων των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στην αξιοποίηση των χαρισματικών στοιχείων του προέδρου ήταν καθοριστικές. Συνεχίζω να πιστεύω ότι όχι μόνο πριν τις εκλογές, αλλά και μετά τις εκλογές και την ανάληψη των κυβερνητικών ευθυνών, ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε στην αποσαφήνιση και την εμπέδωση αυτών των χαρακτηριστικών.

Μετά το δημοψήφισμα και τη συμφωνία

Όμως, το κυρίαρχο στοιχείο που καθόριζε αυτά τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η διαπραγμάτευση με τους δανειστές. Όλο το βάρος έπεσε εκεί. Παρά την έκβαση της μάχης, την αποτυχία δηλαδή, τις ελλείψεις, τις αδυναμίες, τα λάθη, στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, αλλά και διεθνώς, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφηκε ως μια δυναμική, ριζοσπαστική, συγκρουσιακή αριστερά, που απειλούσε το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα και που δεν άφηνε στους αντιπάλους την πολυτέλεια να τον υποτιμούν, γι’ αυτό αντίθετα έκαναν το παν για να συντριβεί, γιατί αλλιώς το μικρόβιο αυτής της αριστεράς απειλούσε να μολύνει τις πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες που είχαν εμπεδωθεί στην Ευρώπη. Αποκορύφωμα αυτής της πολιτικής ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου. Ήταν το αποκορύφωμα της συγκρουσιακής αντιπαράθεσης που ακολούθησε ο ΣΥΡΙΖΑ στην επτάμηνη διαπραγμάτευση. Στο σημείο αυτό συναντήθηκαν δύο πράγματα: ο πόλεμος για την κατάκτηση θέσεων που διεξάγονταν από την πλευρά της αριστεράς και της κυβέρνησης συναντήθηκε με μια λαϊκή κινητοποίηση - εξέγερση, η οποία έχει χαρακτηριστικά πολεμικής κίνησης. Δυστυχώς, όμως, η συνάντηση αυτή δεν έδωσε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Και η υπεροπλία του αντιπάλου οδήγησε την κυβέρνηση σε επώδυνο συμβιβασμό. Κατά την άποψή μου, αυτό αποτελεί σημείο καμπής. Ο ΣΥΡΙΖΑ τροποποιεί το αρχικό πολιτικό του σχέδιο και από εδώ και στο εξής τα ερωτήματα για το εάν πράγματι μέσω αυτής της πορείας θα αποσαφηνίσει και εκείνα τα αριστερά, ριζοσπαστικά, συγκρουσιακά χαρακτηριστικά είναι ζητούμενο.

Απ' την ανατροπή στην προσαρμογή

Το πολιτικό σχέδιο διατυπώνεται πια με νέους όρους. Δεν είναι πια να απαλλάξουμε την κοινωνία από το μνημόνιο και τις επιπτώσεις του, αλλά είναι να προσαρμοστούμε σε αυτό. Θα διαβάσω ένα αποκαλυπτικό και σύντομο απόσπασμα από την τοποθέτηση του συντρόφου προέδρου στην πρόσφατη κεντρική επιτροπή, που συγκεντρώνει το καινούριο πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ: «Και όλες μας οι επιλογές και το στρατηγικό μας σχέδιο καθορίζεται απ' αυτή την πυξίδα. Τι θα ήταν καλύτερο και τι χειρότερο γι’ αυτές τις κοινωνικές τάξεις που εκπροσωπούμε. Θα ήταν άραγε καλύτερη δήθεν ηρωική έφοδος στον ουρανό; Ή μια προσπάθεια βήμα το βήμα, να κερδίζουμε μικρές μάχες για να βγούμε στο ξέφωτο και από εκεί, με καλύτερους όρους, να δημιουργήσουμε τις συνθήκες μιας ευρύτερης αναδιανομής και προστασίας των εργαζόμενων και των μικρών και μεσαίων στρωμάτων; Και η μάχη της αναδιανομής πάει χέρι-χέρι με τη μάχη για την ανάκαμψη, με τη μάχη για την ανάπτυξη με κοινωνικό πρόσημο, με τη μάχη για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας.» Και σε άλλο σημείο διευκρινίζει ποιο, κατά την άποψή του, πρέπει να είναι το πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ λέγοντας: «Έχουμε εξασφαλίσει τις δανειακές μας υποχρεώσεις για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, θα υλοποιήσουμε τις επώδυνες αυτές συμφωνίες. Πάντοτε, όμως, και γίνεται στην πράξη, θα δώσουμε τη μάχη για να λειάνουμε τις αιχμές, για αναζήτηση των ισοδύναμων, μ’ ένα παράλληλο πρόγραμμα. Και αφού βγούμε από αυτή τη στενωπό, το δεύτερο εξάμηνο και μετά τη δεύτερη αξιολόγηση, θα αρχίσει πιθανώς μια ανοδική ανάπτυξη, η οποία θα μας οδηγήσει ξανά στις αγορές».

Αντίφαση και επισφάλειες

Λέω ότι αυτό το πολιτικό σχέδιο κατ’ αρχήν υιοθετεί το σχέδιο του αντιπάλου και πέφτει στο στρατόπεδο του αντιπάλου. Το ίδιο ακριβώς έλεγε και ο Σαμαράς. Δεν αρκούν οι λειάνσεις, δεν αρκούν οι αναφορές στην αναδιανομή και την κοινωνική προστασία. Έχει, όμως, και ένα άλλο πρόβλημα. Αναδεικνύει μια σημαντική αντίφαση. Ο ίδιος ο πρόεδρος, αλλά και σε όλα τους τα κείμενα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν καταλήξει, μαζί με τις αναλύσεις διεθνών οικονομολόγων ότι ο νεοφιλελευθερισμός παγκοσμίως, αλλά και στην Ευρώπη καλά κρατεί. Αυτή η οικονομική κρίση δεν είναι μια συνηθισμένη κυκλική κρίση, είναι μια κρίση με μόνιμα χαρακτηριστικά, μια συστημική κρίση, όπου δεν έχει βρεθεί ακόμα η απάντηση για το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης και της κερδοφορίας στον καπιταλιστικό κόσμο. Δεν έχει βρεθεί ένα συνολικό - καθολικό σχέδιο, που να ικανοποιεί όλη την κοινωνία. Και γι’ αυτό είναι υποχρεωμένοι, επειδή δεν έχουν διέξοδο, να εφαρμόζουν τις πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης, της λιτότητας των εργασιακών σχέσεων, για να εξασφαλίζουν εκείνες τις μερίδες που επιβεβαιώνουν, αφού κανιβαλίσουν στους αντιπάλους και εξασφαλίσουν τα μη παραγωγικά κεφάλαια, να συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο. Αν αυτό είναι πράγματι έτσι, τότε από πού απορρέει αυτή η αισιοδοξία ότι πράγματι θα αρχίσει ο ενάρετος κύκλος το δεύτερο εξάμηνο και θα δοθεί η δυνατότητα στον ΣΥΡΙΖΑ να κάνει κοινωνική πολιτική. Επειδή αυτή την αντίφαση την αισθάνεται ο πρόεδρος, έχει αναδείξει το στοιχείο της ανάγκης για κοινωνικές συμμαχίες. Λέει ότι με τους υπάρχοντες συσχετισμούς αυτό δεν μπορεί να γίνει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς έχουμε μπροστά μας εξελίξεις, στις οποίες προσδοκάμε. Και είναι όντως έτσι, τα παραδείγματα της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, στις μεταστροφές της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Όμως, μέσα σε αυτά, μαζί με αυτά έχουμε και άλλα φαινόμενα, όπου δεν είναι καθόλου δεδομένο προς τα πού θα πάει η Ευρώπη. Σε αυτές τις συνθήκες μια κεϋνσιανή πολιτική αδυνατεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με τους υπάρχοντες πολιτικούς συσχετισμούς να βοηθήσει. Το τοπίο είναι αντιφατικό. Η έκρηξη του προσφυγικού και μια σειρά από άλλα φαινόμενα πράγματι κάνουν και δημιουργούν συνθήκες μεγάλης επισφάλειας.

Υποχώρηση σε πολλούς τομείς

Μετά από την υπογραφή και την αποδοχή της μνημονιακής συμφωνίας έχει υποχωρήσει πάρα πολύ ο ΣΥΡΙΖΑ και στο πεδίο των άλλων δύο μαχών. Στην απόκτηση, δηλαδή, της ιδεολογικής ηγεμονίας και στην τάση για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας και την ένταξή της στην βοήθεια του δικού του πολιτικού σχεδίου. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο αντίπαλος αυτά τα πεδία έχει επιλέξει ως προνομιακά για να δίνει τη μάχη. Μπορεί τα κόμματα της αντιπολίτευσης να μην ψηφίζουν τους εφαρμοστικούς νόμους για τα μνημόνια, όμως δίνουν σκληρή μάχη στο ιδεολογικό επίπεδο. Δεν είναι τυχαίο ότι άρχισαν τη επίθεση αυτή συγκροτώντας το μαύρο μέτωπο για την παιδεία, καταγγέλλοντας με το σύνθημα «Όχι Μπαλτά στην παιδεία», έπεισαν και εξανάγκασαν την κυβέρνηση να αποσύρει εκείνες τις θεσμικές παρεμβάσεις που είχε προετοιμάσει η εφτάμηνη υπουργία και προχώρησαν στη συγκρότηση του περίφημου εθνικού διαλόγου –αν είναι δυνατόν για κυβέρνηση της αριστεράς- στην παιδεία, που είναι ο κατεξοχήν προνομιακός χώρος και ο βασικός ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους.
Το παράλληλο πρόγραμμα έχει να κάνει και με την αντίληψη περί συγκρότησης του κόμματος. Θα έπρεπε να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του κόμματος. Υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ για τη διάκριση κυβέρνησης - κόμματος. Θα έπρεπε το παράλληλο πρόγραμμα να μην είναι αποτέλεσμα στελεχών της κυβέρνησης, αλλά να έκαναν την τελική επεξεργασία. Θα έπρεπε να είχε προηγηθεί μια σημαντική συζήτηση του κόμματος με τις κοινωνικές ομάδες που εκπροσωπεί, για να διαμορφώσει το πλαίσιο ενός παράλληλου προγράμματος. Είναι κομβικό σημείο. Και το επόμενο, επίσης, στοιχείο που φαίνεται ότι εγκαταλείπεται η μάχη, είναι η μάχη για την κρατική κυριαρχία και ηγεμονία. Ακόμη και στις μάχες που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ –και δίνει πραγματικές μάχες- για να περιορίσει τις αρνητικές επιπτώσεις αυτής της επώδυνης συμφωνίας που έχει καταγράψει. Ακόμα και εκείνα τα σημεία που κερδίζει, η κυβέρνηση τα υπερασπίζεται με μια ειδική γλώσσα. Απευθυνόμενη στην κοινωνία λέει ότι είναι ρυθμίσεις που είναι καλές για αυτήν. Ότι κατάφερε να πετύχει μεγαλύτερα ποσοστά από αυτά που αρχικά οι δανειστές επιθυμούσαν στο ζήτημα των πλειστηριασμών. Ότι κατάφερε να σώσει τις τράπεζες από το bail in. Από την άλλη μεριά, χρησιμοποιεί μια τέτοια γλώσσα, αλλά όταν αντιπαρατίθεται με τους πολιτικούς της αντιπάλους, παίζει στο γήπεδό τους και χρησιμοποιεί επιχειρήματα, λέγοντας ότι είμαστε καλύτεροι διαχειριστές των μνημονιακών προϋποθέσεων, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται, ενώ η ανάγκη για ιδεολογική ηγεμονία είναι κυρίαρχη, στο πλαίσιο που καθορίζει το αντίπαλο στρατόπεδο. Όλα αυτά πρέπει κανείς να τα λάβει υπόψη, για να μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα για το είδος του κόμματος και το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει σήμερα η αριστερά και ποια χαρακτηριστικά θα πρέπει να αποκτήσει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Συνολική αντεπίθεση

Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Οι χώρες του Νότου –και ιδιαίτερα η ελληνική περίπτωση- είναι στη μέση μιας παρατεταμένης και μακράς φάσης οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας. Θεωρητικά οι συστημικές αυτές κρίσεις έχουν και μια θετική πλευρά. Δημιουργούν ευκαιρίες για τη διάδοση και επικράτηση αντιλήψεων κοινωνικής αλλαγής. Για να υπερβούμε, όμως, αυτή την κρίση ηγεμονίας που διακατέχει τις κυρίαρχες τάξεις πρέπει να εμπεδώσουμε μια ανταγωνιστική δική μας ηγεμονία, επιχειρώντας να καταλάβουμε και τα τρία κάστρα του αστισμού: το πολιτικό, το ιδεολογικό και την κρατική μηχανή. Διαφορετικά θα βρεθούμε σε καταστάσεις, που εγκυμονούν μεγάλους κινδύνους γιατί το πεδίο είναι ανοιχτό σε βίαιες λύσεις τύπου Λεπέν ή Χρυσής Αυγής. Αυτό που αρμόζει στην αριστερά δεν είναι η αναζήτηση χαρισματικών προσώπων –σαν αυτό που αναζητά η Νέα Δημοκρατία με τις εσωκομματικές εκλογές, τον αντι-Τσίπρα- αλλά η συλλογική λειτουργία και δράση σε όλα τα επίπεδα.

*ΠΑΝΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ
Εννιά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά


Φαντάζομαι ότι θα διαβάσατε και εσείς, θα ακούσατε πως υποδέχτηκαν την είδηση της σημερινής μας εκδήλωσης τα όχι και τόσο φιλικά ΜΜΕ. Δεν πειράζει. Ο τίτλος ήταν, όχι και τόσο προβοκατόρικος, η επιστροφή των «53». Έτσι, τουλάχιστον, το είδα. Λες και εμείς είχαμε πάει βόλτα, εκδρομή και αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο σπίτι. Να επιστρέψουμε. Από την αρχή, λοιπόν, γιατί καταλαβαίνω και την αγωνία που υπάρχει να αποσαφηνίσουμε μερικά πράγματα.
Πρώτον, ήμασταν και είμαστε ένα ανοιχτό ιδεολογικό ρεύμα εντός του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν είναι καινούριο. Υπερασπιζόμαστε τον πλουραλιστικό, πολυτασικό χαρακτήρα του κόμματός μας, αλλά και την ενότητά του. Ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργήθηκε μέσα από την διαφορά, μέσα από την ανάγκη συνάντησης των πολλαπλών ιδεολογικών αφετηριών, με στόχο τη σύνθεση σε μια νέα ποιότητα για την αριστερά του 21ου αιώνα. Την αρχή αυτή δεν την απεμπολούμε. Στον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα επικρατήσει ποτέ σιωπή νεκροταφείου. Και θα συνεχίσουμε να παλεύουμε για την ενότητα της αριστεράς, για την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς.
Δεύτερον, εργαζόμαστε για τη διεξαγωγή του δεύτερου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ. Φιλοδοξούμε να είναι ένα συνέδριο μάχης μέσα στη μάχη, το κόμμα πρωταγωνιστής και όχι λαγός των εξελίξεων. Γι’ αυτό επιμείναμε στην τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, το συνέδριο να διεξαχθεί σε ημερομηνίες που θα επιτρέπουν στα χιλιάδες μέλη του κόμματος και της νεολαίας του να καθορίσουν την πολιτική και όχι, απλώς, να επικυρώσουν αποφάσεις ή πρακτικές εκ των υστέρων. Θέλουμε ένα κόμμα που θα λειτουργεί δημοκρατικά και συλλογικά. Δεν θέλουμε, προφανώς, ένα κρατικοποιημένο κόμμα, αλλά δεν θέλουμε και ένα κόμμα που θα είναι έξω από τα κέντρα των αποφάσεων. Τρίτον, μένουμε εδώ, παρά τις δυσκολίες, παρά τη συμφωνία. Το μνημόνιο για εμάς είναι ξένο, εχθρικό, προϊόν, όμως, εκβιασμού, προϊόν πραξικοπήματος. Δεν θέλουμε να παραδώσουμε χωρίς μάχη τις κατακτήσεις, τα δικαιώματα και τις ελευθερίες στους ορκισμένους εχθρούς των δικαιωμάτων και των ελευθεριών. Μένουμε εδώ, γιατί ξέρουμε ποιοι είναι απέναντί μας και γιατί για εμάς ο στρατηγικός μας στόχος παραμένει ίδιος: ο κοινωνικός μετασχηματισμός, ο σοσιαλισμός μ’ ελευθερία και δημοκρατία.

Το ταξικό είναι μπροστά μας

Τέταρτον, επιλέγουμε το δρόμο της συμμετοχής, του αγώνα, για να μπει φραγμός στην κοινωνική λεηλασία, στις πολιτικές λιτότητας μαζί με τους συντρόφους μας της ευρωπαϊκής αριστεράς, των κοινωνικών κινημάτων, των πράσινων εναλλακτικών σχημάτων. Αξιοποιούμε τις όποιες ρωγμές και μετατοπίσεις προς τα αριστερά του χώρου της σοσιαλδημοκρατίας, χωρίς να έχουμε αυταπάτες για τη μέχρι τώρα γενική του κατεύθυνση.
Λέμε πολλές φορές ότι η Ευρώπη είναι η γειτονιά μας. Σωστό, αλλά δεν είναι σπίτι μας η Ευρώπη. Σπίτι μας είναι η Ισπανία των Ποδέμος, της Ενωμένης Αριστεράς, η Πορτογαλία του Μπλόκο, του Κομμουνιστικού Κόμματος, η Γερμανία της Ντι Λίνκε, το Σιν Φέιν, οι Πράσινοι, οι αντιφασίστες στη Γαλλία, τα αντικαπιταλιστικά αριστερά κόμματα, τα κινήματα αμφισβήτησης, τα συνδικάτα, τα κινήματα της νεολαίας. Σπίτι μας είναι οι κινητοποιήσεις στις Σκουριές, στο Ελληνικό, στη Δραπετσώνα. Σπίτι μας είναι οι αντιστάσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Πέμπτον, διεκδικούμε έναν διαφορετικό δρόμο σύνεσης, αλλά όχι συναίνεσης στο σχέδιο του πολιτικού αντιπάλου. Σχέδιο ρήξης, σταθερών βημάτων για την ανατροπή, απεγκλωβισμού από τα μνημόνια, μέσα από την εφαρμογή ενός άλλου παράλληλου, ριζοσπαστικού κοινωνικά και ταξικά, προγράμματος. Από την προάσπιση των ανασφάλιστων και των ανέργων, την αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων και των συλλογικών συμβάσεων, έως τις αναγκαίες τομές σε πλευρές που είναι έξω από το πεδίο της μνημονιακής οικονομικής συμφωνίας. Γι’ αυτό φίλες και φίλοι και σύντροφοι και συντρόφισσες, δεν υπάρχουν κατά τη γνώμη μας εθνικά σχέδια, εθνικές συναινέσεις. Είναι λάθος να καλλιεργείται –και από μέρος του δικού μας κόμματος- η εντύπωση αυτή, ακόμα και όταν γίνεται για επικοινωνιακούς λόγους, ότι μπορούμε δηλαδή σε κρίσιμα ζητήματα να συνεννοηθούμε με τους απέναντι. Δεν συμφωνούμε. Όσο υπάρχουν κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις, όσο το κοινωνικό και ταξικό είναι μπροστά μας, ορατό, όσο διευρύνονται οι ανισότητες, όσο ο κόσμος της εργασίας πλήττεται, όσο η ανεργία μεγαλώνει, το εθνικό στην πραγματικότητα είναι μερικό, περιχαρακώνει, λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των ισχυρών. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο οικουμενικών κυβερνήσεων ή άλλων ειδικού σκοπού ή διευρύνσεων της κυβερνητικής πλειοψηφίας με σχήματα που αντικειμενικά θα γείρουν τη ζυγαριά στην απέναντι όχθη και θα τραυματίσουν σοβαρά τη φυσιογνωμία του κόμματός μας, προφανώς και την πολιτική του κόμματός μας.

Οι πρόσφυγες δεν είναι πρόβλημα

Έκτο, δεν πρόκειται να δεχθούμε ποτέ ότι οι πρόσφυγες είναι πρόβλημα. Πρόβλημα είναι αυτοί που δημιουργούν τις προϋποθέσεις και τους όρους για τον ξεριζωμό, για την αναζήτηση νέων πατρίδων. Στο προσφυγικό σε Ελλάδα και Ευρώπη συγκρούονται δύο διαφορετικές αντιλήψεις, δύο διαφορετικές φιλοσοφίες. Δύο, εν τέλει, διαφορετικοί κόσμοι. Από τη μία πλευρά σκορπούν το φόβο, καλλιεργούν το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία. Υψώνουν τείχη. Κατασκευάζουν την Ευρώπη φρούριο. Ήδη η Ευρώπη είναι Ευρώπη φρούριο. Πολεμούν τους φτωχούς και τα θύματα του πολέμου. Από την άλλη, είναι η δυνάμεις της αλληλεγγύης, της αριστεράς και των κινημάτων. Όσο θα σηκώνονται στην Ευρώπη φράχτες και συρματοπλέγματα. Όσο θα κυνηγούν τους φτωχούς, την ίδια ώρα που ενισχύουν τη φτώχεια. Όσο θα πνίγονται οι άνθρωποι στα νερά του Αιγαίου ή στο ποτάμι του Έβρου, τόσο μεγαλώνει η ανάγκη για πολιτική ανοιχτών συνόρων, σε μια ανοιχτή και ελεύθερη Ελλάδα, σε μια ανοιχτή και ελεύθερη Ευρώπη. Είμαστε υπέρ των ασφαλών διόδων από στεριά, θάλασσα και αέρα και αυτό δεν είναι μόνο υποχρέωση των άλλων αλλά και της ίδιας μας της χώρας. Κατηγορούν την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν φυλάει επαρκώς τα σύνορά της και ζητούν να εγκατασταθεί στη χώρα μας ευρωπαϊκός στρατός να αντιμετωπίσει τους εξαθλιωμένους, σαν να έρχεται ένας εχθρός έτοιμος να μας πολεμήσει. Αν είναι έτσι, η κατηγορία αυτή τιμά την ελληνική κυβέρνηση, τιμά και το ΣΥΡΙΖΑ. Αν η κυβέρνηση της χώρας μας δεν φυλάει, όπως αυτή καταλαβαίνει τα θαλάσσια σύνορά της, δηλαδή δεν βουλιάζει τα σαπιοκάραβα, γιατί τι άλλο μπορεί αυτό να σημαίνει, ή δεν κάνει επαναπροωθήσεις, τότε, ναι, δεχόμαστε την κατηγορία, αλλά αρνούμαστε τη συμμετοχή τους σε μια εκστρατεία εχθρική για εμάς, εχθρική για τους πρόσφυγες.

Μητέρα των μαχών το ασφαλιστικό

Έβδομο, μπροστά μας έχουμε κρίσιμες μάχες μέσα στον πόλεμο τον κοινωνικό. Μετά τις γιορτές θα έρθει η ώρα του ασφαλιστικού, του συνταξιοδοτικού. Λέμε ότι είναι η μητέρα των μαχών και είναι η μητέρα των μαχών. Οι δανειστές, οι τροϊκανοί, επιδιώκουν τη διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης μέσα από την αλλαγή της φιλοσοφίας, που μέχρι τώρα υπήρχε, την ισοπέδωση των συνταξιούχων, το χτύπημα της λαϊκής οικογένειας. Η κυβέρνηση πρέπει να μείνει ανυποχώρητη σε όσα έχει πει: καμία περικοπή στις συντάξεις, στη διασφάλιση του ασφαλιστικού συστήματος, μέσω της αύξησης της εισφοράς και των εργοδοτών. Η σύγκλιση σε αυτό το ζήτημα είναι δεδομένη. Και εμείς δεν πρέπει να κάνουμε ούτε βήμα πίσω. Η κοινωνία πρέπει να μείνει όρθια. Το ίδιο και η κυβέρνηση της αριστεράς, όχι όμως στηριζόμενη από τα λαϊκά, κοινωνικά στρώματα, από τον κόσμο των φτωχών. Αν είναι να πέσει η κυβέρνηση ας μας ρίξουν οι τροϊκανοί και όχι η κοινωνική πλειοψηφία, όχι οι φτωχοί, όχι τα κοινωνικά κινήματα.

Όσο διστάζουμε, τόσο αποθρασύνονται

Όγδοο, γνωρίζουμε ότι δίνουμε μια πολύ δύσκολη μάχη, ο αντίπαλος είναι πολύ πιο ισχυρός τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ευρώπη. Γιατί δεν έχουμε να παλέψουμε μόνο με ιδέες, με πολιτικές, με ιδεολογία. Έχουμε απέναντί μας τεράστια οικονομικά συμφέροντα, τραπεζικά λόμπι, διαπλεκόμενα μέσα μαζικής ενημέρωσης, την ίδια την εξουσία, που είναι απέναντί μας, ορατή ή αόρατη, δομημένη για δεκαετίες μέσα στον κρατικό μηχανισμό, που δείχνει να μην ανέχεται οποιαδήποτε παραχώρηση, οποιαδήποτε υποχώρηση. Γι’ αυτό και τη βλέπουμε να αντιδρά σε κάθε μέτρο που τείνει να συμβάλει στην αλλαγή των συνειδήσεων, να ανακουφίσει τα πιο λαϊκά στρώματα, τα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα. Έφτασαν στο σημείο να κόψουν το ρεύμα από πολίτη, την ώρα που η πολιτεία είχε με σαφήνεια τοποθετηθεί, είχε πει το ακριβώς αντίθετο, ότι δεν επιτρέπεται να κόβεται το ρεύμα. Η πολιτεία, λοιπόν, νομοθετεί και η αόρατη εξουσία υποσκάπτει, αλλάζει την εικόνα, εμποδίζει. Χρειάζεται τόλμη, περισσότερη αποφασιστικότητα, τομές, ρήξεις. Δεν υπάρχουν μέσοι όροι, συμβιβασμοί στο γήπεδο του αντιπάλου. Όσο βλέπουν οι απέναντι τους δικούς μας διστακτικούς βηματισμούς, τόσο θα τρέχουν, τόσο θα αποθρασύνονται. Να τελειώσουμε με το παλιό σημαίνει να δημιουργήσουμε νέες δομές, τέτοιες δομές που δεν θα επιτρέπουν σε πρόσωπα του κρατικού μηχανισμού, σε φύλακες του κοινωνικού συντηρητισμού να λένε το κράτος έχει συνέχεια, που σημαίνει στη λογική τους ότι μπορεί οι κυβερνήσεις να αλλάζουν και οι πολιτικές και οι πρακτικές να μένουν ίδιες.

Έχει ενσωματωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ;

Ένατο, είναι αρκετοί αυτοί που αναρωτιούνται ή που ανοιχτά θεωρούν και το λένε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ήδη ενσωματωθεί. Είμαστε οι τελευταίοι που θα ωραιοποιήσουμε τη σημερινή εικόνα, που θα καλύψουμε τα κακώς κείμενα, τα λάθη, τις στροφές. Ωστόσο, αν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ενσωματωθεί, αν το όνειρο είχε ήδη τελειώσει, αν είχαμε χάσει τη μάχη οριστικά, πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το μένος –η λύσσα θα έλεγα- εναντίον του κόμματός μας και των μελών του. Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι κραυγές, οι προβοκάτσιες, οι στημένες ιστορίες, η ιδεολογική και αξιακή αντιπαράθεση; Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί ο οχετός σελίδων εναντίον της συντρόφισσάς μας Τασίας Χριστοδουλοπούλου, γιατί τόλμησε να πει μια αλήθεια, να έχει το θάρρος να πει ότι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δεν κινούνται τη νύχτα στα σκοτάδια σώνει και καλά, αλλά ενίοτε μπορούν να λιάζονται στις πλατείες. Τυχαίο; Όχι δα. Η επίθεση είναι ενταγμένη στον ιδεολογικό και αξιακό πόλεμο, που θέλει τους πρόσφυγες και τους μετανάστες οιωνοί παράνομους και εγκληματίες. Και ο παράνομος δεν κυκλοφορεί τη μέρα, δεν λιάζεται στις πλατείες, συνεπώς δεν έπρεπε να ακουστεί αυτή η φράση από την Τασία Χριστοδουλοπούλου, από μια υπουργό. Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί το δηλητήριο που έριξαν στον σύντροφό μας, Νίκο Φίλη, μόνο και μόνο γιατί εξέφρασε μια διαφορετική από την κρατούσα άποψη για ένα ιστορικό γεγονός. Η μήνυση που κατέθεσε εναντίον του Νίκου Φίλη ο Φαήλος Κρανιδιώτης, νομίζω ότι είναι τίτλος τιμής και για τον σύντροφο αλλά και για όλο το χώρο μας. Πώς μπορεί να δικαιολογηθούν οι επιθέσεις στη Θεανώ Φωτίου, τον Αριστείδη Μπαλτά, τη Σία Αναγνωστοπούλου, το Θοδωρή Δρίτσα και σε τόσους άλλους, αν όχι γιατί βλέπουν μπροστά τους τον ιδεολογικό τους αντίπαλο, αυτούς και αυτές που υπό τις αντίξοες συνθήκες δίνουν τη μάχη για το φτωχό, τον αδικημένο, τον άνθρωπο που είναι κοινωνικά αποκλεισμένος. Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι απίστευτες επιθέσεις στην ταπεινότητά μου, οι προβοκάτσιες, τα στημένα τηλεφωνήματα; Πιστεύει κανείς ότι έβαλαν στο στόχαστρο έναν Πάνο Λάμπρου ή έναν ολόκληρο πολιτικό χώρο; Ξύπνησαν μια μέρα και είπαν τι να κάνουμε με μια Τασία, έναν Νίκο, έναν Πάνο ή γνωρίζουν καλά ότι έχουν κηρύξει πόλεμο σε αυτή την αριστερά που επιμένει να ονειρεύεται, αλλά και να μάχεται από θέση ευθύνης για όσα δεκαετίες τώρα πάλεψε. Αυτό που επιδιώκουν είναι να μας θέσουν σε ομηρία. Να θεωρείται σκάνδαλο να μιλάς για την καταστολή ή να υπερασπίζεσαι δεκαπεντάχρονα και να θεωρείς ότι έχουν δικαίωμα νομικής υποστήριξης. Να θεωρείται εκτός πλαισίου, πολιτικό ατόπημα να διαδηλώνεις για τις Σκουριές; Να σηκώνεις πανό για τη Δραπετσώνα; Να καταθέτεις ερώτηση στη βουλή για το Ελληνικό; Να προτείνει η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ την κατάργηση της πρωινής προσευχής στα σχολεία ή να πηγαίνει και να διαδηλώνει στο φράχτη να πέσει; Να θεωρείται πολιτικά παράδοξο να καλεί ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ τα μέλη και τους εργαζόμενους να συμμετάσχουν στην απεργία και σε ακτιβισμούς υπερασπιζόμενος τα δικαιώματα των εργαζομένων, τις κατακτήσεις, τα αιτήματά τους; Να μην κατανοούν ή να κάνουν πως δεν κατανοούν πώς γίνεται να υπογράφει ένα μνημόνιο και την ίδια στιγμή το αμφισβητεί, το αντιμάχεται, αναπτύσσοντας ένα παράλληλο, εναλλακτικό πρόγραμμα; Να δημιουργεί ρωγμές στον κοινωνικό συντηρητισμό; Να υλοποιεί ως ένα βαθμό το αίτημα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας με το σύμφωνο συμβίωσης και με εμάς να ζητάμε να ολοκληρωθεί το πρώτο βήμα με τη θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου και για ομόφυλα ζευγάρια. Θέση που κάνει να ανατριχιάζουν οι υποστηρικτές του «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια», ακροδεξιοί ρασοφόροι, η ίδια η ναζιστική συμμορία.
Σύντροφοι και συντρόφισσες συνεχίζουμε, ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποχώρησε, έκανε κυριολεκτικά βήματα πίσω. Δεν πρέπει να το κρύψουμε, αλλά η μάχη δεν τελείωσε. Δεν ήρθε η ώρα του τελικού απολογισμού. Εμείς θα συνεχίσουμε στο κόμμα και τα κινήματα, με κριτική αλλά και αυτοκριτική διάθεση, χωρίς φανατισμούς, χωρίς βεβαιότητες, με μπόλικα ερωτηματικά, αλλά με την ίδια αυταπάρνηση, το ίδιο ανοιχτό πνεύμα, με το ίδιο πείσμα, με το ίδιο όραμα.

* ΤΑΣΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ
Η εναλλακτική λύση, αρμοδιότητα του ΣΥΡΙΖΑ


Είμαι από αυτούς που μείναμε στο ΣΥΡΙΖΑ μετά την υπογραφή του 3ου μνημονίου, κάνοντας μια παραδοχή. Ότι ο συντριπτικός συσχετισμός στον οποίο βρεθήκαμε και για τον οποίο είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι, γιατί δεν είχαμε προβλέψει αυτή τη στιγμή, για να προετοιμαστούμε και να προετοιμάσουμε την κοινωνία, δεν έπρεπε να μας οδηγήσει στην εγκατάλειψη του εγχειρήματος, που τόσο πιστέψαμε και στρατευτήκαμε σε αυτό.
Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι αν υπάρχει βάση στην αναζήτηση της αριστερής στρατηγικής σήμερα, στην εποχή των μνημονίων και της ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού, αυτή μπορεί να προέλθει μόνο από τις οργανωμένες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αυτές οι δυνάμεις ζουν και βιώνουν ακραία, τα διλήμματα ανάμεσα στη θεωρία και στην πράξη, ανάμεσα στο δέον και στο εφικτό, ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που νομίζουν οι άλλοι ότι είμαστε.
Πέντε μήνες μετά, δεν μας ενδιαφέρει να επιβεβαιώσουμε την ορθότητα της επιλογής μας, αλλά κυρίως να αναζητήσουμε απαντήσεις, σε ερωτήματα που θέτει η πραγματικότητα, αλλά και οι ίδιοι στους εαυτούς μας.
Χθες ψηφίσαμε άλλο ένα κατεπείγον νομοσχέδιο με προαπαιτούμενα. Η διαπραγματευτική ομάδα έδωσε τη μάχη για το καλύτερο. Δεν έχει σημασία πόσο υποχωρήσαμε εμείς ή πόσο αντισταθήκαμε. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η υλοποίηση του μνημονίου είναι έτσι κι αλλιώς ασφυκτικό. Γνωρίζουμε ότι ίσως σύντομα, ίσως με αφορμή το ασφαλιστικό, να ανακαλέσουμε στις μνήμες μας τις στιγμές του Ιουλίου 2015. Το ερώτημα είναι αν ο συσχετισμός σήμερα είναι καλύτερος από αυτόν του Ιουλίου, ώστε να μπορούμε σήμερα να δώσουμε τη μετωπική σύγκρουση που δεν δώσαμε τον Ιούλιο. Και αν όχι, πόσες ήττες πρέπει να συσσωρευτούν, ώστε ως κυβέρνηση, ως κόμμα και ως κοινωνία, να πούμε φτάνει πια; Η απουσία εναλλακτικής λύσης, πόσο θα βαρύνει τις επιλογές μας για το μέλλον, με τον κίνδυνο κάποια στιγμή να λειτουργεί ως πρόσχημα, λόγω της χρονικής απροσδιοριστίας εντοπισμού της;

Να μη συμβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εμπέδωση της απογοήτευσης

Σύσσωμο το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ, χαρακτηρίζουν το ΣΥΡΙΖΑ φιλομνημονιακό κόμμα. Η εκστρατεία αυτή, πέραν της αναδρομικής εκδικητικότητας ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ, που τους πήρε το κράτος λάφυρο, έχει και έναν ακόμα πιο σοβαρό πολιτικό στόχο. Η ανακουφιστική παραδοχή της δικαίωσης και των δικών τους επιλογών, αφού οι εκβιασμοί ήταν ανάλογοι και στο τέλος-τέλος η σημερινή προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύει ότι δεν υπήρχε, ούτε υπάρχει εναλλακτική λύση.
Αυτή τη δομική απογοήτευση που θέλει να ενσταλάξει το πολιτικό σύστημα στις κοινωνικές δυνάμεις, που αντιστάθηκαν με το ΟΧΙ, που επέλεξαν το ΣΥΡΙΖΑ να τους εκπροσωπήσει , που πίστεψαν ότι μπορεί ν’ αλλάξει η ζωή τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να συμβάλει με κανένα τρόπο, για να εμπεδωθεί ως ηγεμονική αντίληψη στην κοινωνία. Είναι πολιτικά ανήθικο να θεωρητικοποιήσουμε τις αδυναμίες μας ή έστω την πρόδρομη εμφάνιση μας, στοιχειώνοντας τις ελπίδες των ανθρώπων.
Ξέρουμε ότι στη συγκυρία των μνημονίων κλήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ να πραγματώσει το μύθο της ελληνικής αριστεράς. Και αυτό έχει μια βαθιά τραγικότητα. Έχει ειπωθεί ότι δεν υπάρχει τραγωδία χωρίς μύθο. Πλην όμως, η τραγωδία είναι η εκμηδένιση του μύθου. Είναι μια έκκληση για μεσολάβηση, είναι η αντίθεση ανάμεσα στην οδύνη που δεν δικαιώνει τίποτα και στο μύθο που δικαιώνει τα πάντα.
Είναι τελικά ανέφικτη η μεσολάβηση και τελεσίδικος ο μετεωρισμός μας ανάμεσα στην οδύνη και στο μύθο; Ας παραδεχτούμε ότι μια χαρά πορευτήκαμε για χρόνια ως ρεύμα και κόμμα διαμαρτυρίας, στα όρια της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Ελεύθεροι για θεωρητικές αναζητήσεις και κινηματικές δράσεις. Με αυτοπεποίθηση και μπόλικο ναρκισσισμό.
Ήταν η εποχή που το επίκαιρο και το ιστορικό το ταυτίζαμε, ενώ σήμερα καλούμαστε να αντιληφθούμε ότι άλλες είναι οι συνέπειες του επίκαιρου και άλλες του ιστορικού. Μια υποχώρηση μπορεί να είναι ήττα στη στιγμή, όμως κάθε μάχη αθροίζεται στον πόλεμο.

Αμφίσημα, παρεξηγήσιμα σήματα

Σε μια τέτοια εύθραυστη πολιτική συγκυρία είναι πολλά που δεν μπορούμε να ελέγχουμε. Επιλογές παρεξηγούνται και δίνουν αμφίσημα σήματα. Όχι μόνο γιατί δεν έχουμε την ιδεολογική ηγεμονία, αλλά δεν έχουμε και τη δύναμη να εξηγήσουμε την πολιτική μας. Ζητούσαμε συναίνεση από την αντιπολίτευση και ένα ευρύτερο κοινοβουλευτικό μέτωπο ενάντια στους δανειστές για το ασφαλιστικό ή το διεκδικούσαμε ενάντια στην κοινωνία για να περάσουν τα μέτρα;
Το ότι η απάντηση δεν ήταν αυτόματα αυτονόητη αποτελεί τυπικό παράδειγμα έλλειψης ιδεολογικής και πολιτικής ηγεμονίας, η οποία μάλιστα άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο, αυτό των συνεργασιών, χωρίς να έχει γίνει μια συλλογική συζήτηση στο κόμμα για το τι ακριβώς σχεδιάζουμε άμεσα, ώστε να στείλουμε και τα αντίστοιχα σήματα στην ελληνική κοινωνία.

Θεμελιώδη ερωτήματα

Έτσι το ερώτημα αν υπάρχει και ποιος είναι ο αριστερός δρόμος, θέτει πριν μια σειρά από θεμελιώδη ερωτήματα. Αν δεν υπάρχει αριστερή πολιτική στην εποχή των μνημονίων και αυτού του συντριπτικού συσχετισμού υπέρ του κεφαλαίου, τι κάνει η αριστερά; Και όχι γενικά η αριστερά, αλλά η δική μας αριστερά, που την επέλεξαν κοινωνικές δυνάμεις που πλήττονται, να κυβερνήσει. Τι κάνει; Παραιτείται; Φυγομαχεί; Επιλέγει την ασφάλεια της αντιπολίτευσης; Περιμένει καλύτερους όρους; Στο όνομα ποιου συλλογικού συμφέροντος ή στο όνομα ποιας ακριβώς αξίας που χρειάζεται να υπερασπιστούμε; Επιλέξαμε να εκπροσωπήσουμε αυτούς που μας εμπιστεύτηκαν. Ηττημένοι από τον εκβιασμό και την υποχώρηση. Σχοινοβατούμε καθημερινά για να σώσουμε οτιδήποτε κι αν σώζεται. Με ένα κόμμα που πρέπει να ανασυγκροτηθεί και να κατανοήσει το νέο του ρόλο. Με νέο φρόνημα, χωρίς ενοχές, αλλά και χωρίς κυβερνητισμό άνευ ορίων.
Οι βεβαιότητες του παρελθόντος μπορεί να τέλειωσαν, όμως η συγκρότηση του πολιτικού υποκειμένου ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει να συνεχιστεί στις νέες συνθήκες. Το συνέδριο αποτελεί για μας μια μεγάλη ευκαιρία και μια μεγάλη πρόκληση. Γιατί μέσα από συλλογικές διαδικασίες μπορούν να τεθούν τα ζητήματα ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς, ζητήματα κοινωνικού μετασχηματισμού και ζητήματα καθημερινής προσπάθειας απεμπλοκής από τα μνημόνια, ιδεολογικά και πολιτικά.

Να ανοίξουμε μόνοι μας δρόμο

Ταυτόχρονα η κατάσταση στην Ευρώπη, με μικρές ανατροπές και εκπλήξεις, βρίσκεται σε πολύ δύσκολη φάση. Μαζί με τη διαρκή λιτότητα που έχουν επιβάλει οι ηγεμονικοί κύκλοι της ΕΕ, σήμερα καλούνται να αντιμετωπίσουν το γόρδιο δεσμό του προσφυγικού ρεύματος, που απειλεί την εύθραυστη πολιτική ενότητα, που έχει κατακτηθεί μεταξύ των χωρών μελών.
Σε αυτό τον αρνητικό συσχετισμό τα ερωτήματα τίθενται και συχνά παρακάμπτονται, όπως μας προβληματίζουν, αλλά γίνονται αυτοσχεδιασμοί. Δεν υπάρχει τίποτα ίδιο για να ανατρέξουμε ταυτόχρονα, να πάρουμε εμπειρίες και κουράγιο. Πρέπει να ανοίξουμε μόνοι μας το δρόμο.
Ίσως λοιπόν να μοιάζει ακατανόητο το πώς ένας υπουργός που εισηγείται ένα νομοσχέδιο, δηλώνει ταυτόχρονα ότι διαφωνεί με το περιεχόμενο του ή το πώς ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί σε συμμετοχή σε απεργία ενάντια στα μέτρα που θα ψηφίσει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυ��ές είναι οι αντιφάσεις που ανέφερα στην αρχή, οι οποίες και μου παράγουν τη βεβαιότητα ότι ο αριστερός δρόμος, η αριστερή στρατηγική, τελικά η εναλλακτική λύση, είναι αρμοδιότητα αυτού του πολιτικού χώρου. Γιατί ως κόμμα επιβεβαιώσαμε πανηγυρικά στις εκλογές της 25.9.2015 ότι οι κοινωνικές μας εκπροσωπήσεις δεν ήταν εφήμερες και ότι οι δυνάμεις που εκπροσωπούμε, δεν μας χρέωσαν την υπογραφή του μνημονίου, ως προδοσία, αλλά ως αδυναμία. Δεν πίστεψαν στιγμή ότι δεν δώσαμε τη μάχη για να το αποφύγουμε. Όχι μόνο με τις διαπραγματεύσεις, αλλά και με το δημοψήφισμα. Γι’ αυτό δεν μας εγκατέλειψαν και γι’ αυτό ακόμα περιμένουν την τελική έκβαση της μάχης που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, σε όλα τα μέτωπα, με κορυφαία την τύχη του χρέους.
Το συνέδριο, το παράλληλο πρόγραμμα, οι αποφάσεις για το χρέος, αποτελούν κομβικά σημεία για τη μελλοντική πορεία μας, ως ριζοσπαστικής αριστεράς. Αυτά αποτέλεσαν όχι μόνο για μας, αλλά για πολλούς σιωπηρούς ή πανηγυρικούς, τους προσωπικούς ή συλλογικούς όρους για την παραμονή μας στο ΣΥΡΙΖΑ.
Εμείς, ως πρωτοβουλία μελών, θέτουμε τις ιεραρχήσεις μας και ταυτόχρονα εργαζόμαστε για τα συλλογικά μας στοιχήματα. Ξέρουμε ότι ο προσωπικός χρόνος δεν συμπίπτει με τον ιστορικό. Αγωνιούμε, αδημονούμε και ταυτόχρονα έχουμε την υπομονή να περιμένουμε να διαπιστώσουμε αν πρόκειται για νέες ψευδαισθήσεις ή για βάσιμες ελπίδες υπέρβασης της σημερινής κατάστασης.

* ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ
Η συζήτηση μας δίνει χρόνο για να εξελιχθεί το σχέδιο


Ένα ιδεολογικό ρεύμα πρέπει να μπαίνει στα βαθιά ζητήματα, ιδιαίτερα όταν έχουμε μπροστά ένα συνέδριο. Δεν συμφωνώ, για παράδειγμα, ότι δεν στηρίζουμε ιδεολογικά το νόμο Κατσέλη. Στη βουλή, είπαμε ορισμένοι σύντροφοι ότι η επιλογή το να σώσουμε σπίτια έως 220.000 ευρώ με εισόδημα έως 35.000 ευρώ ήταν εντελώς ταξική. Χθες σε μια διαφορά με τον Παφίλη του ΚΚΕ, η κριτική μου ήταν ότι δεν είστε αρκετά ταξικοί και έπρεπε να μας είχατε υποστηρίξει σε αυτό. Όταν η ΝΔ λέει ότι πήγαμε από το «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη» στο «κανένα σπίτι σε χέρια ιδιοκτήτη», εννοούν ότι ιδιοκτήτες είναι μόνο όσοι έχουν εισόδημα άνω των 35.000 ευρώ. Δεύτερον δεν θεωρώ ότι είμαστε κεϋνσιανοί και ότι περιμένουμε η ανάπτυξη να έρθει από τον κεϋνσιανισμό. Αυτό που λέμε στη στρατηγική μας είναι ότι αν πάει καλά το σχέδιό μας για την ανακεφαλαιοποίηση, το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης και τη συζήτηση για το χρέος μπορεί να ελευθερωθεί κάποια συμπιεσμένη ζήτηση, που αυτή τη στιγμή είναι περιορισμένη, γιατί ο κόσμος φοβάται να επενδύσει και αυτό θα μας δώσει το χρόνο να ξεδιπλωθεί το αναπτυξιακό μας σχέδιο, που θα παρουσιάσουμε στους θεσμούς το Μάρτη. Άρα το σχέδιό μας δεν είναι κεϋνσιανό, απλώς η συζήτηση σου δίνει χρόνο για να μπορεί να εξελιχθεί το σχέδιο.
Αυτά που διαπραγματευόμαστε και διαμορφώνουμε, είτε για μια επενδυτική τράπεζα, είτε για το ταμείο ιδιωτικοποιήσεων, που όπως ξέρετε έχει πολύ σημαντικό επενδυτικό πλαίσιο, αυτό δίνει πολύ μεγάλες δυνατότητες για επενδύσεις μαζί με την ευρωπαϊκή τράπεζα επενδύσεων, μαζί με την τράπεζα ανασυγκρότησης και ανάπτυξης, αν είχαμε ένα πολύ σοβαρό επενδυτικό σχέδιο και ξέραμε που να επενδύσουμε. Αυτό είναι κομμάτι του κόμματος. Το κόμμα πρέπει να πιέσει να υπάρχει αυτό το σχέδιο, που έχει ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία, ώστε να πιέσει να αξιοποιηθεί και να επιστρέψουμε στην ανάπτυξη.
Τα βαθιά νερά δεν είναι να συζητήσουμε αν τον Ιούλιο είχαμε άλλη επιλογή. Δεν νομίζω ότι αυτό είναι η μόνη αποτυχία της διαπραγμάτευσης –και δεν το λέω γιατί ήμουν μέλος της διαπραγματευτικής ομάδας. Δεν ήταν αποτυχία ότι στο υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης δεν έγινε τίποτα; Δεν είναι πρόβλημα ότι δεν είχαμε σχέδιο για τον τρόπο λειτουργίας των δημόσιων επιχειρήσεων με συμμετοχή των εργαζομένων; Αυτά δεν τα προχωρήσαμε και αποτύχαμε γιατί δεν μπορέσαμε να διαπραγματευτούμε; Αυτά είναι τα σοβαρά ζητήματα. Πώς κάνεις επιμέρους ρήξεις; Ούτε για τη διαφθορά ή τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης κάναμε πολλά πράγματα. Αν θέλουμε να κάνουμε συνέδριο αυτά πρέπει να συζητήσουμε. Τι σημαίνει ρήξεις; Ποιες προτεραιότητες βάζουμε; Με ποια μοντέλα; Με ποια παραδείγματα, που μπορούμε να αρχίσουμε στην πρωτοβάθμια υγεία ή παιδεία και μπορεί να εμπνεύσουν κόσμο σε όλη την Ελλάδα;

* ΧΑΡΗΣ ΓΟΛΕΜΗΣ
Πρέπει να μείνουμε σταθεροί στην άποψή μας


Ένα χαρακτηριστικό της τάσης των 53+, που υπήρχαν πριν γιατί εμείς είμαστε ένα μέρος αυτής της τάσης, είναι ότι, κατά τη γνώμη μου, είναι μια τάση πολιτικής ενότητας και όχι ένα συμπαγές ιδεολογικό ρεύμα. Έχουμε μεταξύ μας ιδεολογικές διαφορές και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό σημείο, που μας διακρίνει από εκείνες τις τάσεις που είναι κόμμα μέσα στο κόμμα, όπως και το γεγονός ότι δεν έχουμε δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Αυτό είναι ένα από τα πλεονεκτήματα που έχουμε και πρέπει να τα διατηρήσουμε ως κόρη οφθαλμού.
Η εφαρμογή ενός νεοφιλελεύθερου μνημονίου, το οποίο μας ανάγκασαν να το εφαρμόσουμε, με την ταυτόχρονη προσπάθεια να διατηρήσουμε την αριστερή ριζοσπαστική μας ταυτότητα, είναι πολύ δύσκολο πράγμα, συναρπαστικό, όπως είπε η Τασία, αλλά δεν είναι εύκολα. Η αντίφαση που αισθανόμαστε είναι απολύτως φυσιολογική και πρέπει να δίνουμε καθημερινή μάχη να διατηρήσουμε την ταυτότητά μας.
Το ερώτημα είναι πώς προχωράμε. Ένα πράγμα που πρέπει να κάνουμε, είναι να τηρήσουμε όσα υποσχεθήκαμε στις δεύτερες εκλογές, να δώσουμε σκληρές μάχες στα ανοιχτά μέτωπα του μνημονίου, να εφαρμόσουμε το παράλληλο πρόγραμμα και να έχουμε ταξική μεροληψία. Αυτά δεν μπορούμε να τα πάρουμε πίσω. Είναι η συνέχιση της σύγκρουσης, που είχαμε στη διαπραγμάτευση. Αν υποχωρήσουμε είναι σαν να έχουμε υποκλέψει την ψήφο του ελληνικού λαού. Δεν με τρομάζουν οι απειλές του Σόιμπλε, δεν μπορεί για δεύτερη φορά σε έξι μήνες να υπάρχει η απειλή του Grexit. Αυτά δεν γίνονται, άρα πρέπει να μείνουμε σταθεροί στην άποψή μας. Δεύτερον, θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πια πολύ σοβαρά την πορεία της ευρωζώνης και της ΕΕ. Τα πράγματα πρέπει να τα δούμε από την αρχή, έχοντας μπροστά μας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα. Δεν είναι δυνατόν εμείς να είμαστε οι δεδομένοι. Πρέπει να έχουμε σχέδια που δεν είχαμε την προηγούμενη περίοδο. Στην πορεία προς το συνέδριο πρέπει να συζητήσουμε γιατί ηττηθήκαμε τον Ιούλιο. Η ήττα αυτή δεν συνέβη εκείνη τη μέρα μόνο. Ο στόχος που είχαμε βάλει, ήταν εξαιρετικά φιλόδοξος. Λέγαμε ότι θα αλλάξουμε, με το παράδειγμά μας, την ΕΕ, τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό και τον παγκόσμιο. Και το λέγαμε με τρόπο ανεύθυνο.


 
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet