«Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις»

 

 

 

Με αφορμή το αφιέρωμα στην Βουβούλα Σκούρα από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων

 

Χανιά, Παρασκευή 20 Οκτωβρίου, στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της πόλης: Προβολή των ταινιών της Βουβούλας Σκούρα, «Ετέλ Αντνάν: Εξόριστες λέξεις» (52΄) και «The red Bank: James Joyce: Τα Τετράδια του, των Ελληνικών» (19΄). Τέσσερις ημέρες αργότερα η πρόσφατη ταινία της «Κοντραμπάντο: Αναζητώντας τη Μέλπω» (70΄). Ταινίες εμβληματικές και διαχρονικές που αναφέρονται στην εξορία.

Σημειώνουμε με ακρίβεια τις ημερομηνίες, γιατί επτά ημέρες πριν, κάποιες χιλιάδες μίλια μακρύτερα, στη μεσογειακή γειτονιά μας, είχε αρχίσει ο βομβαρδισμός της Γάζας. Ένα ακόμη αιματηρό επεισόδιο, το τελευταίο από τα πολλά που έχουν προηγηθεί στη διάρκεια του 20ού αιώνα και στις αρχές του 21ου, ενάντια στον Παλαιστινιακό λαό. Ισοπεδωτική η καταστροφή, οκτώμιση χιλιάδες νεκροί ώς τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι Ισραηλινοί βομβαρδίζουν τα πάντα, κατακρεουργούν έναν λαό, εποικούν έναν τόπο που σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο θα έπρεπε να ήταν χώρα. Η χώρα της Παλαιστίνης. Και συνεχίζουν ακόμη…

 

Σημαδιακή η προβολή της ταινίας με την Ετέλ Αντνάν, που αναφέρεται στη δική της εξορία από τον Λίβανο, τη δική της Βηρυττό, απ’ όπου έφυγε με τον Εμφύλιο για να μεταναστεύσει πρώτα την Ευρώπη, κατόπιν στην Αμερική, να γίνει αργότερα πολίτις του κόσμου, φέροντας πάντα ανεξίτηλο το τραύμα του ξεριζωμού, της καταστροφής, την έλλειψη «πατρίδας» όπως εκείνη την εννοούσε. Ποιήτρια, δοκιμιογράφος, πολυβραβευμένη συγγραφέας και ζωγράφος, γεννήθηκε στη Βηρυττό (1925-2021) από πατέρα ανώτατο Τούρκο αξιωματικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μητέρα Ελληνίδα από τη Σμύρνη. Έζησε στην Καλιφόρνια, στο Παρίσι, στη Βηρυττό και στη Σκόπελο, για να ακούει και να μιλάει τα ελληνικά όπως τα πρόφερε η μητέρα της.

Το βιβλίο της Αντνάν «Περί πόλεων και γυναικών» (εκδόσεις «Νησίδες» 2000) που περιλαμβάνει την αλληλογραφία της με τον Ιστορικό Fawwaz Traboulsi αποτέλεσε το έναυσμα για την ταινία. Περιλαμβάνει αποσπάσματα συνομιλιών της σκηνοθέτριας με τη συγγραφέα όπως καταγράφηκαν στο Παρίσι και στη Σκόπελο. Παρεμβάλλεται κι ένας διάλογος της Αντνάν με την Ελένη Βαροπούλου, κριτικό τέχνης. Η ταινία έχει αποσπάσει το Α΄ Βραβείο στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης το 2008, έχει συμμετάσχει σε πολλά φεστιβάλ και πριν από λίγο καιρό παιζόταν για τρεις μήνες στο Διεθνές Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Κωνσταντινούπολης.

 

 

 

«The red Bank: James Joyce: Τα Τετράδιά του των Ελληνικών»

 

Τζέιμς Τζόις (1882-1941)

 

Πώς να μιλήσει κανείς για τον Τζέιμς Τζόις, τον δουβλινέζο συγγραφέα που καθόρισε με τον Οδυσσέα του τη λογοτεχνία και τη διανόηση του 20ού αιώνα;

Όντας άθεος, αρνήθηκε να υπηρετήσει οποιοδήποτε συμφέρον στις εμπόλεμες διαμάχες που τυράννησαν για πολλά χρόνια την Ιρλανδία. Εζησε όλη του τη ζωή υπερασπιζόμενος την προσωπική του ελευθερία και έκφραση. Μετέτρεψε τον εαυτό του σ’ έναν «Οδυσσέα πλάνητα» στους δρόμους της Ευρώπης, «ενσυνείδητο» παρατηρητή του έξω κόσμου που τον μετέφερε στο έργο του με τη μορφή «εσωτερικών μονολόγων». Η Σκούρα δεν καταπιάνεται με το συνολικό έργο του Τζόις. Περιορίζεται στα «Τετράδια των Ελληνικών του», στον γλωσσικό και φαντασιακό του κόσμο. Ορμώμενη από τη μελέτη της Μαντώς Αραβαντινού για τον Τζόις -εξόριστη κι εκείνη στο Παρίσι την εποχή της ελληνικής χούντας είχε ξεκινήσει ήδη τις έρευνες της- η σκηνοθέτρια δημιουργεί ένα μικρό διαμαντάκι 19 μόλις λεπτών που εμπεριέχει ολόκληρο σχεδόν το πνεύμα του συγγραφέα.

Ο Τζόις είχε πάθος με την Ελλάδα, τη μυθολογία και την Ιστορία της. Έμαθε ελληνικά και ονειρευόταν να τα προφέρει άψογα. Οι Έλληνες φίλοι του έπαιξαν καθοριστικό έργο στη ζωή και το έργο του. Γι’ αυτό άλλωστε απευθύνει αίτηση δανείου προς την Τράπεζα της Ελλάδος σε άπταιστα ελληνικά. Ευκαιρία να μιλήσει για την πολυπροσωπία των τραπεζών και του κεφαλαίου.

Η Σκούρα δημιουργεί μια ποιητική/πολιτική ταινία την περίοδο 2012-13, την εποχή της μεγάλης κρίσης και των μνημονίων. Με τα λόγια του Τζόις υπονοεί τα δάνεια που κατέστρεψαν την Ελλάδα και τη νέα γενιά εξόριστων που διαβαίνουν ήδη τις σύγχρονες λεωφόρους του κόσμου.

 

 

 

«Κοντραμπάντο: Αναζητώντας τη Μέλπω»

 

Μέλπω Αξιώτη (1905- 1973)

 

Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1933 με το διήγημά της «Απ’ τα χθες ως τα σήμερα», για ν’ ακολουθήσει το 1938 το πρώτο της μυθιστόρημα «Δύσκολες νύχτες» που, αν και πήρε το Α΄ Βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών, προκάλεσε αντιδράσεις, γράφτηκαν όμως και διθύραμβοι. Η νεοτερική και σε μεγάλο βαθμό υπερρεαλιστική γραφή της θα ξενίσει ακόμη και τους συντρόφους της στο κόμμα. Από το 1936 είχε ενταχθεί στο ΚΚΕ, πήρε μέρος στο ΕΑΜ συνεργαζόμενη στον τομέα του παράνομου Τύπου, μια πολιτική σχέση που διήρκεσε έως τον θάνατό της. Στον Εμφύλιο φεύγει παράνομα στο Παρίσι, εντάσσεται στους λογοτεχνικούς κύκλους, εκδίδει βιβλία που μεταφράζονται τάχιστα σε άλλες χώρες. Το μυθιστόρημα της «Εικοστός αιώνας» την κάνει διάσημη και μεταφράζεται στα ρώσικα, τα γερμανικά, τα ιταλικά και τα πολωνικά. Το γαλλικό κράτος την προτείνει επίσημα για το βραβείο Νόμπελ, που βέβαια δεν θα πάρει ποτέ. Μετά από διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική, το 1951 απελαύνεται μαζί με ενενήντα άλλα άτομα. Τόπος εξορίας η Ανατολική Γερμανία. Τότε αρχίζουν για τη συγγραφέα, οι ματαιώσεις, οι προδοσίες, οι διαψεύσεις, ο πόνος του ξεριζωμού και της εξορίας.

Η Σκούρα αναζητά τη Μέλπω μέσα από το ποίημα της «Κοντραμπάντο», μια λέξη αμφίσημη που έχει να κάνει με το καράβι, το λαθραίο, τη διαπραγμάτευση. Η ανάλυση του ψυχίατρου Σπήλιου Αργυρόπουλου δίνει στη σκηνοθέτρια την ευκαιρία να κινήσει τον φακό της στους πολυδαίδαλους δρόμους των πόλεων που πορεύτηκε η Μέλπω∙ στα μνημεία, στους χώρους ακόμη και σε λέξεις… που έχανε στα τελευταία χρόνια της ζωής της.

 

Η ανατροπή της κλασικής αφήγησης

 

Η Βουβούλα Σκούρα προέρχεται από τον χώρο της ζωγραφικής και της εικαστικής δημιουργίας γενικότερα. Τα τελευταία χρόνια κάνει ένα ιδιότυπο και πρωτοποριακό είδος κινηματογράφου όπου κυριαρχούν ο λόγος, ο ποιητικός χώρος και χρόνος, η φύση, κυρίως το υδάτινο στοιχείο και οι αντανακλάσεις του, ο άνθρωπος είτε ως μονάδα είτε ως κοινωνικό σύνολο. Μ’ έναν δικό της τρόπο ανατρέπει την κλασική κινηματογραφική αφήγηση, παρεμβαίνει με σύνθετες εικόνες που προκαλούν συναισθήματα όχι ταύτισης αλλά πρόκλησης. Κάθε πλάνο της είναι ταυτόχρονα σημαίνον και σημαινόμενο. Εμπνέεται από τον αστικό ιστό κάθε πόλης που αναφέρεται, η αρχιτεκτονική του τόπου καθορίζεται από το παρελθόν και το σήμερα. Τα σύγχρονα κτίρια την μαγεύουν, το γυαλί και το σίδερο, ο όγκος και το ύψος τους προκαλούν τον φακό της. Σχεδόν τα αντιμετωπίζει ως ζωντανούς οργανισμούς που εκπέμπουν την υλική αλήθεια της εποχής τους. Οι ταινίες της Σκούρα εκπέμπουν διαχρονικότητα και λειτουργούν ως «οπτικά δοκίμια» πολλαπλών αναγνώσεων.

 

Πέγκυ Κουνενάκη Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet