Μιχαήλ Μητσάκης «Αυτόχειρ», εκδόσεις Πατάκη (νέα έκδοση), 2023

 

Ένα διήγημα που δημοσιεύτηκε το 1895, το τελευταίο που άφησε πίσω του ο συγγραφέας πριν κλειστεί οριστικά στο Δρομοκαΐτειο, ξαναδιαβάζεται στον αιώνα μας άφθαρτο και πολυσήμαντο, ξεπερνώντας ίσως και τις προθέσεις του συγγραφέα, που πέθανε το 1916 σε ηλικία 48 ετών χωρίς να προλάβει να εκδώσει κάποιο βιβλίο.

Ο Μιχαήλ Μητσάκης έγραφε για τις εφημερίδες της εποχής του, κυρίως την Ακρόπολι, άρθρα, χρονογραφήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Ήταν μια εποχή που οι δημοσιογράφοι και λογοτέχνες ταξίδευαν στον ελλαδικό χώρο και στις τουρκοκρατούμενες περιοχές καταγράφοντας τη ζωή και τα προβλήματα των κατοίκων. Ο Μητσάκης ταξίδεψε πολύ δημοσιεύοντας τις εξορμήσεις του και ταυτόχρονα αποτύπωσε ολοζώντανα την πρωτεύουσα στα κείμενα της συλλογής «Αθηναϊκαί σελίδες». Σε ένα από τα τελευταία του ταξίδια στην Πάτρα εμπνεύστηκε τον Αυτόχειρα.

 

Η διήγηση αυτή ξεπερνάει ειδολογικά και μορφολογικά τα προηγούμενα πεζά και χρονικά. Δεν είναι ταξιδιωτικό, δεν είναι χρονογράφημα αλλά ταυτόχρονα αποτελεί μια θαυμάσια, σπαρταριστή περιγραφή της Πάτρας, στα τέλη του 19ου αιώνα. Εκεί λοιπόν, περαστικός στην πόλη του 1885, αποφασίζει να καταλύσει σε ένα ξενοδοχείο στο λιμάνι και να συναντήσει κάποιους φίλους. Στο ξενοδοχείο συντρώγει με γνωστούς του και μαθαίνει ότι σε ένα κοντινό ξενοδοχείο αυτοκτόνησε κάποιος, του οποίου τα στοιχεία παραμένουν άγνωστα, πιθανώς ερχόμενος από την Σμύρνη. Αυτά τα λίγα μαθεύτηκαν και ότι άφησε ένα σημείωμα όπου έλεγε: «Αυτοκτονώ. Ας μην ενοχληθεί κανείς». Στο γεύμα, κατά τη διάρκεια της κουβέντας, όταν απευθύνονται στον αφηγητή τον αποκαλούν «κ. Μητσάκη».

Ο αφηγητής μας, ο συγγραφέας πια, αποσύρεται στο δωμάτιό του αλλά, λίγο πριν μπει, προλαβαίνει να δει στο διπλανό δωμάτιο μια μισόγυμνη γυναίκα να κουβαλάει μια λεκάνη με νερό για να πλυθεί. Στο δικό του δωμάτιο από το παράθυρο βλέπει τις σκοτεινές αποχρώσεις της μαύρης νύχτα, τις σκιώδεις κατατομές των βουνών, ένα κατάμαυρο βαπόρι, τα μαυρωπά κανόνια. Η μαυρίλα φέρνει στον νου τη φράση που άφησε γραμμένη στο χαρτί ο αυτόχειρας: «Ας μην ενοχληθεί κανείς». Μια φράση εμμονική σαν το: «Θα προτιμούσα όχι», στο διήγημα του Χέρμαν Μέλβιλ «Μπάρτλμπυ, ο γραφέας» (1853), τριάντα χρόνια νωρίτερα. Αρχίζει τις επικλήσεις για το ποιος άραγε θα μπορούσε να ενοχληθεί ενώ, κατά τη διάρκεια της αινιγματικής νύχτας και της βόλτας στην πόλη, θα αναρωτιέται διαρκώς, με την ίδια επωδό: ποιος θα ενοχληθεί για τον άγνωστο αυτόχειρα; Απευθύνεται σε κάθε ζωντανή ύπαρξη ή στοιχείο της φύσης μέχρι και τα μακρινά αστέρια.

 

Εμμονική προβολή του δικού του εαυτού

 

Ταραγμένος ο ταξιδιώτης Μητσάκης βγαίνει από το ξενοδοχείο και παίρνει τους δρόμους της πόλης, προσπερνάει το πιο πολυσύχναστα σημεία, χώνεται σε δρόμους και στενά, κάτω από «θαμποφωτισμένα φανάρια» με λίγο «φέγγος», κοντοστέκεται σε ένα μαγαζί όπου διασκεδάζει μια παρέα Ιταλών, πίνει μια μπίρα σε ένα καφέ σαντάν, όπου ξαναβλέπει τη γυναίκα του ξενοδοχείου να τραγουδάει σε κακόφωνα γαλλικά, ξαναβγαίνει στον δρόμο, ψάχνει το ξενοδοχείο όπου αυτοκτόνησε ο ξένος. Το εντοπίζει: ένα υψηλό σπίτι, σκοτεινό, στο δωμάτιο του τρίτου ορόφου, πίσω από παράθυρο, τρεμόλαμπε ένα κερί. «Παραμέσα θα έκειτο βέβαια το πτώμα, δύσμορφος σωρός, ακίνητος, επάνω εις το μαύρο του κρεββάτι, το κρεββάτι το αγκαλιάζον τον ξένον, τον οποίον κανένας δε θα έκλαιε αύριον».

Η νύχτα και οι μαύρες σκέψεις τον πλακώνουν, με σφιγμένη καρδιά σκαρφαλώνει στα Ψηλά Αλώνια, ατενίζει την πόλη και το σκοτεινιασμένο πέλαγος μα το μυαλό του στον: «δυστυχή, ο οποίος εκείτονταν κει κάτω, μοναχός, επάνω εις το άψυχο κρεββάτι του σκοτεινού ξενοδοχείου». Ξαναπερνάει από το ξενοδοχείο. Ο αυτόχειρας γίνεται μια εμμονική προβολή του δικού του εαυτού και της ψυχωτικής του κατάστασης, «ο Μητσάκης μας ψιθυρίζει μυστικά, αλλά με επιμονή, πως ο αυτόχειρας δεν είναι παρά ο ίδιος»[1]. Προσπαθεί να κοιμηθεί, αλλά από το διπλανό δωμάτιο ακούγονται ερωτικές κραυγές και φωνές, ενώ το κρεβάτι της γυναίκας «προσέκρουε συνεχώς κατά του τοίχου, εκλυδωνίζετο σφοδρώς ως πλοίον εν καταιγίδι». Μια σκηνή ξαναφερμένη, δεκαετίες μετά, στον Επιτάφιο θρήνο του Γιώργου Ιωάννου· άλλωστε στο πεζογράφημα «Ζωγραφιά νυχτερινή» (1893) ο Μητσάκης περιγράφει ολοζώντανα την Ομόνοια που τόσο αγαπούσε ο Ιωάννου.

 

Συγγένειες και αναγνώριση

 

Την ανάδειξη του Μιχαήλ Μητσάκη ως σημαντικής φιγούρας των ελληνικών γραμμάτων, ανέλαβαν οι κριτικοί και οι φιλόλογοι. Το 1920 συγκέντρωσε το έργο του ο Δ.Π. Ταγκόπουλος[2]. Το 1957 ο Άγγελος Καράκαλος εξέδωσε τα πρωτοποριακά γαλλικά του ποιήματα που έχουν την αύρα ενός πρόδρομου σουρεαλισμού (στα ελληνικά τα απέδωσε πρόσφατα ο Θανάσης Χατζόπουλος)[3]. Ο Ε.Χ. Γονατάς πάντως, το 1987, εξέδωσε το κείμενο του Μητσάκη Αυτόχειρ που είχε παραλειφθεί από την έκδοση του Περάνθη, το 1956. Έκτοτε έχουν δημοσιευτεί άρθρα και έχουν γίνει πολλές ανακοινώσεις σε συνέδρια για το έργο του που ορισμένοι το κατατάσσουν μαζί με εκείνο του Ροΐδη και του Βιζυηνού, ενώ τον έχουν συγκρίνει ακόμη και με τον Πόε (Γεωργία Γκότση). Αδιόρατα έρχεται στο μυαλό το διήγημα «Οι νεκροί» (1914), από τους Δουβλινέζους του Τζόις, όπου κι εκεί ο ίσκιος ενός άλλου νεκρού, ένα βράδυ στο χιονισμένο Δουβλίνο, επισκιάζει τη ζωή του Γκάμπριελ θέτοντας τα όρια ζωής και θανάτου.

Ο Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος έγραψε: «Ο Μητσάκης, σύγχρονος του Παπαδιαμάντη και φίλος του, κατέλαβε το κελί του φρενοκομείου στο οποίο ο Βιζυηνός νοσηλευόταν μέχρι τον θάνατό του και είναι ο τρίτος αδάμαντας πλάι σ’ αυτά τα δύο ιερά τέρατα της γενιάς του 1880, παρότι ο ιστορικός της λογοτεχνίας Κ.Θ. Δημαράς έχει διαφορετική γνώμη [...] ενώ ο Ροΐδης ισχυριζόταν πως θέλει να κάμη ιδικόν του ύφος. Αυτό είναι πάρα πολύ. Δεν το χωνεύω. Είναι καθαρά οίησις»[4].

Ο ιδιόρρυθμος Μητσάκης έγραψε σε απλή καθαρεύουσα, που ήταν και η επίσημη γλώσσα της εποχής του, αλλά την χρησιμοποιεί ζωντανά και άτακτα ορισμένες στιγμές. Άραγε διαβάζεται σήμερα από τους νεότερους αναγνώστες; Σε μια εποχή όπου στην ελληνική λογοτεχνία κερδίζει έδαφος ο ιδιωματικός λόγος και η ντοπιολαλιά, η καθαρεύουσα του Μητσάκη -και πολλών άλλων συγγραφέων εκείνης της περιόδου- ηχεί περισσότερο οικεία. Ευκαιρία να ανακαλύψουμε έναν flaneur, έναν περιπλανώμενο στα σκοτεινά τοπία της ψυχής και των προσωπικών του εμμονών.

 

 

 

Σημειώσεις:

1. Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, Αποκείμενα, Νεφέλη 2000

2. Βλ. Επίμετρο, Μιχαήλ Μητσάκης, Πεζογραφήματα, Νεφέλη 1988.

3. Αυγή, Αναγνώσεις 29/05/2008: avgi-anagnoseis.blogspot.com/2008/05/blog-post_6079.html

4. Η Εποχή, «Η εποχή των βιβλίων», 21/06/2020: www.epohi.gr/article/35346/mixahl-mhtsakhs-apopeira-viografias-enos-lhsmonhmenou

 

Θεόδωρος Γρηγοριάδης Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι συγγραφέας. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet