ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΜΑΡΚΟ
Λεκές από αίμα


Το κτήνος που κοιμάται μέσα στον καθένα μας, δεν έχει τη μορφή που περιμένουμε



Η συλλογή διηγημάτων «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου έκλεισε ένα χρόνο κυκλοφορίας και βρίσκεται ήδη στην 5η έκδοση. Ο χρόνος που πέρασε μόνο επέτεινε τη σημασία να αναδειχθεί η ευτυχής συνάντηση ενός καλού νεαρού συγγραφέα με έναν καλό νέο εκδοτικό οίκο, τους «Αντίποδες» [www.antipodes.gr]. Σε μια εποχή που πολλή γκρίνια περιφέρεται για το έλλειμμα στο συνδυασμό καλού και νέου -παρότι συχνά έχουμε διαφωνήσει με αυτόν τον ισχυρισμό και έχουμε επιχειρήσει να προτείνουμε αποδείξεις περί του αντιθέτου από αυτές εδώ τις σελίδες-, αξίζει να γιορτάσουμε -μέρες που είναι- αυτή τη συνάντηση με μια συνέντευξη με τον συγγραφέα Δημοσθένη Παπαμάρκο.
Ο Δ. Παπαμάρκος γεννήθηκε στη Μαλεσίνα Λοκρίδας, το 1983. Μόλις 32 χρόνων, λοιπόν, και έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία [«Η αδελφότητα του πυριτίου» (μυθιστόρημα, Αρμός, 1998), «Ο τέταρτος ιππότης» (μυθιστόρημα, Κέδρος, 2001) και «ΜεταΠοίηση» (συλλογή διηγημάτων, Κέδρος, 2012)]. Επίσης, είναι υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Καλοί και οι αριθμοί και οι τίτλοι, αλλά αυτό που μετράει περισσότερο είναι αυτά που αφηγούνται σε τραχιά προφορική γλώσσα με αρβανίτικο ιδίωμα οι ήρωες των διηγημάτων του «Γκιακ», άνθρωποι που πολέμησαν στη μικρασιατική εκστρατεία και επέστρεψαν στα χωριά τους. Σώοι αλλά όχι αβλαβείς. Φεύγουν συγχωριανοί και έρχονται στρατιώτες.


Τη συνέντευξη πήρε η Ζωή Γεωργούλα

Μίλησε μας για το γλωσσικό ιδίωμα στο οποίο έχεις γράψει το «Γκιακ» και πώς το αποφάσισες.
Πρόκειται για το αγροτικό προφορικό γλωσσικό ιδίωμα της περιοχής που μεγάλωσα, το οποίο παραμένει ζωντανό, αυτό που θα λέγαμε στερεοελλαδίτικη ντοπιολαλιά. Είναι ένα ιδίωμα επηρεασμένο από την προφορά των αρβανίτικων, ενώ, παράλληλα, υπάρχουν αρκετά γλωσσικά δάνεια από τα αρβανίτικα. Και στο βιβλίο, τα αρβανίτικα τα χρησιμοποίησα εδώ κι εκεί ως επίχρισμα, κυρίως σε στιγμές που οι χαρακτήρες είναι σε μεγάλη συναισθηματική ένταση, οπότε εκφράζονται πιο πηγαία.
Η συγκεκριμένη γλώσσα, στην οποία είναι γραμμένο το «Γκιακ», είναι δομικό στοιχείο της αφήγησης. Δεν είναι επιλογή που έγινε για λόγους αισθητικής. Μέσα από τις λέξεις, τις εκφράσεις και τον τρόπο αφήγησης συγκροτείται πληρέστερα το σύμπαν αντίληψης των ηρώων. Επιπλέον, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση κατέστησε αυτήν τη γλωσσική επιλογή μονόδρομο.

Διηγείσαι ένα ιστορικό γεγονός και μια χρονική περίοδο που δεν έχεις βιώσει, τη μικρασιατική εκστρατεία. Πώς την επέλεξες; Πρόκειται για μυθοπλασία ή για πραγματικές αφηγήσεις που έχεις συλλέξει;
Πρόκειται για μυθοπλασία. Μόνο σε δύο από τις ιστορίες υπάρχει ένας πυρήνας αληθινής μαρτυρίας. Η επιλογή ήταν μάλλον τυχαία. Έκανα ένα ταξίδι μέσα στο 2013, για τις ανάγκες του διδακτορικού μου, στη Μικρά Ασία. Επισκέφτηκα αρκετές περιοχές με λεωφορείο και όλες αυτές οι ώρες ήταν ώρες παρατήρησης και σκέψης. Τα ονόματα των τόπων ανέσυραν αφηγήσεις για αυτά τα μέρη από το χωριό μου. Ένοιωθα ότι γνώριζα από κοντά έναν τόπο για τον οποίο κάτι είχα ακούσει, είχα σχηματίσει μια αόριστη εικόνα. Το αισθάνθηκα ως ένα ενδιαφέρον δίπολο αυτό. Στη συνέχεια, μου ζητήθηκε από ένα ηλεκτρονικό περιοδικό να γράψω κάτι και επέλεξα να γράψω ένα διήγημα. Επειδή ήταν κοντινή χρονικά η εμπειρία αυτού του ταξιδιού, οδηγήθηκα προς τα εκεί. Αισθάνθηκα, επίσης, ενδιαφέρον να αναμετρηθώ με αυτού του είδους την προφορική αφήγηση.

Το ταυτοτικό φαντασιακό

Η μυθοπλασία σού παρέχει μια ελευθερία να οδηγηθείς όπου θες. Πού ένοιωσες ότι σε οδηγούσε αυτή η ελευθερία διηγούμενος αυτές τις ιστορίες;
Αυτός είναι και ένας λόγος που δεν αναζήτησα αληθινές μαρτυρίες. Ήξερα ότι αν αναζητούσα ντοκουμέντα ή μαρτυρίες από το χωριό μου, αν αναζητούσα τα εγγόνια όσων συμμετείχαν στη μικρασιατική εκστρατεία και τους ζητούσα να μου μεταφέρουν ιστορίες, θα έμπαινε ένα πλαίσιο αυστηρό που θα έπρεπε να σεβαστώ. Με ενδιέφερε να έχω ένα πλαίσιο ανοιχτό, ώστε να χτίσω την πλοκή με τέτοιο τρόπο που να εξυπηρετεί την ανάδειξη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών στους ήρωες.
Πέρα από κάποιες βασικές γραμμές που υπάρχουν σε κάποια διηγήματα, είναι δύσκολο να συνοψίσω πού οδηγήθηκα. Ίσως ήθελα να μιλήσω για την κοινοτοπία του κακού, για το κτήνος που κοιμάται μέσα στον καθένα μας και που δεν έχει τη μορφή που περιμένουμε. Η ελευθερία αυτή με βοήθησε να εισάγω στην αφήγηση συγκαλυμμένα στοιχεία εντελώς ετερόκλητα, που όμως κινούν τη δική μου περιέργεια και το ενδιαφέρον.

Η έννοια του «γκιακ» [=αίμα, συγγένεια εξ αίματος, φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης] πόσο σημαντική είναι σήμερα;
Στις κοινότητες από όπου κατάγομαι έχει ατονήσει πάρα πολύ. Υπάρχει ένα κατάλοιπο της παράδοσης που μιλάει για τιμή, για περηφάνεια στον τρόπο που αυτοπροσδιοριζόμαστε. Αλλά γενικά είναι πολύ εξασθενημένη, σχεδόν ανύπαρκτη, ανήκει μάλλον στο ταυτοτικό φαντασιακό.

Κι όμως συχνά γίνεται σήμερα επίκληση του αίματος, του δεσμού αίματος ως ισχυρού στοιχείου ή προνομίου.
Πράγματι, ίσως γιατί νοιώθουμε την ανάγκη ενός ταυτοτικού επαναπροσδιορισμού. Ένας τρόπος να ορίσεις την ταυτότητά σου και να εξελιχθείς, είναι το να γνωρίσεις από πού έρχεσαι. Το οποίο, βεβαίως, δεν σημαίνει απαραίτητα αποδοχή.

Κάπου ασκούμε βία

Έχεις πει σε κάποια συνέντευξή σου ότι «ο πόλεμος θεωρείται παρέκκλιση και όχι νόρμα, παρότι είναι μια από τις σταθερές της ανθρώπινης ιστορίας». Πιστεύεις ότι παραμένει «παρέκκλιση» σήμερα, με όλη αυτήν την επίδειξη πολέμου που μας κατακλύζει από οθόνης;
Τείνουμε να απωθούμε το γεγονός του πολέμου, διότι τον θεωρούμε κάτι το απεχθές και ότι δεν περιποιεί τιμή στη φύση μας. Θέλουμε να σκεφτόμαστε τους εαυτούς μας ως καλούς. Η επιθετικότητα, όμως, είναι παρούσα σε κάθε εποχή, απλά την αντιμετωπίζουμε ως ταμπού ή ντροπιαστική. Ιδιαίτερα σε εποχές μετανεωτερικές που έχουν επηρεαστεί από τη χριστιανική ηθική. Ενώ συνεχίζουμε να ασκούμε βία, πλέον έχουμε και κάποια ενοχή. Το παρατηρούμε από το πώς φερόμαστε στα ζώα -τα σφαγεία έχουν μεταφερθεί εκτός πόλης, γιατί δεν θέλουμε να βλέπουμε, αλλά το προϊόν συνεχίζουμε να το καταναλώνουμε.
Εν μέρει, υπάρχει έλξη προς ένα τέτοιο θέαμα, αλλά έχει φτάσει να καταναλώνεται στην πιο ακραία του μορφή και εκτός πλαισίου, σαν πορνό. Πρόκειται για βία που δεν μπορεί να ενταχθεί σε κάποια αφήγηση, δεν έχει νόημα ούτε είναι δικαιολογήσιμη. Ίσως είναι απότοκο της καταναλωτικής τάσης των σύγχρονων κοινωνιών. Από τη μια, έχουμε την πολιτική ορθότητα αυτών που ισχυρίζονται ότι βία είναι ακόμα και το να βρίσεις, από την άλλη, οι ίδιοι άνθρωποι μπορεί να πάνε να δούνε μια ταινία που άνθρωπος τρώει άνθρωπο. Είναι υποκριτικό να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε μη βίαιοι. Κάπου ασκούμε βία ή καταναλώνουμε ένα προϊόν βίας ή κλείνουμε τα μάτια σε κάτι βίαιο. Ίσως όλα αυτά να συμβαίνουν επειδή έχουμε χάσει το μέτρο. Ο μέσος πολίτης στη Δύση δεν γνωρίζει τι είναι βία, την έχει εξορίσει από τη ζωή του. Έτσι ή τα ορίζει όλα ως βία ή κάποια συγκεκριμένα θεάματα τα αποδέχεται διότι δεν κατανοεί την κλίμακά τους.



Στο «Γκιακ», βάζεις στο στόμα ενός ήρωά σου τη ρήση: «Καθαρός δεν είν’ κανένας, μονάχα ο άπραγος». Πιστεύεις ότι ο άπραγος είναι καθαρός;
Είναι η εξιδανικευμένη ουδετερότητα, αυτού που δεν λαμβάνει ποτέ μέρος σε τίποτα. Αν μπορεί να υπάρξει ποτέ τέτοιος άνθρωπος. Είναι περισσότερο μια έκφραση που δηλώνει ότι καθαρός δεν είναι κανένας, χρησιμοποιωντας μια αντίστιξη. Είναι σαν αυτό που λέει ο Αριστοτέλης, ότι ο μοναχός άνθρωπος είναι ή θηρίο ή θεός. Γνωρίζουμε, όμως, ότι δεν μπορεί να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Τότε και τώρα

Γιατί νομίζεις ότι οι αναγνώστες μπορούν να νοιώσουν σύνδεση με τους ήρωες των διηγημάτων σου;
Το «Γκιακ» ειναι ένα βιβλίο του 2015 που αξιοποιεί ως θέμα τη μικρασιατική εκστρατεία. Ίσως η σύνδεση εχει να κάνει με το γεγονός ότι και εμείς, όπως και οι ήρωες του βιβλίου, βρισκόμαστε σε μια εποχή - μεταίχμιο, που λίγο ή πολύ μας οδηγεί σε σύγκρουση και με τον παλιό μας εαυτό και με τον κοινωνικό περίγυρο, ανεξάρτητα από το πώς εκδηλώνεται αυτή η σύγκρουση. Προσωπικά, νοιώθω ότι, από την αρχή της κρίσης έως τώρα, το επίπεδο της οργής αυξάνεται, ακόμα κι αν δεν εκφράζεται πάντοτε. Αντίστοιχα, οι ήρωες του «Γκιακ» βρίσκονται σε μια μεταιχμιακή εποχή, στο βαθμό που η μικρασιατική καταστροφή σηματοδοτεί το πέρασμα της ελληνικής κοινωνίας στη νεωτερικότητα. Αυτό είναι κάτι που οι ήρωες δεν το έχουν επεξεργαστεί ορθολογικά, αλλά το νοιώθουν. Δεν φέρουν μόνο την εμπειρία ενός πολέμου, αλλά και ενός άλλου πολιτισμού, του ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Επιστρέφουν, λοιπόν, όντας σε μια κατάσταση προσυγκρουσιακή, η οποια γίνεται συγκρουσιακή όταν τους δίνεται το ερέθισμα. Ίσως αυτός ο παραλληλισμός τού τότε με το σήμερα να συμβαίνει διαισθητικά στους αναγνώστες.

Άρχισες να εκδίδεις βιβλία σε πολύ μικρή ηλικία. Πώς συνέβη αυτό;
Είχα αρχίσει να γράφω νωρίς, από τα 12. Όταν προέκυψε κάτι μεγαλύτερο από διηγήματα, ένα μυθιστόρημα, ήθελα μια γνώμη, στηριγμένη σε αντικειμενικά κριτήρια, για το αν αυτό που κάνω είναι καλό. Η συγγραφή ήταν μια επίπονη, αργή διαδικασία τότε, στην εφηβεία μου, που μου έπαιρνε χρόνο από άλλες δραστηριότητες. Μ’ άρεσε μεν, αλλά αν δεν το έκανα καλά, προτιμούσα να διαθέσω αυτήν την προσπάθεια και το χρόνο σε κάτι άλλο. Έτσι, έδωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα στον πατέρα μου και κατέβηκε στην Αθήνα, όπου έκανε το γύρο των εκδοτικών. Δεν θέλω καν να σκέφτομαι πόσο έχει λοιδορηθεί ως πατέρας - ψώνιο δεκατετράχρονου..! Έτυχε, λοιπόν, να αρέσει το μυθιστόρημα στον εκδότη του Αρμού και να το στηρίξει.

Γιατί επέλεξες να πας στις τωρινές σου εκδόσεις, τους «Αντίποδες»;
Γιατί γνώριζα τους εκδότες, ήταν φίλοι και αυτό μου επέτρεψε να γνωρίσω και το εκδοτικό τους όραμα, το οποίο με έπεισε εντελώς. Συνέχεια ακούμε γύρω μας ότι δεν γίνεται τίποτα, δεν λαμβάνονται πρωτοβουλίες. Όταν, λοιπόν, πράγματι γίνεται κάτι ωραίο και συμφωνείς απόλυτα με αυτό, γιατί να μείνεις απέξω;

 
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2022 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet