Όταν οι συνθήκες ωριμάζουν, τα γεγονότα τρέχουν με ταχύτητες που δεν τις προλαβαίνουν όχι μόνο οι προβλέψεις μας, αλλά ακόμα και οι μύχιες επιθυμίες μας. Η προαναγγελθείσα συγκρότηση κοινοβουλευτικής ομάδας από όσους βουλευτές/τριες έχουν μέχρι στιγμής εγκαταλείψει τον –αγνώριστο πια– ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δρομολογεί εξελίξεις που μέχρι χτες φαινόταν ότι θα χρειαστούν αρκετό χρόνο.

 

Η αρχή έγινε

 

Η συγκρότηση κοινής κοινοβουλευτικής ομάδας απαιτεί ικανό βαθμό συνεννόησης και σύμπτωσης στα βασικά, ώστε να εξασφαλίσει τη λειτουργική οργάνωσή της, τη δόμησή της και την άρθρωση ενιαίου πολιτικού λόγου. Στην κοινή συνείδηση δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι θα καταγραφεί σαν ισχυρή προκαταβολή κόμματος. Και αυτό θα ικανοποιήσει μεγάλη μερίδα όσων λογικά προσβλέπουν σε μια τέτοια εξέλιξη ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για την ανασυγκρότηση του πολιτικού χώρου της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, με όλη την ευρύτητα στη σύνθεση και την κοινωνική απεύθυνση που ιστορικά του αντιστοιχεί.

Άλλωστε, μια τέτοια εξέλιξη μόνο σαν αναμενόμενη θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί και από τους τρίτους, από τη στιγμή που τα συνθετικά μέρη μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες συνοικούσαν στο ίδιο κόμμα και αντιδρούσαν με ομόλογους τρόπους στη ραγδαία απομάκρυνσή του από τον ιδρυτικό χαρακτήρα του. Διαφορές μπορεί να υπάρχουν και ενδέχεται να αναδειχθούν νέες, αλλά η συσπείρωση γύρω από την υποψηφιότητα Αχτσιόγλου τη δεύτερη Κυριακή προδίκαζε ήδη τις δυνατότητες νέων συνθέσεων και οπωσδήποτε τη δυνατότητα συνύπαρξης σε ενιαίο κόμμα.

Η διατύπωση του Ευκλείδη Τσακαλώτου «κάτι περισσότερο από φόρουμ διαλόγου, κάτι λιγότερο από κόμμα» μοιάζει να γίνεται πραγματικότητα γρηγορότερα από το αναμενόμενο. Όχι μόνο ως προς το δεύτερο σκέλος της, αλλά και ως προς το πρώτο. Μια διαδικασία ανασυγκρότησης, καθώς προχωρεί, για να πείθει και να κινητοποιεί τις ευρύτερες δυνατές κοινωνικές δυνάμεις, ιδίως εκείνες που επιφυλάσσονται και απέχουν, χρειάζεται να είναι όσο το δυνατόν πιο ανοιχτή στον διάλογο και την κοινή δράση με στόχο τη μεγαλύτερη δυνατή ενίσχυση αυτού του πόλου συσπείρωσης που έχει αρχίσει ήδη να διαμορφώνεται.

 

Ευρωεκλογές: τόσο μακριά, αλλά και τόσο κοντά

 

Είναι ευτυχής συγκυρία ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα γίνει στις ευρωεκλογές. Με τον ειδικό χαρακτήρα που έτσι κι αλλιώς έχουν και, επίσης, εξ αιτίας της συγκυρίας στην οποία πραγματοποιούνται, δηλαδή αμέσως μετά και όχι ταυτόχρονα ή λίγο πριν από τις ελληνικές βουλευτικές. Για να δανειστούμε το σχήμα λόγου του Ευκλείδη, χρονικά τοποθετούνται τόσο μακριά, ώστε να μπορεί να υπάρξει ο αναγκαίος διάλογος που θα καταλήξει σε κοινή εκλογική δράση, αλλά πολύ κοντά για την ίδρυση ενός νέου κόμματος που θα συμμετάσχει σ’ αυτές. Δεν αποκλείεται, βέβαια, με την ταχύτητα που εξελίσσονται τα πολιτικά πράγματα, να πέσουμε έξω και σ’ αυτή την πρόβλεψη. Πάντως, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στην εκλογική αναμέτρηση αυτή θα δοθεί έτσι κι αλλιώς η δυνατότητα να επαληθευτεί η δημοσκοπική διαπίστωση της ύπαρξης ικανού χώρου για την ανάπτυξη και τη θετική υποδοχή της σύγχρονης ανανεωτικής και ριζοσπαστικής εναλλακτικής πολιτικής πρότασης της Αριστεράς στα αριστερά του Κέντρου και μέχρι το ΚΚΕ.

Η επαλήθευση αυτή μπορεί να γίνει με ευνοϊκούς πολιτικούς όρους για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί λόγω του ειδικού χαρακτήρα των εκλογών αυτών –δεν κρίνεται το ζήτημα της κυβέρνησης και μόλις έχει αναδειχθεί κυβέρνηση από πρόσφατες εκλογές– μπορεί να υπάρξει ευκολότερα συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων σε ένα ψηφοδέλτιο ριζοσπαστικό της Αριστεράς, της Οικολογίας, του Φεμινισμού. Δεύτερον, γιατί στα επίδικα της ευρωπαϊκής πολιτικής υπάρχουν πολύ περισσότερα πεδία συμπτώσεων, πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες συγκλίσεων. Και, ειδικά για τις δυνάμεις της Αριστεράς και της Οικολογίας, είναι δεδομένο το εύφορο έδαφος της μακρόχρονης συνεργασίας τους στο πλαίσιο της κοινής ευρωομάδας στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

 

Το άλλο ήμισυ του παντός

 

Θα ήταν ίσως πολύ χρήσιμη αυτή τη στιγμή η συγκρότηση μεικτών ομάδων όχι μόνο για την επεξεργασία και την αντιμετώπιση των πολιτικών ζητημάτων που ανακύπτουν εντός ή εκτός Βουλής, αλλά και για τη διερεύνηση και προετοιμασία του εδάφους εν όψει των ευρωεκλογών. Αυτό δεν θα ικανοποιήσει μόνο τις ανάγκες που προκύπτουν στα συγκεκριμένα πεδία, αλλά και το κοινό αίσθημα του κόσμου της Αριστεράς, που στο σύνολό του σχεδόν δεν αντιμετωπίζει αυτή τη δύσκολη χωριστική διαδικασία με πνεύμα πεσιμιστικό. Αντίθετα, το κάνει με αγωνιστική διάθεση για τη διεκδίκηση του κοινωνικού ρόλου και του πολιτικού χώρου μιας σύγχρονης ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς στις νέες συνθήκες, που χωρίς τη θέλησή τους έχουν διαμορφωθεί.

Αν αληθεύει η γνωστή ρήση «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός», τότε το αποφασιστικό βήμα έχει γίνει. Αλλά η όποια σοφία κλείνει μέσα της η συγκεκριμένη διαπίστωση, έγκειται και στο ότι το κάθε φορά άλλο «ήμισυ» βρίσκεται εκεί και μας θυμίζει ότι περιμένει την επιθυμητή και αναγκαία ολοκλήρωσή του.

 

 

ΥΓ. Ο άνθρωπος που ήρθε για να τα αλλάξει όλα, άλλαξε μόνο τη ματιά με την οποία ένας, κατά οποιαδήποτε έννοια, προοδευτικός πολιτικός ηγέτης μπορεί να βλέπει τα πράγματα. Εξυμνώντας την παλιά καλή Ελλάδα των νοικοκυραίων έδειξε δύο πράγματα: ένα, ότι αγνοεί πως, τουλάχιστον για τους από κάτω, δεν υπήρξε ποτέ, ήταν ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης για όσους «δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό», και, δύο, ότι ο δήθεν προοδευτικός λαϊκισμός του είναι η άλλη όψη του κοινωνικού συντηρητισμού.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet