Νεοδημοκράτες που δεν «ντρέπονται να είναι δεξιοί», εναντίον «κρυποταριστερών» της κεντροδεξιάς…



Χωρίς να υποτιμήσουμε καθόλου (θα ήταν εθελοτυφλία) τη σημασία της συμμετοχής τετρακοσίων χιλιάδων ανθρώπων στην εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη προέδρου της ΝΔ, θα πρέπει να δούμε κριτικά τους –όχι πάντοτε ανιδιοτελείς– διθυράμβους που ακούστηκαν για το γεγονός και τη σημασία του. Η ψήφος του «απλού πολίτη» για την ανάδειξη προέδρου ενός κόμματος μπορεί να κάνει πολλά: να ταρακουνήσει τον κομματικό μηχανισμό, να του υποδείξει πολιτικές κατευθύνσεις, να αναδείξει την ανάγκη ανασυγκρότησης και ενίσχυσής του ή το αίτημα της ενότητας… Ένα πράγμα δεν μπορεί να κάνει: να απαντήσει σε ένα πολιτικό ερώτημα γραμμής, που δεν έχει τεθεί με σαφήνεια στο πλαίσιο μιας συνεδριακής διαδικασίας.
Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των εκλογών στη ΝΔ δεν μπόρεσε να κάνει τίποτε περισσότερο από το να αναδείξει στο ψηλότερο επίπεδο το υπαρκτό πολιτικό ερώτημα: «Τι Νέα Δημοκρατία θέλουμε;» (όχι εμείς, που στο κάτω κάτω δεν μας πέφτει λόγος, αλλά οι οπαδοί και οι δυνάμει ψηφοφόροι της). Το αποτέλεσμα της κάλπης προσωποποίησε, όπως φαίνεται, το βασικό δίλημμα της ΝΔ φέρνοντας στην πρώτη θέση τον κ. Μεϊμαράκη και στη δεύτερη τον κ. Μητσοτάκη.

Με την «οικονομική ελίτ» ή τη «ζωντανή κοινωνία»;

Ας αφήσουμε, όμως, τους ίδιους τους νεοδημοκράτες να μιλήσουν γι’ αυτά. Το ερώτημα που λίγο πιο πάνω θέσαμε τοποθετώντας το σε εισαγωγικά, είναι η αρχή ενός ερωτήματος που ο κ. Στυλιανίδης, στέλεχος της ΝΔ, βουλευτής της και πρώην υπουργός, ολοκλήρωσε ως εξής την επομένη ακριβώς του πρώτου γύρου: «Οι νεοδημοκράτες θα πρέπει να επιλέξουν τι ΝΔ θέλουν. Θέλουν μια νεοφιλελεύθερη ΝΔ, η οποία θα πάει στο καθαρό, δημοκρατικό και ορθολογικό ιδεολόγημα του νεοφιλελευθερισμού, το οποίο ουσιαστικά, κοινωνικά και εκλογικά, πατάει σε μια οικονομική αριστοκρατία, σε μια οικονομική ελίτ;»
Καθώς ο κ. Στυλιανίδης καταχωρείται στους καραμανλικούς της ΝΔ, είναι φανερό ποιο είναι το άλλο σκέλος της διάζευξης: είναι ο γνωστός «κοινωνικός φιλελευθερισμός», ο οποίος αναφέρεται στην ιδρυτική διακήρυξη της ΝΔ του 1974 και φέρει τη σφραγίδα του ιδρυτή της. Το να επικαλείται ο κ. Στυλιανίδης αυτή την ιδρυτική συνείδηση των νεοδημοκρατών (γνήσια ή ψευδή δεν είναι η ώρα να το συζητήσουμε…), είναι αναμενόμενο. Εκείνο που δεν είναι αυτονόητο, είναι η σκληρότητα με την οποία τον αποκρούσει ένας άλλος νεοδημοκράτης.
Δείτε πώς του απαντάει από τις στήλες της «Καθημερινής» ο κ. Π. Μανδραβέλης: «Ολόκληρη η αριστερή δαιμονολογία, αυτή που κόστισε τόσα πολλά στη ΝΔ και στη χώρα, υιοθετείται από στέλεχος της φιλελεύθερης παράταξης (…) Ποιος Στρατούλης και ποιος Λαφαζάνης; Τον κ. Στυλιανίδη πρέπει να κάνουν ιδεολογικό καθοδηγητή στη ΛΑΕ. Μην πούμε ότι θα τα πήγαινε καλά και στο ΚΚΕ.» Γιατί το κάνουν αυτό ο κ. Στυλιανίδης και οι όμοιοί του, κατά τον κ. Μανδραβέλη; Διότι «ντρέπονται που είναι δεξιοί» (τι έγινε, λοιπόν, η κεντροδεξιά;), διακρίνονται για τη «νεοφιλελευθεροφοβία» τους και, εν τέλει, ομολογούν ότι «αριστεροί είμαστε, αλλά δεν θέλουμε να το πούμε»!
Αν θέλουμε να μιλήσουμε με όρους ρετρό, μοιάζει σαν να αναβιώνουν οι κατηγορίες περί «σοσιαλμανίας», που εκτοξεύονταν στη δεκαετία 1970 εκ των ένδον κατά του τότε υπουργού της ΝΔ Π. Παπαληγούρα –και δι’ αυτού στον τότε πρωθυπουργό Κων. Καραμανλή. Ο κ. Μανδραβέλης χαρακτηρίζει τα λεγόμενα του κ. Στυλιανίδη περί «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» και «μιας μεγάλης Κεντροδεξιάς, η οποία θέλει να ακουμπά πάνω στη ζωντανή κοινωνία και στην υγιή αγορά» ως «πομφόλυγες»…

Πολιτικές ταμπέλες – κοινωνικοί διαχωρισμοί

Το αξιοσημείωτο είναι ότι αυτό που βλέπουμε εμείς να συντελείται στο επίπεδο των προσώπων –με τη φημολογούμενη στήριξη προς τον κ. Μεϊμεράκη εκ μέρους των «καραμανλικών» και τη στήριξη του κ. Μητσοτάκη από τον κ. Γεωργιάδη ή τα συστημικά μίντια και το «φιλελεύθερο άτυπο δίκτυο που διαπερνά όλα τα κόμματα», κατά τον Δ. Ν. Μανιάτη (22/12 «Τα Νέα») – βλέπουμε να καταγράφεται σε σημαντικό βαθμό και στους συσχετισμούς εκλογικής δύναμης των δύο πρώτων, που υποδεικνύουν μια μάλλον σαφή ταξική διαφοροποίηση: π.χ. υπεροχή Μεϊμαράκη στη Δυτική και Ανατολική Αττική, υπεροχή Μητσοτάκη στη Βόρεια και Νότια Αττική.

 
Μπορεί η μεγάλη προσέλευση στις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου να είναι πράγματι καλός οιωνός για τη ΝΔ. Όμως δεν αρκεί. Ο τρόπος με τον οποίο μοιράστηκαν οι προτιμήσεις, δείχνει ότι εκτός από την επιλογή ικανού προέδρου θα χρειαστεί και επιλογή ικανής πολιτικής.


Παρά τις κραυγές του κ. Μανδραβέλη, φαίνεται ότι η ΝΔ ως κομματικός μηχανισμός και ως μερίδα του εκλογικού σώματος έχει εσωτερικεύσει ένα υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα. Από το πώς, με ποια πολιτική δηλαδή, θα διεκδικήσει η ΝΔ την πλειοψηφία, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό αν θα την εξασφαλίσει κάποτε.
Η εμπειρική παρατήρηση θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, έστω υπό τις ιδιαίτερες μεταδικτατορικές συνθήκες, η ΝΔ διεκδίκησε και εξασφάλισε πλειοψηφίες με μια συγκεκριμένη και διόλου «καθαρή», ακραιφνή, τουλάχιστον στις διακηρύξεις της, πρόταση. Αργότερα, αδυνατώντας να αντιπροτείνει στην πολιτική πρόταση του πρώτου ΠΑΣΟΚ περί αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου μια πειστική και ελκτική εναλλακτική, έμεινε από το 1981 ως το 2003 εκτός παιχνιδιού (με ένα μικρό διάλειμμα δια του Κων. Μητσοτάκη). Την επόμενη φορά που διεκδίκησε πλειοψηφία, ήταν με την αντιμνημονιακή σημαία ευκαιρίας, που ύψωσε το 2010 ο κ. Σαμαράς ως πρόεδρος της ΝΔ. Έκτοτε, με μια πολιτική εξυμνητική στην πράξη του νεοφιλελεύθερου δόγματος βαδίζει από το κακό στο χειρότερο. Για να βρεθεί στα τέλη του 2015 και αρχές του 2016 ξανά μπροστά στο ιδρυτικό δίλημμά της.

Πολιτικά πειράματα ή νέες κοινωνικές συμμαχίες;

Θα μπορέσει, άραγε, να το απαντήσει ουσιαστικά με την εκλογή τού ενός ή του άλλου εκ των δύο τελικών διεκδικητών της προεδρικής θέσης; Το αν και πώς θα απαντηθεί έχει σημασία για όλους και όχι μόνο για τους νεοδημοκράτες. Δεν υπονοούμε ότι επίκειται εσωτερική σύγκρουση και διάλυση ή διάσπαση της ΝΔ. Δεν πρόκειται να μείνουν οι αστικές δυνάμεις χωρίς ένα αξιόπιστο κύριο εκφραστή τους στο πολιτικό πεδίο. Ωστόσο, είναι γνωστές οι απόψεις και οι δυνάμεις, που μιλούν για ένα «ευρωπαϊκό κόμμα», το οποίο θα μπορούσε(;) στη βάση της ανεπιφύλακτης υποδοχής της νεοφιλελεύθερης λογικής και του «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» (με ό,τι σημαίνει γι’ αυτούς…) να εκφράσει νέες κοινωνικές συμμαχίες.
Για όλους αυτούς, βέβαια, η ευρωπαϊκή συγκυρία είναι δυσμενής. Στο μεν Νότο, η αντίδραση στη λιτότητα του νεοφιλελεύθερου σχεδίου για την έξοδο από την κρίση εκφράζεται με ανακατατάξεις στις σχέσεις και τους συσχετισμούς μεταξύ αριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας και φανερή υποχώρηση των συντηρητικών, νεοφιλελεύθερων κομμάτων. Στις χώρες του Βορρά και της Κεντρικής Ευρώπης, οι δυσκολίες των νεοφιλελεύθερων συντηρητικών εκφράζονται με αλματώδη ενίσχυση των ακροδεξιών της ξενοφοβίας και της εθνικιστικής αναδίπλωσης. Και στις δύο εκδοχές οι οιωνοί δεν είναι καλοί για τους νεοφιλελεύθερους εκ πεποιθήσεως. Και η Ελλάδα, ως προς αυτό, δεν αποτελεί εξαίρεση.
Μπορεί η μεγάλη προσέλευση στις εκλογές για την ανάδειξη προέδρου να είναι πράγματι καλός οιωνός για τη ΝΔ. Όμως δεν αρκεί. Ο τρόπος με τον οποίο μοιράστηκαν οι προτιμήσεις, δείχνει ότι εκτός από την επιλογή ικανού προέδρου θα χρειαστεί και επιλογή ικανής πολιτικής. Δεν φτάνει η «σκληρή» ή «δυναμική» αντιπολίτευση στην κυβέρνηση. Η ΝΔ δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αντίθεσή της σε νομοσχέδια που εφαρμόζουν το μνημόνιο, αλλά ούτε και σε νομοσχέδια που επιχειρούν να δείξουν ότι υπάρχει ζωή και πέρα απ’ τα μνημόνια. Αυτή η δυσκολία, που αποτελεί έκφραση του αναπάντητου διλήμματος στο εσωτερικό της, θα ανακόπτει την ορμή της. Θα την εμφανίζει άλλοτε μικροπολιτικά παράλογη και άλλοτε συμπλέουσα με τους δανειστές δυνάστες (βλέπε τη στάση των ευρωβουλευτών της στην υπόθεση της Φολξβάγκεν).
Ανέλπιστος βοηθός σ’ αυτή τη δυσκολία θα μπορούσε να αποδειχθεί μόνο η ανεπάρκεια της συνολικής κυβερνητικής πολιτικής, του συνολικού κυβερνητικού έργου. Αν αυτή και αυτό δεν είναι σε θέση να συγκρατούν γύρω από την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ λαϊκά στρώματα και να προσθέτουν νέα, τότε το έργο της ΝΔ θα διευκολύνεται. Οι ανακατατάξεις στις κοινωνικές συμμαχίες θα ευνοηθούν προς όφελός της. Και τότε μπορεί να ξαναζήσουμε το παράδοξο να επικρατούν πολιτικά οι υποστηρικτές του νεοφιλελευθερισμού, παρά το γεγονός ότι ο νεοφιλελευθερισμός αναγνωρίζεται πια από τα θύματά του ως αιτία της κακοδαιμονίας τους
 
Χ. Γεωργούλας
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2020 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet