Τα γαλλικά συνδικάτα βγαίνουν και πάλι μπροστά με την γενική πανγαλλική κινητοποίηση με απεργίες και διαδηλώσεις, εκφράζοντας τη ριζική τους αντίθεση στην πολιτική της κυβέρνησης του Εμμανουέλ Μακρόν και της Ελίζαμπέθ Μπόρν, «που επιχειρεί να επιβάλει μια ακραία λιτότητα σε βάρος των εργαζομένων, αλλά και παραγωγικές διαδικασίες της χώρας προς όφελος του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των μονοπωλιακών επιχειρήσεων που οικειοποιούνται τον πλούτο που παράγουν οι εργαζόμενοι», όπως αναφέρουν τα συνδικάτα. Με την πολιτική αυτή επιχειρούν να ενοχοποιήσουν τους εργαζόμενους για τη σημερινή δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει η χώρα.

 

Τα υπερβολικά κέρδη προκαλούν την κρίση

 

Τα γαλλικά συνδικάτα αυτή τη φορά δεν είναι μόνα τους. Συμπορεύονται μαζί με τα ευρωπαϊκά (CES) που συνδιαμόρφωσαν ένα κοινό πλαίσιο διεκδικήσεων, απαντώντας στο βασικό ερώτημα «ποιος ευθύνεται για την κρίση;». Η απάντηση των ευρωπαϊκών συνδικάτων είναι πως «η κρίση τροφοδοτείται από τα υπερβολικά κέρδη και όχι από τους μισθούς των εργαζομένων», όπως ισχυρίζονται μερικοί. Και, συνεχίζουν: «οι μισθοί δεν προκαλούν τον πληθωρισμό. Οι εργαζόμενοι είναι τα θύματα αυτής της κρίσης, βλέποντας την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, ενώ οι τιμές των βασικών αγαθών εκτοξεύονται στα ύψη. Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι η όξυνση και διεύρυνση των ανισοτήτων». Και η CES υπογραμμίζει: «οι κυβερνήσεις και η ΕΕ δεν μπορούν να κάθονται με σταυρωμένα χέρια μπροστά σε αυτήν την κρίση. Το κόστος της αδράνειάς τους και η αποδοχή μέτρων όπως η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, το πάγωμα των μισθών και η επιστροφή σε προγράμματα λιτότητας, θα είναι καταστροφή».

Οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα σε όλες τις χώρες της Ευρώπης προτείνουν ένα πρόγραμμα έξι σημείων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και του πληθωρισμού καθώς και την οικοδόμηση μιας οικονομίας που θα απαντά στις ανάγκες των εργαζομένων. Σε αυτά περιλαμβάνεται η αύξηση των μισθών για την αντιμετώπιση του κόστους ζωής (τρόφιμα, ενοίκια, ενέργεια) και  την ενίσχυση των ευάλωτων που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης. Επίσης, προβλέπεται πλαφόν στις τιμές της ενέργειας, που «πρέπει να αναγνωριστεί ως δημόσιο αγαθό». Να γίνουν επενδύσεις για να καταπολεμηθούν οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης. Να φορολογηθούν τα υπερκέρδη και να σχεδιαστεί η πράσινη μετάβαση με δικαιοσύνη και κοινωνική συμμετοχή. Τα συνδικάτα επιμένουν στην ανάγκη του κοινωνικού διαλόγου που, όπως έχει αποδειχτεί, είναι ο μόνος δρόμος για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Η CGT και το διασυντονιστικό όργανο των γαλλικών συνδικάτων, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, προχωρούν σε νέες κινητοποιήσεις με βάση αυτό το πλαίσιο, εμπλουτίζοντάς το με τα δικά τους ιδιαίτερα αιτήματα: την αύξηση του κατώτατου μισθού (SMIC) καθώς και την ανάγκη των διαπραγματεύσεων και της υπογραφής συλλογικών συμβάσεων στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Επανατίθεται το αίτημα της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής γιατί, όπως τονίζουν τα συνδικάτα, στις χώρες που ισχύει, π.χ. στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, η ανάπτυξη είναι μεγαλύτερη και η ανεργία παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Στις χώρες όμως που ανεβαίνουν οι τιμές, οι μισθοί μένουν στάσιμοι και τα κέρδη αυξήθηκαν σε επίπεδα ρεκόρ. Οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν δυσκολίες καθώς οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν υπέρμετρα, από το 30% το 2021 στο 45% το 2022, με συνέπεια τη μείωση της κατανάλωσης και την πτώση της παραγωγής των βιομηχανικών προϊόντων.

Το διασυντονιστικό των συνδικάτων προχωρά στην κινητοποίηση της 13ης του Οκτώβρη βάζοντας στο τραπέζι των διεκδικήσεων και την ισότητα των γυναικών – παρά τη γενική αναγνώριση, το θέμα παραμένει άλυτο, με αποτέλεσμα οι γυναίκες να αμείβονται κατά μέσο όρο, 25% λιγότερο από τους άνδρες.

Για τα συνδικάτα, το θέμα της οικολογικής μετάβασης προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το καλοκαίρι του 2023 ήρθαν στην επιφάνεια οι δραματικές συνέπειες της κλιματικής κρίσης. Αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί με ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα με τη συμμετοχή των κοινωνικών οργανώσεων και των εργαζομένων.

Η κινητοποίηση της 13ης Οκτωβρίου έρχεται μετά την κινητοποίηση της 23ης Σεπτεμβρίου για τις συνδικαλιστικές ελευθερίες και την απόκρουση της κυβερνητικής βίας κατά των συνδικαλιστών, που σέρνονται στα δικαστήρια –πάνω από 100– για τη συμμετοχή και τη δράση τους κατά του συνταξιοδοτικού το περασμένο καλοκαίρι. Καθώς και των απεργιακών κινητοποιήσεων σε μεγάλες επιχειρήσεις που κατάφεραν μάλιστα να κερδίσουν αυξήσεις στους μισθούς τους.

 

Ο αγώνας γενικεύεται

 

«Ο αγώνα αυτός δεν θα τελειώσει. Θα γενικευτεί και θα έχει διάρκεια… Ο Μακρόν δεν κατάφερε να αλλάξει τους κανόνες. Θεώρησε ότι η επιβολή του συνταξιοδοτικού θα αποτελούσε ήττα για τα συνδικάτα, με συνέπεια την απογοήτευση και τη διάσπασή τους. Όμως τα συνδικάτα είναι εδώ, πιο δυνατά και με ένα πρόγραμμα που αγκαλιάζει όλους τους εργαζόμενους και τη νεολαία… Ο Μακρόν δεν έχει ούτε την κοινωνική ούτε την πολιτική πλειοψηφία. Γι αυτό διαρρέει ότι θα καταφύγει και πάλι στον νόμο 43.9 προκειμένου να περάσει τον προϋπολογισμό του 2024,  που προβλέπει λιτότητα για τους εργαζόμενους και συρρίκνωση του δημόσιου τομέα. Πρόκειται για έναν προϋπολογισμό με υψηλές παροχές στα μεγάλα συμφέροντα, χωρίς όρους και προϋποθέσεις. Δηλαδή χωρίς δεσμεύσεις για επενδύσεις και αύξηση της απασχόλησης», δήλωσε η γ.γ. της CGT, Σόφι Μπινέ.

Πράγματι, ο υπουργός Οικονομικών αποφεύγει να μιλήσει για τα 150 δισ. ευρώ που δωρίζει στις μεγάλες επιχειρήσεις, ωστόσο επισημαίνει τους κινδύνους που διατρέχει η χώρα από τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, γεγονός που επιβάλλει την περικοπή των κοινωνικών δαπανών. Τα συνδικάτα από την πλευρά τους μετρούν τις δυνάμεις τους και σχεδιάζουν τις κινήσεις τους εκτιμώντας πως η πλευρά κυβέρνησης – εργοδοτών θα αναγκαστεί να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή Συλλογικών Συμβάσεων και την ουσιαστική αύξηση των μισθών των εργαζομένων.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet