Οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες αυτής της στήλης έχουν σήμερα την ευκαιρία να διαβάσουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και καλογραμμένο κείμενο του Νίκου Σερντεδάκι, καθηγητή Κοινωνιολογίας της Συλλογικής Δράσης και των Κοινωνικών Κινημάτων στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, για τη σημασία της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Η άποψή του γι’ αυτήν βασίζεται σε μια όχι συνηθισμένη περιοδολόγηση της μετεμφυλιακής Ελλάδας, σύμφωνα με την οποία η δικτατορία αποτελεί συνέχεια του μετεμφυλιακού κράτους της Δεξιάς, και όχι «μια μη αναμενόμενη διάρρηξη του μεταπολεμικού δημοκρατικού συνεχούς». Περιγράφοντας πολύ συνοπτικά την αντίσταση στη χούντα, ο Σερντεδάκις υποστηρίζει ότι το Πολυτεχνείο, ως η κορυφαία στιγμή αυτής της αντίστασης, πραγματοποιεί μία τομή μεταξύ της περιόδου του «κράτους έκτακτης ανάγκης» που επικράτησε στην Ελλάδα μετά τον εμφύλιο, και της περιόδου της μεταπολίτευσης-μια τομή που άλλαξε ριζικά τη νοηματοδότηση της πολιτικής, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τη σημασία ακόμα και των «ηττημένων» εξεγέρσεων στη μακρόχρονη διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού.

 

Χάρης Γολέμης

 

 

 

Η αδιάπτωτη επί πενήντα χρόνια δημόσια συζήτηση για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, με την ευκαιρία της εκάστοτε επετείου, μπορεί να αποτελέσει ένα σημείο παρατήρησης που συμπυκνώνει τις διαμάχες γύρω από το γεγονός της εξέγερσης, τη δικτατορία, και ευρύτερα για τη διαμόρφωση της μεταχουντικής Ελλάδας. Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης διαμορφώθηκε ένα πεδίο αντιπαραθέσεων για το «πραγματικό νόημα του Πολυτεχνείου», κυρίως ανάμεσα στα κόμματα της Αριστεράς, με τη Δεξιά να διστάζει να αρθρώσει κάποιο λόγο για την εξέγερση και τη σημασία της. Στο πέρασμα των ετών, πιο θαρρετά, άρχισαν να διατυπώνονται επιχειρήματα, τα οποία  στόχευαν και συνεχίζουν να στοχεύουν στην απαξίωση του εξεγερσιακού ξεσπάσματος του Νοέμβρη, ενοχοποιώντας «το Πολυτεχνείο» ως αρχετυπικά υπαίτιο για την εδραίωση μιας κουλτούρας πολιτικής βίας, υπέρμετρης πολιτικοποίησης και κομματικής πόλωσης, σημαντικά εμπόδια και τα δύο στον «εκσυγχρονισμό» της Ελλάδας.

   Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρώ να συζητήσω την εξέγερση του Πολυτεχνείου υπό την οπτική μιας «γεγονικής κοινωνιολογίας» (eventful sociology1), η οποία στρέφει το ενδιαφέρον της σε εκείνα τα «γεγονότα», τα οποία χαρακτηρίζονται από το ισχυρό μετασχηματιστικό δυναμικό τους. Από αυτήν την αφετηρία υποστηρίζω ότι το γεγονός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, στο πέρασμα του χρόνου, συμβάλλει στην ριζική αλλαγή της νοηματοδότησης της πολιτικής και λειτουργεί αφετηριακά για την τροποποίηση των πολιτικών δομών στη χώρα μας. Υπό αυτήν την έννοια, οφείλουμε να αναλύσουμε το «γεγονός» της εξέγερσης στη «μέση διάρκεια», δηλαδή ως τομή της περιόδου που προηγείται, του μετεμφυλιακού κράτους έκτακτης ανάγκης, και της περιόδου που έπεται, της μεταπολίτευσης.

 

Μια περιοδολόγηση της μετεμφυλιακής Ελλάδας

 

Ο αναστοχασμός των πολιτικών διεργασιών, από τη λήξη του εμφυλίου έως  σήμερα, οργανώνεται γύρω από την διαδοχή τριών διακριτών περιόδων: την μετεμφυλιακή περίοδο, από το 1950 έως τη «σύντομη δεκαετία του 1960», την περίοδο της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση. Με εξαίρεση την περίοδο της δικτατορίας, στις δύο άλλες περιόδους η ανασυγκρότηση του εκάστοτε ολιγοετούς «εκλογικού κύκλου» επιλέγεται ως η οδός για την σήμανση των διεργασιών στο κομματικό σύστημα και τις υιοθετούμενες πολιτικές ανάλογα με την επικράτηση των κομμάτων της δεξιάς ή της κεντρο-αριστερής παράταξης. Μεθοδολογικά, η επιλογή αυτή τείνει προς την παραγωγή μιας μάλλον στρεβλούς εικόνας για τα πολιτικά δεδομένα, υποβάλλοντας την ιδέα για την περιοδική εναλλαγή των κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία, και προσλαμβάνοντας την επταετή δικτατορία ως μια μη αναμενόμενη διάρρηξη του μεταπολεμικού δημοκρατικού συνεχούς.

   Όμως, τα δεδομένα από τις εκλογικές αναμετρήσεις αποτυπώνουν ένα διαφορετικό μοτίβο. Από το 1953 έως το 1981, τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών φανερώνουν την εγκαθίδρυση ενός «εκλογικού καθεστώτος» της Δεξιάς, καθώς σε όλη τούτη τη διάρκεια στις εκλογές επικρατούν κόμματα της Δεξιάς, με μοναδική εξαίρεση το κεντρώο διάλλειμα του 1964-1965. Στα επόμενα τριάντα χρόνια (1981-2010), τα εκλογικά αποτελέσματα υποδεικνύουν την μετατόπιση προς ένα «εκλογικό καθεστώς» της Κεντροαριστεράς, με εμβόλιμες τις δεξιές κυβερνήσεις των ετών 1990-1993 και 2004 και το 2009.2 Η πρώτη τριακονταετής περίοδος, κατά τη γνώμη μου, εμπεριέχει οργανικά την δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, ως το ύστατο διάβημα επιβεβαίωσης και παράτασης του μετεμφυλιακού κράτους έκτακτης ανάγκης, στην πλέον ακροδεξιά εκδοχή του. Να θυμίσουμε εδώ την προαναγγελία ενός πραξικοπήματος (του λεγόμενου «πραξικοπήματος των στρατηγών») από στελέχη του μετεμφυλιακού πολιτικού και εκδοτικού κατεστημένου εν όψει των εκλογών του Μαΐου 1967 και την προεξοφλημένη επικράτηση του Γεωργίου Παπανδρέου και της, αποκαθαρμένης από τους αποστάτες και τους φιλοβασιλικούς βουλευτές, Ένωσης Κέντρου.3

  

Η δικτατορία και ο αντιδικτατορικός αγώνας

 

Η κατάλυση του κοινοβουλευτισμού από τους συνταγματάρχες αποτυπώνει μια φαινομενικά παράδοξη κατάσταση, καθώς εμπεριέχει αφενός τη συνταγματική εκτροπή και αφετέρου την διά των όπλων του στρατού συνέχιση του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Ο στρατός, ως σημαντικός κόμβος στο πλέγμα εξουσίας της εθνικοφροσύνης, αυτονομείται από την τάξη των πολιτικών αλλά και από το παλάτι, εξασφαλίζει τουλάχιστον την ανοχή των ΗΠΑ και, απρόσκοπτα, δίχως την εναντίωση κάποιου άλλου θεσμικού κέντρου εξουσίας, ανανεώνει την καθεστωτική ρητορική και τις πολιτικές πρακτικές του εμφυλίου.

   Παρά την κάμψη της συλλογικής δράσης στην περίοδο που ακολουθεί τα Ιουλιανά του 1965, κάμψη εμφανή τουλάχιστον ως προς τη μαζικότητα και τη δυναμική των λαϊκών κινητοποιήσεων, η χούντα θα επικαλεστεί τους κινδύνους που αυτή εγκυμονεί για το καθεστώς. Στο πρώτο του διάγγελμα, ο αρχηγός των πραξικοπηματιών Παπαδόπουλος, εμφατικά επικαλείται το «πολιτικό αδιέξοδο» ενόψει των επερχόμενων εκλογών, από τη σκοπιά μιας επιζητούμενης συναίνεσης υπό τον μονάρχη για τη διατήρηση του μετεμφυλιακού κράτους. Αφετέρου θα  στηλιτεύσει την «αναρχική αντίληψη η οποία είχε επιβληθεί εις όλα τα άτομα [έχοντας] δημιουργήσει τον έσχατον κίνδυνον να αλωθεί η χώρα από τον κομμουνισμόν». Πλάι στην αντικομμουνιστική ρητορική, η χούντα θα προτάξει ως αποστολή της, την ανάδειξη του ελληνοχριστιανικού πνεύματος και πολιτισμού, τόσο για την ενδυνάμωση του Ελληνισμού όσο και για να αποτελέσει φάρο φωτεινό για την πολιτισμικά παραπαίουσα Δύση, αντλώντας από τον λόγο της παραεκκλησιαστικής οργάνωσης «Η Ζωή».4

   Εκατοντάδες πολιτικοί, στελέχη, μέλη πολιτικών κομμάτων και προοδευτικοί πολίτες οδηγούνται εκ νέου σε τόπους εξορίας και φυλακές, αποτυπώνοντας υλικά και συμβολικά την επιστροφή στις πρακτικές των νικητών του εμφυλίου. Παρά τη φημολογία για την εκδήλωση ενός πραξικοπήματος, οι δημοκρατικές πολιτικές οργανώσεις και κόμματα βρίσκονται απροετοίμαστες και εύκολα αποδεκατίζονται από τις προγραφές των χουντικών. Μόνο ένας μικρός αριθμός αγωνιστών θα διαφύγει τη σύλληψη και γρήγορα θα εμπλακεί σε δράσεις εναντίωσης προς τη δικτατορία. Το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο, το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Κίνημα, η Δημοκρατική Άμυνα και άλλες μικρότερες οργανώσεις, με ήπιες αλλά και βίαιες δράσεις θα αποτυπώσουν την παρουσία αντιδικτατορικών δυνάμεων εντός της χώρας.      

   Μέχρι την ανασύνταξη του φοιτητικού κινήματος, κυρίαρχη στον χώρο της αντίστασης θα είναι η μορφή της «δυναμικής αντίστασης».5 Σύμφωνα με τον Γεράσιμο Νοταρά, το αντιδικτατορικό κίνημα της δυναμικής αντίστασης συνιστά συνέχεια του μετεμφυλιακού κύκλου διαμαρτυρίας για τον εκδημοκρατισμό, αλλά επίσης ένα νέο στάδιο του.6 Στις νέες συνθήκες, η συλλογική δράση πλαισιώνεται από νοηματοδοτήσεις, επηρεασμένες από τα αντιαποικιακά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και τον ριζοσπαστισμό του Γαλλικού Μάη. Σύντομα, η δράση των μικρών οργανώσεων της δυναμικής αντίστασης θα βρεθεί στο στόχαστρο της καταστολής και δεκάδες μέλη τους θα βασανιστούν και θα οδηγηθούν με βαριές ποινές στις φυλακές. Η απόπειρα δολοφονίας του Παπαδόπουλου από τον Αλέκο Παναγούλη (13 Αυγούστου 1968) και η τραγική θυσία του Γιώργου Τσικουρή και της Μαρίας - Έλενας Αντζελόνι, στην προσπάθειά τους να οδηγήσουν ένα αυτοκίνητο γεμάτο εκρηκτικά κατά της αμερικανικής πρεσβείας στην Αθήνα (2 Σεπτεμβρίου 1970), μπορούν να ενταχθούν στην χορεία των κορυφαίων γεγονότων της «δυναμικής αντίστασης».

   Παρά την εύλογη απουσία μαζικών κινητοποιήσεων κατά της δικτατορίας, η λαϊκή αντίθεση θα εκδηλωθεί δυναμικά και ηχηρά κατά την κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, στις 3 Νοεμβρίου 1968 και σε εκείνη του Γιώργου Σεφέρη στις 22 Σεπτεμβρίου 1971. Η χούντα αντιμέτωπη με ένα ογκούμενο αντιδικτατορικό κλίμα στις ευρωπαϊκές χώρες, την καταδίκη της για τα βασανιστήρια, την αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, ήδη από το 1969 και εντατικότερα από το 1971 και μετά θα εξαγγείλει ένα σχέδιο με στόχο την «ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση», σε μια ύστατη προσπάθεια να εξασφαλίσει μια στοιχειώδη υποστήριξη στο εσωτερικό της χώρας και να αντιδράσει στην απομόνωσή της από το εξωτερικό.

   Τούτη η πολιτικά ισχνή στροφή του δικτατορικού καθεστώτος, συμβολικά δοσμένη από την κατάργηση των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων και τη χορήγηση αμνηστίας στους πολιτικούς κρατούμενους, όπως επίσης οι υποσχέσεις διεξαγωγής εκλογών προσεχώς, καθιστούν ορατή μια «δομή πολιτικών ευκαιριών», η οποία προσλαμβάνεται ως τέτοια από τους αντικαθεστωτικούς, διευκολύνοντας την ανάπτυξη της ημι-παράνομης αντιδικτατορικής δράσης τους.7 Αφετηριακά, οι δράσεις της Ευρωπαϊκής Κίνησης Νέων, της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων και των εθνοτοπικών φοιτητικών συλλόγων, προεικονίζουν την ενδυνάμωση των πολιτισμικών, κοινωνικών και πολιτικών δικτυώσεων που σταδιακά θα φέρουν στο προσκήνιο την ονομαζόμενη σήμερα «γενιά του Πολυτεχνείου», την φοιτητική κυρίως νεολαία ως ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία, η δράση της οποίας θα σημαδέψει την ελληνική ιστορία.8

 

 

Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και το γεγονός της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

 

Οι συλλογικές δράσεις των φοιτητών εκκινούν από μικρές διαδηλώσεις το 1972 για να μετατεθούν πρόσκαιρα στο θεσμικό πεδίο της δικαιοσύνης για την διενέργεια ελεύθερων εκλογών και την απομάκρυνση των εγκάθετων της δικτατορίας από τα διοικητικά συμβούλια των φοιτητικών συλλόγων. Η προσπάθεια της χούντας να πείσει εμπράκτως ότι οδηγεί τη χώρα σε μια διαδικασία «ελεγχόμενης φιλελευθεροποίησης», με απτό δείγμα καλής θέλησης την διενέργεια εκλογών στους φοιτητικούς συλλόγους, διανοίγει ένα πεδίο ευκαιριών για την αντιδικτατορική δράση στα πανεπιστήμια. Η συλλογή υπογραφών, οι ενστάσεις στα πρωτοδικεία και η ενεργή συμμετοχή σε συνελεύσεις ενόψει των φοιτητικών εκλογών δημιουργούν τα πρώτα δίκτυα κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων στο φοιτητικό σώμα. 

   Οργανωτικά, το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα θα οικοδομηθεί μέσα από τις Φοιτητικές Επιτροπές Αγώνα (ΦΕΑ), με αυτόνομη λειτουργία σε κάθε επιμέρους Σχολή και τον μεταξύ τους διασχολικό συντονισμό.9 Οι διεκδικήσεις των φοιτητών για επιμέρους ζητήματα που αντιμετωπίζουν κατά τη φοίτησή τους, αλλά και τα επαγγελματικά δικαιώματα ορισμένων μερίδων τους, σταδιακά οδηγούν στην μαζικοποίηση της συλλογικής δράσης που στο αμέσως επόμενο διάστημα θα κορυφωθεί με την κατάληψη της Νομικής (21 Φεβρουαρίου 1973).

   Η εντατικοποίηση της καταστολής απέναντι στους πιο ενεργούς φοιτητές και φοιτήτριες που ακολουθεί τις δημόσιες κινητοποιήσεις στις αρχές του 1973 συμπορεύεται με τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την κατάργηση του θεσμού της Βασιλείας, εξαιτίας της ανταρσίας στο αντιτορπιλικό Βέλος (23 Μαΐου 1973) και την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Σπύρο Μαρκεζίνη (6 Οκτωβρίου 1973). Σε τούτο το νέο περιβάλλον θα προκύψει αυθόρμητα και δίχως οργανωτικό σχεδιασμό η κατάληψη του Πολυτεχνείου στις 14 Νοεμβρίου 1973 και η αιματηρή της καταστολή την 17η Νοέμβρη. Η φοιτητική αντιδικτατορική δράση πυροδοτεί μια πρωτοφανή λαϊκή εξέγερση στο κέντρο της Αθήνας, η καταστολή της οποίας από τα τανκς της χούντας απονομιμοποιεί τελεσίδικα το καθεστώς της τυραννίας.

   Η αλήθεια είναι ότι η μετάβαση από το μετεμφυλιακό καθεστώς έκτακτης ανάγκης στη δημοκρατία της μεταπολίτευσης προκλήθηκε από το χουντικό πραξικόπημα στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή. Όμως στην ιστορική μνήμη «Το Πολυτεχνείο» συνιστά το γεγονός της λαϊκής εξέγερσης που ανοίγει τον δρόμο για τη μεταπολίτευση και την ουσιαστική εδραίωσή της από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Η εξέγερση και η μνήμη της, 50 χρόνια μετά, αποτυπώνει κάτι παραπάνω από την οφειλόμενη τιμή σε όσες και όσους αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας. Οι διενέξεις για το «πραγματικό νόημα» του Πολυτεχνείου και για τους πρωταγωνιστές του, πρόσωπα, κόμματα και οργανώσεις, έχουν εξαντλήσει τον βίο τους. Το εξεγερσιακό γεγονός του Νοεμβρίου, τοποθετημένο στην πιο αυταρχική περίοδο του κράτους των εθνικοφρόνων, συμβολίζει την δυνατότητα των πολιτών με τη συλλογική τους δράση να διαμορφώνουν το παρόν και το μέλλον τους, ιδιαίτερα σε συνθήκες επίτασης της εκμετάλλευσης, των αδικιών και αφαίρεσης κεκτημένων δημοκρατικών δικαιωμάτων. Η μοναδικότητα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου έγκειται στο ότι όταν εκδηλώνεται δεν κοιτά προς το παρελθόν της ψευδεπίγραφης μεταπολεμικής δημοκρατίας, κοιτά προς το μέλλον, ενός εκείνη τη στιγμή ανέφικτου ριζικού εκδημοκρατισμού. Αυτόν τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό ιχνογραφεί η εξέγερση, φράσσοντας αμετάκλητα τις οδούς ανασύστασης του καθεστώτος της μετεμφυλιακής εθνικοφροσύνης και του αντικομουνισμού.

   Ορθά, λοιπόν, «διαβάζουν» τη σημασία του Πολυτεχνείου όσοι οραματίζονται τον μεταδημοκρατικό εκσυγχρονισμό και εκτιμούν ως ολέθρια την επίδρασή του στην πολιτική μας κουλτούρα. Η εξέγερση του 1973 είναι το φάντασμα που σήμερα πλανιέται ως απειλή για την νεοφιλελεύθερη αντιδημοκρατική τεχνοκρατία, το φάντασμα που αενάως θα στοιχειώνει τα εκάστοτε δυστοπικά όνειρά τους.

 

 

Σημειώσεις:

1. Για την έννοια και τη χρήση της στις κοινωνικές επιστήμες, βλ. Sewell H. William. 2013. Οι λογικές της ιστορίας, μετάφραση Ιουλία Πεντάζου. Αθήνα: εκδόσεις Ξιφαράς

2. Για την έννοια της «εκλογικής συγκρουσιακότητας» και την δυνατότητα να επανεπεξεργαστούμε τους εκλογικούς κύκλους στη βάση περισσότερο μακροχρόνιων «εκλογικών καθεστώτων» βλ. McAdam, Doug and Sidney Tarrow. 2013. «Social movements and elections: Toward a broader understanding of the political context of contention», στο: J. van Stekelenburg, C. Roggeband και B. Klandermans (επιμ.), The Future of Social Movement Research: Dynamics, Mechanisms, and Processes, Μινεάπολις: University of Minnesota Press. Για τα «εκλογικά καθεστώτα» στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, βλ. Σερντεδάκις Νίκος και Βασίλης Ρόγγας. 2018. «Συγκρουσιακοί κύκλοι, εκλογικά και οικονομικά καθεστώτα στη μεταπολεμική Ελλάδα. Συμβολή σε μια σχεσιακή ανάλυση της μέσης διάρκειας», στο  Ζαϊμάκης Γ., (επιμ.), Ερευνητικές διαδρομές στις κοινωνικές επιστήμες. Θεωρητικές-μεθοδολογικές συμβολές και μελέτες περίπτωσης, ΕΚΑΕΚΕ, Πανεπιστήμιο Κρήτης, σελ. 299-329.

3. Στο πρωτοσέλιδο της Καθημερινής, στις 23 Φεβρουαρίου 1967, σχόλιο της σύνταξης αναγράφει: «Εάν ο μη γένοιτο, η ΕΚ έλθη πρώτον κόμμα, ή ομού μετά της ΕΔΑ καταλάβη την θέσιν της πλειοψηφούσης παρατάξεως, τότε κατ’ αυτήν την νύκταν των εκλογών, τα δύο “λαοκρατικά” κόμματα, κινητοποιούντα τον επαναστατικόν μηχανισμόν της ΕΔΑ […] θα καταλύσουν το Πολίτευμα και θα γίνουν κύριοι της κυβερνήσεως ή μάλλον της Εξουσίας, θα χρειασθή δε να εκβληθούν δια της δυνάμεως του Στρατού».  (Νικολακόπουλος Ηλίας. 2010. «Η κρίση εξουσίας», στο  Καραμανωλάκης Β., (επιμ.), Η στρατιωτική δικτατορία 1967-1974, ΤΑ ΝΕΑ/Ιστορία, σελ. 57. Στο ίδιο επίσης, η αναθύμηση της ρήσης του Μαρκεζίνη ότι οι εκλογές δεν πρόκειται να διεξαχθούν καθώς έρχεται «η ώρα του ανώνυμου Συνταγματάρχη».

4. Συνήθως τείνουμε να προσεγγίζουμε τον λόγο του Παπαδόπουλου και των άλλων χουντικών ως λόγο παραληρηματικό και αυταπόδεικτα ασυνάρτητο και κωμικό. Για μια βαθύτερη κατανόηση της ιδεολογίας των χουντικών και την συνάφεια της με την παραεκκλησιαστική «Ζωή», βλ. Πάλλας Δημήτριος. Ορθοδοξία και Παράδοση. Δοκιμή Αυτοβιογραφίας, επιμέλεια Όλγα Γκράτζιου. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

5. Για μια πλήρη ανάγνωση της «δυναμικής αντίστασης», βλ. Βόγλης Πολυμέρης. 2022. Δυναμική αντίσταση. Υποκειμενικότητα, πολιτική βία και αντιδικτατορικός αγώνας 1967-1974. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

6. Νοταράς Γεράσιμος. 1999. «Δικτατορία και οργανωμένη αντίσταση», στο Αθανασάτου Γ., Ρήγος Α., Σεφεριάδης Σ., (επιμ.). Η Δικτατορία 1967-1974. Πολιτικές πρακτικές - Ιδεολογικός λόγος - Αντίσταση. Αθήνα: Καστανιώτης, σελ. 190.

7. Σχετικά με τις πολιτικές ευκαιρίες στις αρχές της δεκαετίας του 1970, βλ. Σερντεδάκις Νίκος. 1996. Διαδικασίες παραγωγής και συγκρότησης των νέων κοινωνικών κινημάτων, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, σελ. 179-183 και Κορνέτης Κωστής. 2015. Τα παιδιά της δικτατορίας. Αθήνα: Πόλις, σελ. 239-241.

8. Η εξιστόρηση της διαδρομής της ΕΚΙΝ, στο Βερνίκος Γεώργιος. 2003. Όταν θέλαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα. Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα: Η ΕΚΙΝ και οι καταλήψεις της Νομικής. Αθήνα: Καστανιώτης. Για την ΕΜΕΠ, βλ. Πεπονής Αναστάσιος. 2002. 1961-1981. Τα γεγονότα και τα πρόσωπα. Αθήνα: Λιβάνης.

9. Για την ανάδυση του φοιτητικού κινήματος και τις ΦΕΑ, βλ. Δαφέρμος Ολύμπιος. 1992. Το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα 1972-1973. Αθήνα: Θεμέλιο.

 

Νίκος Σερντεδάκις Ο Νίκος Σερντεδάκις είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet