Σκίτσο του Βαγγέλη Χερουβείμ

 

 

 

 

Παρακολουθώ τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και συμφωνώ κι εγώ πως το χάσμα είναι αγεφύρωτο. Θεωρώ δε ότι καλώς λέγονται όσα λέγονται και από τις δύο πλευρές, αν και δεν συμφωνώ με την τοξικότητα που αποπνέει πλέον αυτή η συζήτηση. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Δεν νομίζω, δεδομένου ότι το συνέδριο, στο οποίο «κανονικά» ξεδιπλώνονται οι διαφορές, αργεί και οι ηγεσίες αμφοτέρων των πλευρών απέφυγαν να τοποθετηθούν καθαρά και άφησαν ελεύθερο το πεδίο για ατομικές τοποθετήσεις που υπονοούσαν ότι εκφράζουν τάσεις. Ακόμα και έτσι όμως μάθαμε, αφενός, ότι αμφότεροι δεν επιθυμούν να συγκατοικήσουν με τους άλλους και, αφετέρου, ότι οι de facto εγγυητές της ενότητας, Τσίπρας και Κασσελάκης, δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την ενότητα.

Ακούω με ενδιαφέρον την άποψη του Γεράσιμου Μοσχονά ότι δεν θα έπρεπε αψήφιστα να οδηγηθεί σε διάσπαση ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς που κατέχει ακόμα τη δεύτερη θέση στο ελληνικό κοινοβούλιο και μπορεί να διατηρήσει την ελπίδα της «κυβερνώσας Αριστεράς». Φυσικά και έχει δίκιο. Θα άξιζε όλες οι πλευρές να κάνουν ακόμα μία υποχώρηση σε αυτή την περίπτωση. Γιατί μας ενδιαφέρει ένα αριστερό κόμμα να μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα από τη θέση της κυβέρνησης. Ποτέ δεν πρέπει να το υποτιμούμε. Ωστόσο, νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με πρόεδρο τον Στέφανο Κασσελάκη ούτε έχει σχέση με την Αριστερά ούτε έχει σχέση με την κυβερνητική προοπτική.

 

Ποια Αριστερά;

 

Όσοι/ες πιστεύουν ότι η Αριστερά πάει με το νεοφιλελευθερισμό ή ότι μπορεί να είναι έστω χρήσιμη ή σύγχρονη αν στοχεύσει απλώς στο να απαλύνει τις πληγές του κοινωνικού σώματος να είναι σίγουροι/ες ότι το ΠΑΣΟΚ είναι καλύτερα εξοπλισμένο να παίξει αυτό το ρόλο, όπως απέδειξε η κυβερνητική ανάκαμψη της σοσιαλδημοκρατίας διεθνώς. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ του Κασσελάκη μετατρέπεται με γοργούς ρυθμούς σε αχρείαστο κόμμα. Ανεξάρτητα από τα κληρονομημένα από την εποχή Τσίπρα προβλήματα ρευστοποίησης της οργάνωσης και της ταυτότητας του κόμματος, ο Κασσελάκης είναι τομή. Για να γίνει σαφές θα εντάξω την εν λόγω εξέλιξη σε ένα πιο μακροσκοπικό σχήμα. Ανέκαθεν η ριζοσπαστική αριστερά είχε στρατηγική, αλλά δυσκολευόταν να τη συνδυάσει με την τακτική, γιατί τίθεντο ζητήματα ιδεολογικής καθαρότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ με πρόεδρο τον Αλαβάνο και μετά τον Τσίπρα κατάφερε να μπολιάσει τους στρατηγικούς στόχους με σωστή τακτική. Ύστερα όμως από τη συνθηκολόγηση του 2015, υποχώρησε η στρατηγική και η τακτική συχνά έδωσε τη θέση της στον τακτικισμό, ειδικά από το 2019 και μετά. Με την εκλογή Κασσελάκη όμως είναι η πρώτη φορά που η τακτική μπαίνει στην υπηρεσία μιας ξένης προς την Αριστερά στρατηγικής.

 

Ποια κυβερνώσα;

 

Από την άλλη, όσοι/ες πιστεύουν ότι ο Κασσελάκης θα ανεβάσει τα ποσοστά του κόμματος ακολουθώντας την ίδια αποτυχημένη αντιπολιτευτική γραμμή με τον Τσίπρα (θολό μήνυμα, προσωπικές επιθέσεις σε Μητσοτάκη) εθελοτυφλούν. Αυτή τη στιγμή, η αναξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ εντείνεται αντί να αμβλύνεται, ενώ η επικοινωνιακή χαρισματικότητα του τωρινού προέδρου δεν φαίνεται καν να πλησιάζει αυτήν του τέως. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι πλέον ένα από τα τρία μικρομεσαία κόμματα που καταλαμβάνουν το χώρο από την Αριστερά ως το Κέντρο. Η δημοσκοπική του διαφορά από το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ είναι μικρή και διόλου δεν αποκλείεται να βρεθεί σύντομα πίσω τους, δεδομένης και της εικόνας κατάρρευσης που εκπέμπει. Και ενώ η κατάρρευσή του στις βουλευτικές εκλογές αποκάλυψε πως η αχίλλειος πτέρνα του είναι η έλλειψη γείωσης στην κοινωνία, η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει την κατάρρευση, η σημερινή ηγεσία κινείται με τρόπους που δεν επιτρέπουν καν την προσπάθεια γείωσης. Η στροφή στην επιχειρηματικότητα απομακρύνει το κόμμα από το συνδικαλιστικό κίνημα, η απομάκρυνση από το ριζοσπαστισμό και την αριστερή ταυτότητα δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερη απόσταση από τα κινήματα, ενώ το διαρκές φλερτ με το ΠΑΣΟΚ αναγνωρίζει ότι η ενίσχυση του κόμματος εντός της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν είναι πλέον ούτε ζητούμενο. Για ποια κυβερνώσα Αριστερά μιλάμε; Δεν παίζεται αυτό πλέον.

Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνουν και όσοι/ες εγκαλούν όσα μέλη είναι έτοιμα να φύγουν από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αποδίδοντάς τους συναισθηματισμό. Από τα παραπάνω φαίνεται πως υπάρχουν λογικά επιχειρήματα για να φύγει κανείς από την μη κυβερνώσα μη Αριστερά και ότι συνιστά μάλλον απόπειρα ψυχολογιοποίησης η αιτίαση περί συναισθηματισμού. Άλλωστε, είναι πολύ πιθανό όσοι/ες θέλουν να μείνουν για να ξανακερδίσουν το κόμμα που τους πήρε ο Κασσελάκης να διακατέχονται από εξίσου ισχυρά συναισθήματα, μερικά εκ των οποίων είναι μάλλον πιο επιλήψιμα (πχ. φόβος, δειλία) από την οργή ή την απέχθεια που διακατέχει όσους/ες είναι με το ένα πόδι έξω.

 

Ποια ηγεσία;

 

Σε κάτι άλλο από αυτά που είπε ο Γεράσιμος Μοσχονάς στη συνέντευξή του στο Kontra Channel συμφωνώ απόλυτα: Η παρούσα ηγετική ομάδα είναι πολύ κατώτερη της αντίστοιχης επί Τσίπρα. Ακόμα και εάν φύγει ο Κασσελάκης, επειδή θα τον αμφισβητήσει η πλειοψηφία κάποιου οργάνου ή επειδή θα χάσει με εξευτελιστικό τρόπο, η ηγετική ομάδα που αναμειγνύει πολιτική ΠΑΣΟΚ και τοξική πολιτική επικοινωνία, οι οποίες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τη συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, θα παραμείνει. Η ηγεσία της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, τα «βαρίδια» σύμφωνα με την τωρινή ηγετική ομάδα, εάν θεωρεί ότι το πραγματικό «βαρίδι» είναι αυτή η τελευταία, τότε ίσως θα ήταν καλύτερα να χωριστεί από αυτήν και να διεκδικήσει το σύνολο του πολιτικού της χώρου. Εάν έχει μια στάλα ηγετικότητας. Άλλωστε, που και που «οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Αυτό δεν μας απέδειξε και η αλλαγή προεδρικής φρουράς; Ίσως, όμως, το «σύνδρομο του Τηλέμαχου» να αποτρέπει στα παιδιά που περιμένουν να επιστρέψει ο πατέρας τους από τη θάλασσα από το να ηγηθούν.

 

Δημήτρης Παπανικολόπουλος Ο Δημήτρης Παπανικολόπουλος είναι διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης και ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet