Όταν καθυστερούμε να εξοφλήσουμε, έστω και μερικές ημέρες, τις υποχρεώσεις μας στην εφορία, το ποσό του χρέους μας αρχίζει και αυξάνεται, καθώς το κράτος δεν ανέχεται την παραμικρή καθυστέρηση. Αντίθετα, όταν το ίδιο κράτος μπαίνει στη θέση αυτού που χρωστά και οφείλει να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του σε τρίτους, φαίνεται ότι έχει κάθε δικαίωμα να καθυστερεί. Να καθυστερεί μάλιστα τόσο πολύ έτσι ώστε τον Σεπτέμβριο του 2023 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς προμηθευτές και λοιπούς να έχουν φτάσει συνολικά τα 3,065 δισ. ευρώ.

Τι ακριβώς συμβαίνει; Πώς μία οικονομία που υποτίθεται ότι ρολάρει καλά, σύμφωνα με τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, μία οικονομία που εξασφάλισε την επενδυτική βαθμίδα πριν από δύο μήνες, δεν μπορεί να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις της; Προφανώς, τα χρώματα με τα οποία οι κρατούντες περιγράφουν την οικονομική κατάσταση της χώρας δεν είναι τόσο ανοιχτά και φωτεινά όσο διατείνονται, αλλά περιέχουν και... γκρίζες αποχρώσεις.

 

Χρέη των νοσοκομείων, ο μεγάλος βραχνάς

 

Ανέκαθεν, ο μεγάλος πονοκέφαλος ήταν η τακτοποίηση των οφειλών των δημόσιων νοσοκομείων στους πάσης φύσεως προμηθευτές τους. Αποτελούσε μία από τις κύριες εμμονές της τρόικας στα χρόνια των μνημονιακών καταναγκασμών, αλλά και μπελά για τους εκάστοτε υπουργούς Υγείας. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ έγινε μία πολύ μεγάλη προσπάθεια εξορθολογισμού και νοικοκυρέματος, που απέδωσε καρπούς αφού στα μέσα του 2019, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε την εξουσία στην ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, τα ληξιπρόθεσμα χρέη των νοσοκομείων είχαν μειωθεί περίπου στα 300 εκατ. ευρώ. Τον Δεκέμβριο του 2015 να φανταστεί κανείς τα χρέη άγγιζαν το 1δισ. (931 εκατ.).

Η νέα, τότε, κυβέρνηση κλήθηκε να αντιμετωπίσει από τον Μάρτιο του 2020 το φαινόμενο της πανδημίας. Στο όνομα της αντιμετώπισης του κορονοϊού, οι απευθείας αναθέσεις έγιναν κανόνας (υπό το πρόσχημα ότι δεν υπήρχε χρόνος για διαγωνισμούς) κάτι που σημαίνει ότι οι υπερτιμολογήσεις των προϊόντων για εκείνη την περίοδο είναι μία πιθανή πραγματικότητα. Έτσι, λοιπόν, τον Δεκέμβριο του ‘20 τα χρέη ανέβηκαν στα 500 εκατ. και δύο χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του ‘22 είχαν φτάσει πάλι στα επίπεδα των 900 εκατ. Από τη στιγμή δε που έσπασε το φράγμα του 1δισ. (τον Ιανουάριο του 2023) ουδέποτε μειώθηκαν κάτω από αυτό το ψυχολογικό όριο. Η τιμή του Σεπτεμβρίου τέλος (τα 1,374 δισ.) είναι η μεγαλύτερη των τελευταίων επτά χρόνων τουλάχιστον.

Η ραγδαία αύξηση εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την ομαλή λειτουργία των νοσοκομείων. Προμηθευτές που δεν έχουν ακόμη εξοφληθεί, δεν αποκλείεται να αρχίσουν να μειώνουν ή και να διακόπτουν τις παραδόσεις τους, κάτι που γινόταν συνεχώς στα μνημονιακά χρόνια. Αν το φαινόμενο αυτό κάνει πάλι την εμφάνισή του, τότε τα νοσοκομεία θα αναγκαστούν να καλύψουν τις ανάγκες τους από το εξωτερικό με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κόστος.

Αν προχωρήσουμε, όμως, τη σκέψη μας ακόμα παρακάτω, το σκηνικό που διαμορφώνεται παραπέμπει σ' ένα σκηνικό απαξίωσης των δημόσιων νοσοκομείων και του ΕΣΥ εν γένει. Έχουμε διαπιστώσει στο παρελθόν, και όχι μόνο στην Ελλάδα, ότι όταν οι δημόσιοι οργανισμοί φορτώνονται με χρέη, τότε είτε κλείνουν είτε βγαίνουν στο σφυρί. Δεν θα είναι βέβαια τόσο εύκολο να κλείσουν νοσοκομειακές μονάδες, ενώ υποτίθεται ότι διάγουμε έναν ενάρετο οικονομικό κύκλο (αυτά τα λόγια χρησιμοποίησε πρόσφατα ο Κυριάκος Μητσοτάκης για να περιγράψει το οικονομικό κλίμα στη χώρα), ωστόσο αν τα χρέη δεν μειωθούν, τότε είναι πολύ πιθανό να ανοίξει και πάλι η συζήτηση για το κόστος του ΕΣΥ, τις «έξυπνες» λύσεις από τον ιδιωτικό τομέα και τα σχετικά. Έτσι και αλλιώς η κυβέρνηση έχει νομοθετήσει την είσοδο του ιδιωτικού τομέα στο ΕΣΥ, άρα τίποτα δεν πρέπει να προκαλεί πλέον έκπληξη.

 

Στο ευρωπαϊκό δικαστήριο

 

Δεν παρακολουθήσατε, βέβαια, σε κανένα μεγάλο τηλεοπτικό δελτίο την είδηση ότι για το θέμα των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου η Ελλάδα παραπέμφθηκε στο ευρωπαϊκό δικαστήριο. Στο σχετικό σημείωμά της η Κομισιόν κάνει ιδιαίτερη μνεία στα χρέη των δημόσιων νοσοκομείων (πολιτικών και στρατιωτικών), αλλά, όπως σημείωνε η Καθημερινή, «στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών υποστηρίζουν ότι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των νοσοκομείων αφορούν σε μεγάλο βαθμό τα clawback και rebate, που δεν έχουν συμψηφιστεί κι αν αφαιρεθούν αυτά περιορίζονται σε 164 εκατ. ευρώ. Εκτιμούν ότι με το νέο κεντρικό σύστημα προμηθειών το πρόβλημα θα περιοριστεί, ήδη άλλωστε διαβιβάστηκε ένα σημαντικό ποσό στο ΕΚΑΠΥ για τον σκοπό αυτό». Ευσεβείς πόθοι; Διόλου απίθανο. Είναι πάντως σαφές ότι πρόκειται για ζήτημα στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να δώσει άμεσα λύση, αν βέβαια ενδιαφέρεται για τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό των δημόσιων νοσοκομείων.

Την ίδια ώρα αρκετά είναι τα ληξιπρόθεσμα χρέη που προέρχονται από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης (ανήλθαν στα 545 εκατ. ευρώ τον Σεπτέμβριο από 505 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2022), αλλά και από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (150 εκατ. ευρώ από 93 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2022). Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ότι η τάση της αύξησης των ληξιπρόθεσμων δεν αφορά μόνο τα νοσοκομεία, αλλά και άλλους δημόσιους οργανισμούς.

 

Πρόβλημα και στο ΕΣΠΑ

 

Η κυβέρνηση, όμως, αντιμετωπίζει δυσκολίες ακόμα και στην κάλυψη του ΕΣΠΑ στους ιδιωτικούς βρεφονηπιακούς σταθμούς, η κάνουλα του χρήματος προς τους οποίους παραμένει κλειστή εδώ και αρκετούς μήνες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχετική επιστολή ο Σύλλογος Ιδιωτικών Μεγάλων και Μικρών Παιδικών Σταθμών και Νηπιαγωγείων Ελλάδος υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, πώς «ζούμε επί τέταρτη συνεχόμενη χρονιά το ίδιο έργο του να είμαστε απλήρωτοι από το κράτος από το περσινό πρόγραμμα, που έληξε στις 31 Ιουλίου ‘23. Πολλές δομές παραμένουν απλήρωτες από τον Μάρτιο μήνα και μεταγενέστερα, ήτοι 7 μήνες, για τον μήνα Ιούλιο όλες οι δομές είναι απλήρωτες από την χρηματοδότηση του υπουργείου Εργασίας και από την έναρξη της σχολικής χρονιάς μέχρι σήμερα , ήτοι τρεις μήνες και μπαίνει και ο 4ος μήνας απλήρωτοι».

Τέσσερα χρόνια απληρωσιάς. Το φαινόμενο, δηλαδή, άρχισε πριν εμφανιστεί η πανδημία και όλα τα σχετικά παρελκόμενα. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με χρήμα (και) ευρωπαϊκό, όχι μόνο ελληνικό. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για πολύ μεγάλη ανεπάρκεια των αρμοδίων, ή ακόμα και για κυνισμό. Τι θα γίνει, όμως, αν οι ιδιωτικοί βρεφονηπιακοί σταθμοί αρχίσουν να κλείνουν τις πόρτες τους στους ωφελούμενους των σχετικών προγραμμάτων, ενώ είναι ευρέως γνωστό ότι οι δημόσιοι δεν επαρκούν για να καλύψουν όλα τα παιδιά; Πολύ απλά, θα δημιουργηθούν πολλά προβλήματα σε χιλιάδες οικογένειες. Και εδώ, ουδείς μπορεί να μας πείσει ότι υπάρχει στο παρασκήνιο μικροπολιτική εκμετάλλευση, οι ιδιοκτήτες των ιδιωτικών βρεφονηπιακών σταθμών προφανώς δεν είναι κομμουνιστές...

 

Πρόσφατα άρθρα ( Υγεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet