Κώστας Καλφόπουλος «Ό,τι αρχίζει ωραίο τελειώνει με φόνο», εκδόσεις Καστανιώτης, 2023

 

Διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Κώστα μετά τον ξαφνικό του θάνατο. Κι ο τίτλος, με το ρήμα τελειώνω, μου φάνηκε λίγο σαν οιωνός, κι ας μην υπήρχε στην πραγματική ζωή ο φόνος. Μέσα στα λαϊκά νουάρ του διηγήματα ξαναβρήκα όλο το έργο του κι ακόμη περισσότερο τη σκέψη του. Την όμορφη κυρία με τα πέπλα, που μια της ενσάρκωση είχαμε πρωτοσυναντήσει σε ένα άλλο νουάρ, της Βουδαπέστης αυτό, το «Καφέ Λούκατς». Τα φλιπεράκια, για τα οποία είχε γράψει ολόκληρο δοκίμιο, το «ΤILT! Δοκίμιο για το φλίππερ», στο οποίο το φλίπερ ήταν μαζί το αντικείμενο, η αφορμή και ένα σύνθετο σχήμα για να σχολιάσει την ανάμνηση και τη γραφή. Την ίδια αυτή ανάμνηση, τη μνήμη που στοιχειώνει τη γραφή του, ατομική και μαζί συλλογική, αλλά και μνήμη της γραφής, της τέχνης και της σκέψης.

 

Την αγάπη του για τη μικρή φόρμα, που την σχολιάζει για άλλη μια φορά στο «Επίμετρο», όπως πραγματώνεται σε αυτά τα λαϊκά νουάρ διηγήματα, που συνεχίζουν, συμπληρώνουν το «Καρρέ-Καρρέ και άλλα διηγήματα», τη συγκεντρωτική συλλογή των διηγημάτων του που είχε εκδώσει πριν από μια δεκαετία, αλλά και όσα ακολούθησαν. Τα συνεχίζουν γυρίζοντας στην εποχή της δικτατορίας, παρακολουθώντας και πάλι τροχιές: της μπάλας στο μπιλιάρδο και στο γήπεδο· της σφαίρας που δεν πρόλαβε να φύγει και της άλλης που βρήκε τον στόχο της· των μοιραίων γυναικών στις ζωές άγουρων ή κουρασμένων παλικαριών· του λόγου που συναντάει τα αγαπημένα κείμενα, τις αγαπημένες ταινίες και μουσικές, τους αγαπημένους πίνακες· του θνητού βίου και της ανάμνησής του μέσα στον κόσμο, μέσα στις ζωές των άλλων· την περιπλάνηση που είναι πάντα και πλάνη και αυταπάτη.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το βιβλίο ξεκινά με ένα διήγημα από το Καρρέ-καρρέ, «Τη μέρα που δεν επέστρεψε ο αστυνόμος Μπέκας», ούτε ότι ένα δεύτερο, «Το μυστήριο της κίτρινης εσάρπας» είχε δημοσιευτεί το 2020 στο κοινοπρακτικό εγχείρημά του, με τον Άγη Πετάλα, «Όταν έρθει η μέρα που ξέρεις». Γιατί ο Καλφόπουλος έγραφε ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες, ή μάλλον όχι, η διατύπωση τον αδικεί: επέστρεφε διαρκώς σε μοτίβα στο πλαίσιο ενός και μοναδικού εν εξελίξει έργου, που αποτύπωνε την αντίληψή του για την πλάνη, την αναπαράσταση, τη μνήμη, το σημαντικό και το ασήμαντο, το κείμενο κατά Μπένγιαμιν, ως δάσος όπου ο αναγνώστης είναι ο κυνηγός…

 

Λαϊκό νουάρ, με έμφαση στο λαϊκό

 

Στα λαϊκά νουάρ διηγήματά του, το βάρος πέφτει στον όρο «λαϊκά», στην ανασύσταση ενός λαϊκού κόσμου, με έμφαση όχι στη βαρβαρότητα της δικτατορίας, αλλά στη ροή μιας καθημερινότητας σχεδόν στο περιθώριό της, στις ιστορίες λιγότερο ή περισσότερο άγουρων αφηγητών που παθιάζονται με μοιραίες γυναίκες, με εξαίρεση τον αφηγητή στο «Καλοκαίρι χωρίς τη Μπριγκίτε», τις ονειρεύονται, τους στοιχειώνουν, τις χάνουν ή τις σκοτώνουν. Διότι στα διηγήματά του, ο φόνος, φανταστικός ή πραγματικός, είναι εντέλει μόνο η αφορμή. Για το ξεδίπλωμα της περιπλάνησης, στον κόσμο και στον νου, των αισθήσεων, των αισθημάτων, των σκέψεων, μέσα σε μια πραγματικότητα διπλή, των πραγμάτων και της αντίληψής τους· για την αναδημιουργία εικόνων πότε διπλοτυπωμένων και πότε πεντακάθαρων, που αιχμαλωτίζουν αυτές τις διαδρομές, αυτές τις τροχιές, στιγμιαία, ακαριαία, χωρίς καμία πρόθεση δέσης και λύσης της αφήγησης, αλλά με το βλέμμα στραμμένο πάντα στη ροή… Για μια διαρκή χαμηλόφωνη συνομιλία με όλους όσοι καθόρισαν τη σκέψη και τη ματιά του, με πρώτο και πανταχού παρόντα τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, αλλά και τόσους άλλους, Έλληνες και ξένους, να παρελαύνουν ανάμεσα στις γραμμές· και ταυτόχρονα, για μια διαρκή, βιωματική και μαζί αναστοχαστική εμβύθιση μέσα σ’ αυτή τη λαϊκή κουλτούρα, που ήδη στην περίοδο στην οποία αναφέρονται τα μυθιστορήματα ολοκληρώνει τον μετασχηματισμό της στη σύγχρονη δημοφιλή, μαζική κουλτούρα.

 

Κείμενα ανοιχτά σε αναγνώσεις

 

Στον Καλφόπουλο, ο αστυνόμος Μπέκας δεν εμφανίζεται, ο δολοφόνος της Σούλας δεν τιμωρείται, ο φόνος που ο νεαρός ήρωας πιστεύει βαθιά ότι είδε στο απέναντι σπίτι δεν μαθαίνουμε ποτέ αν υπήρξε, αυτός που ονειρεύτηκε να σκοτώσει την Έλκε αλλά τελικά δεν την σκότωσε τιμωρείται, τη μοίρα αυτού που δολοφονεί κατά λάθος τον εκβιαστή του δεν την γνωρίζουμε, ούτε τον λόγο της δολοφονίας της Μπριγκίτε. Διότι ο φόνος είναι το πρόσχημα για ένα παιχνίδι φλίπερ. Ο Καλφόπουλος λατρεύει τον ήχο του τιλτ, που πυροδοτεί την επιστροφή σε περασμένες εποχές, σε φτηνά βιβλία κρεμασμένα στα περίπτερα, σε αγώνες, αθλητικές εφημερίδες και αναμεταδόσεις, τραγούδια ελληνικά και ξένα, σε αναμνήσεις και φαντασιοκοπίες, σε έρωτες, πάντα σε έρωτες,  που γεννιούνται στις γωνιές των δρόμων, στα μπιλιάρδα, τα καφενεία και τα ξενοδοχεία, μπλέκονται συχνά με τους άλλους, της οθόνης, σκορπίζουν χωρίς διέξοδο, τελειώνουν με φόνο, σίγουρα με πόνο, με λύπη. Και συνεχίζονται ες αεί, μέσα από το παιχνίδι της μνήμης και του λόγου, που υφαίνει τον ιστό μιας άλλης λύπης, ευρύτερης, υπαρξιακής, για όσα ήταν και δεν είναι, για όσα θα μπορούσαν να είναι και δεν έγιναν ποτέ, για όσα θα έρθουν, αλλά η αντίληψή τους θα είναι ήδη καθορισμένη από αυτά που κάποτε υπήρξαν, πραγματικά ή στη φαντασία.  

Ο Καλφόπουλος έγραφε κάποτε στην Εποχή, σε μια άλλη εποχή που σήμερα μας φαίνεται τόσο μακρινή. Εγώ τον συνάντησα στην Καθημερινή. Διένυσε μια μεγάλη πορεία, άλλαξε, αλλά παρέμεινε πάντα πιστός στον εαυτό και στη ματιά του. Και στον Παναθηναϊκό επίσης. Εκτός όλων των άλλων, κάποια διηγήματά του εντάσσονται στο corpus των διηγημάτων και ποιημάτων που τόσοι συγγραφείς και ποιητές μας έχουν αφιερώσει στο άθλημα. Εκτός όλων των άλλων. Διότι μπορεί το έργο του Κώστα να ολοκληρώθηκε απότομα, αλλά οι αναγνώσεις του παραμένουν ανοιχτές. Όπως ανοιχτά είναι πάντοτε τα κείμενά του.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet