Μετά τα τεχνικά, τα πολιτικά εμπόδια στην ανάδειξη προέδρου της ΝΔ



Η εκλογή προέδρου κόμματος με άμεση ψηφοφορία, «απ’ ευθείας από το λαό», όπως τουλάχιστο εφαρμόστηκε στη χώρα μας, αν και προβλήθηκε σαν πολύ δημοκρατική διαδικασία, υπήρξε απλώς απολίτικη, με την έννοια ότι εξελισσόταν ως διαδικασία επιλογής προσώπων, χωρίς συνήθως να αποσαφηνίζεται ποιο είναι το πολιτικό επίδικο.
Αυτό, πάνω –κάτω, περιμέναμε ότι μάλλον θα συμβεί και με την εκλογή νέου προέδρου της ΝΔ. Τις παραμονές, όμως, της πρώτης, αποτυχημένης, απόπειρας εκλογής ένας εκ των υποψηφίων, ο λιγότερο αναμενόμενος, αποφάσισε να θέσει θέμα: το διακύβευμα, κατά τη γνώμη του, ήταν εάν ο πρόεδρος που θα εκλεγεί θα δείχνει τη διάθεση συνεννόησης με τον ΣΥΡΙΖΑ, ή θα έχει ανειρήνευτο μέτωπο εναντίον του. Το ερώτημα έκτοτε κυριάρχησε τόσο πολύ στην προεκλογική διαδικασία, ώστε ο καταγγελλόμενος ως ενδοτικός κ. Μειμαράκης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τη θέση του προσωρινού προέδρου, για να μη θεωρηθεί ότι του δίνεται προβάδισμα.

Το παλιό και το νέο επίδικο

Η ξαφνική και απρόσμενη πολιτικοποίηση της εκλογής, και μάλιστα μ’ αυτό το ερώτημα, απαιτεί κάποια εξήγηση. Χρειάζεται να θυμίσουμε εδώ ότι αμέσως μετά την εκλογική αποτυχία της ΝΔ, για τρίτη συνεχή φορά μέσα σε μερικούς μήνες, όταν ως νέος υποψήφιος πρόεδρος προβαλλόταν ο κ. Δένδιας και φαινόταν πιθανό ένα συνέδριο του κόμματος, το βασικό πολιτικό ζήτημα που συζητιόταν ήταν η ορθότητα ή μη της εκλογικής τακτικής της ΝΔ, και όχι η σχέση της με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Αν δώσουμε βάση στο συνήθως έγκυρο και αντικειμενικό ρεπορτάζ της «Καθημερινής» για τα εσωτερικά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, «στο εσωτερικό της ΝΔ συγκρούονται δύο κόσμοι» (Γ.Π.Τερζής). Αν είναι τόσο σοβαρή η σύγκρουση, τότε αυτό που εμφανίζεται προς τα έξω ως βασικό διακύβευμα, θα πρέπει να χωρίζει με αρκετά βαθειά τάφρο τους «δύο κόσμους». Αυτό που φαίνεται λογικό στα μάτια του κόσμου, δηλαδή να συμπαραστέκεται η αξιωματική αντιπολίτευση στην κυβέρνηση που διαπραγματεύεται τα συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής ενός μνημονίου που το ψήφισε και η ΝΔ, δεν είναι τόσο απλό για ένα κόμμα όπως η ΝΔ.
Δεν τη δυσκολεύει μόνο το γεγονός ότι είναι η αξιωματική αντιπολίτευση και πρέπει να βρει τρόπους να διακρίνεται ο πολιτικός λόγος της από τον κυβερνητικό. Ισως είναι κάτι βαθύτερο. Τα κοινωνικά συμφέροντα που αντιπροσωπεύει, οι τάξεις, τα στρώματα, οι κοινωνικές κατηγορίες που θέλουν να εκφραστούν πολιτικά από τη ΝΔ, έχουν πιθανότατα ένα δίλημμα στο εσωτερικό τους: θα στηρίξουν μια κυβερνητική πολιτική που επιβλήθηκε μεν στην κυβέρνηση από τους δανειστές, περιέχει όμως και στοιχεία που τα νιώθουν θετικά κατά βάση, ή θα ακολουθήσουν μια αντιπολιτευτική γραμμή που θα αποσταθεροποιεί την κυβέρνηση και ενδεχομένως ανατρέψει ξανά το πολιτικό σκηνικό, μόνο και μόνο για να εφαρμοστεί μια παρόμοια πολιτική;

Ενας κόσμος στα δύο

Οι «δύο κόσμοι» που διαπιστώνει το ρεπορτάζ, πολύ πιθανό να είναι δύο μερίδες ενός κόσμου, του αστικού και μεσοαστικού, που δεν είναι βέβαιες για το ποια είναι η κοινά συμφέρουσα επιλογή. Από τη μία πλευρά, καταλογίζεται στην ηγεσία της ΝΔ ότι κατρακυλάει στο λαϊκισμό, όταν προσπαθεί να διαφοροποιηθεί από την κυβέρνηση εμφανιζόμενη με... αντιμνημονιακή διάθεση ορισμένες φορές. Από την άλλη, της επισημαίνεται ο κίνδυνος ότι χωρίς εμφανή σύγκρουση με την κυβέρνηση και καταγγελία των αριστερών καταβολών της, θα έχει για πολύ καιρό το ρόλο του δεύτερου ή και του τρίτου παίχτη.
Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα, καθώς η κυβερνητική πολιτική φιλοδοξεί να μην είναι απλώς μια γραμμική πορεία πιστής εφαρμογής του μνημονίου, αλλά επιχειρεί να εφαρμόσει ένα μάλλον μετριοπαθές παράλληλο πρόγραμμα. Αυτό δεν ανησυχεί μόνο τους σφοδρούς υπέρμαχους των μνημονίων, οι οποίοι φοβούνται μήπως υπονομευτεί η εφαρμογή του «προγράμματος». Από την άλλη πλευρά, δημιουργεί προβλήματα και σε όσους βλέπουν ότι μ’ αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση μπορεί να παρεμβάλει εμπόδια στην επικοινωνία τής ΝΔ με ευρύτερα λαϊκά στρώματα, αν η τελευταία εμφανιστεί εχθρική προς τα φιλολαϊκά μέτρα ενός τέτοιου προγράμματος.
Η σχετική αμηχανία της ηγεσίας της ΝΔ ήταν εμφανής στη στάση που κράτησε κατά τη συζήτηση στην κοινοβουλευτική επιτροπή που εξέταζε νομοσχέδιο με τα πρώτα βήματα ενός «παράλληλου προγράμματος»: αφού εξαντλήθηκε σε μια πολύωρη συζήτηση επί της διαδικασίας, με σκοπό την αναβολή της συζήτησης, τελικά αποχώρησε από την επιτροπή.
Καθώς την επόμενη μέρα η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι αναβάλλει τη συζήτηση, προκειμένου να γίνει με κανονικές διαδικασίες μετά τις γιορτές, πράγμα που συνέβη κατ’ απαίτηση των θεσμών σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, η ΝΔ εμφανίστηκε να συμπλέει με τους δανειστές στην αντιμετώπιση ενός νομοσχεδίου που δεν εγκαθίδρυε δα και το σοσιαλισμό. Δεν είναι βέβαιο ότι θα κρατήσει την ίδια στάση όταν το νομοσχέδιο επανέλθει, αλλά και ενδεχόμενη αλλαγή τακτικής θα επιβεβαιώσει την εγγενή, λόγω έλλειψης πολιτικής επιλογής, αμηχανία.
Η διαφαινόμενη συμπαράταξη όλων σχεδόν των αντιπάλων του και των παρασκηνιακών υποστηρικτών τους εναντίον του κ. Μειμαράκη και του φημολογούμενου συμμάχου του κ. Καραμανλή, αποτελεί μια παράταξη μάχης που δύσκολα μπορεί εξαφανιστεί μετά την εκλογή προέδρου, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Το πρόβλημα είναι εγγενές για ένα κόμμα που θέλει να διεκδικήσει την πλειοψηφία και συνεπώς την κυβέρνηση: μπορεί η εφαρμογή ενός μνημονίου να αφήσει περιθώρια για «αντισταθμιστική» πολιτική -και αν ναι, γιατί δεν αποπειράται τη στήριξη μιας τέτοιας πολιτικής ένα κόμμα που θέλει να είναι κόμμα της «λαϊκής δεξιάς» ή της «κεντροδεξιάς», ή του «κοινωνικού φιλελευθερισμού»; Ερωτήματα αυτού του είδους είναι δύσκολο, αν δεν είναι αδύνατο, να απαντηθούν με την εκλογή ενός προέδρου «απ’ ευθείας από το λαό» και μάλιστα χωρίς να προηγηθεί κάποια συνεδριακού τύπου διεργασία.

Χ. Γεωργούλας

 
Πρόσφατα άρθρα ( Πολιτική )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet