«Φόνισσα»

 

 

 

Από την πρώτη σκηνή του τοκετού το βλέμμα της γριάς Χαδούλας Φραγκογιαννούς, όταν ακούει την αναγγελία «κορίτσι» τα λέει όλα. Η συγκλονιστική Καρυοφυλλιά Καραμπέτη που την ερμηνεύει, αναδεικνύει με τη ματιά της τον πόνο ανάμικτο με τον τρόμο και την απόγνωση, καθώς γνωρίζει τη μοίρα του κοριτσιού όταν αυτό θα γίνει γυναίκα και θα ζήσει στην κλειστή πατριαρχική κοινωνία του νησιού.

Είναι όντως μεγάλο το ρίσκο που πήρε η Εύα Νάθενα μεταφέροντας στο σινεμά το εμβληματικό μυθιστόρημα του μέγιστου Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Η φόνισσα». Γιατί το ίδιο το βιβλίο από μόνο του περικλείει τόση δύναμη που, εάν την απελευθερώσεις και την μετατρέψεις σε κινηματογραφική εικόνα, υπάρχει ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί. Όμως η σκηνοθέτρια γνωρίζει σε βάθος το παπαδιαμάντειο έργο, το έχει μελετήσει καλά και έτσι δεν αφήνει σταγόνα δύναμης και έντασης να πάει χαμένη. Διεκπεραιώνει ό,τι ξεκίνησε με τον καλύτερο τρόπο. Από την άλλη, κανείς δεν ξεχνά πως το 1974 ένας από τους πιο σημαντικούς σκηνοθέτες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, ο Κώστας Φέρρης κάνει τη δική του κινηματογραφική μεταφορά της Φόνισσας, μάλιστα, με ιδιαίτερη επιτυχία. Αλλά και εδώ η Νάθενα τα κατάφερε καθώς η δική της εκδοχή ακολουθεί τη δική της οπτική και δεν αντιπαρατίθεται με το έργο του Φέρρη, αλλά έρχεται να προσθέσει ακόμη μία ψηφίδα στην κινηματογραφική μεταφορά έργων του Παπαδιαμάντη, καθώς κι άλλα από αυτά έχουν αποτελέσει πηγές κινηματογραφικής έμπνευσης.

 

Επανερχόμενος, λοιπόν, στην ταινία της Νάθενα, θα πω καταρχάς πως κατόρθωσε και έπιασε το νόημα αλλά και την αίσθηση του έργου. Η Φραγκογιαννού είναι μια τραγική φιγούρα που αναλαμβάνει να σώσει τα κορίτσια από τη μαύρη τους μοίρα. Είναι μια γυναίκα που μέσα από τη σιωπή της κραυγάζει για τις γυναίκες όλου του κόσμου. Που μέσα από το βλέμμα της αναδύεται ο πόνος του φύλου της.

Η σκηνοθέτρια χρησιμοποιεί σκοτεινή, υποφωτισμένη φωτογραφία, ο ουρανός είναι διαρκώς συννεφιασμένος, οι μορφές γίνονται μέρος του σκληρού τοπίου. Είναι θαυμάσια η εικαστική προσέγγιση των πλάνων, τα χρώματα, το φως. Κάτι που δεν είναι τυχαίο καθώς η Εύα Νάθενα είναι κυρίως εικαστικός, ως απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών αλλά και ως ενδυματολόγος. Κι έτσι, μέσα από την εικαστική τελειότητα και τη λιτότητα των εικόνων της καταφέρνει να συνδέσει την αρχαία τραγωδία με την τραγική ζωή των γυναικών της πατριαρχικής κοινωνίας και να αναδείξει την ανισότητα φύλου που η τόλμη και η διορατικότητα του Παπαδιαμάντη τοποθέτησε στην εποχή του αλλά, δυστυχώς, δεν είναι ένα φαινόμενο που έχει εκλείψει.

Η Εύα Νάθενα με τη Φόνισσα έκανε μια ταινία που φέρνει το μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη ξανά στην επικαιρότητα. Αν και πιστεύω πως το έργο του σκιαθίτη συγγραφέα ποτέ δεν έπαψε να είναι επίκαιρο. Ανανέωσε όμως το ενδιαφέρον του κοινού γι’ αυτό. Να σημειώσω επίσης πως οι διάλογοι που ακούγονται στην ταινία είναι όπως ακριβώς είναι γραμμένοι από τον ίδιο τον συγγραφέα. Όσο για το αφηγηματικό μέρος, εκεί που ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιούσε τη μοναδικής ομορφιάς «καθαρεύουσα», όπως μόνον εκείνος γνώριζε, η Νάθενα την αφήνει κατά μέρος για να την αντικαταστήσει με την εικόνα του σινεμά, που είναι η δική της αφηγηματική γλώσσα. Και ομολογώ πως το έκανε με μεγάλη επιτυχία!

Πρόκειται για την τρίτη κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού έργου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, μετά το 1974 από τον Κώστα Φέρρη και το 2012 από την Στέλλα Αρκέντη. Επίσης το μυθιστόρημα είχε μεταφερθεί στην τηλεόραση εν είδει μίνι σειράς τριών επεισοδίων το 1994 από τον Άγγελο Κοβότσο. Τον κεντρικό ρόλο της Φραγκογιαννούς σε αυτές τις μεταφορές είχαν η Μαρία Αλκαίου (βραβείο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), η Ιωάννα Γκαβάκου και η Τούλα Σταθοπούλου.

Η ταινία της Νάθενα κέρδισε τα βραβεία Καλλιτεχνικής Επίτευξης, Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) και κοινού στο 64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

 

 «Πεσμένα φύλλα»

 

Μια ρομαντική ιστορία αγάπης

 

Μια απλή ιστορία αγάπης ανάμεσα σε έναν αλκοολικό εργάτη και μια άνεργη κοπέλα που ψάχνει για δουλειά. Μια ιστορία αγάπης που περνάει μέσα από μια σειρά συμπληγάδων και ατυχών συμπτώσεων με τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες να προσπαθούν αλλά να μην καταφέρνουν να συναντηθούν. Ο Άκι Καουρισμάκι με τα «Πεσμένα φύλλα» (Kuolleet Lehdet) σκηνοθετεί μια ιστορία ασύμπτωτων... συμπτώσεων, ένα τρυφερό, ρομαντικό, ερωτικό παραμύθι μεταξύ δύο απλών, καθημερινών ανθρώπων. Μέσα από την ανυπαρξία δραματικών κορυφώσεων αναδεικνύεται η σκηνοθετική ιδιοφυΐα του φιλανδού σκηνοθέτη, καθώς κατορθώνει να καθηλώσει τους θεατές. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος του Καουρισμάκι, το πώς δηλαδή μέσα από την αποστασιοποίηση και την απουσία κατορθώνει να δώσει τόσο μεγάλες ποσότητες συναισθήματος. Το πώς οι ήρωές του χωρίς κανένα χαμόγελο, σχεδόν ανέκφραστοι και μελαγχολικοί, απόντες από τα όσα συμβαίνουν και όσα τους συμβαίνουν, προσφέρουν τόση τρυφερότητα και τόση αγάπη. Ο άνδρας και η γυναίκα στα «Πεσμένα φύλλα» είναι δύο μοναχικές υπάρξεις που διψούν για αγάπη, για συντροφικότητα. Αναζητούν το άλλο μισό τους χωρίς όμως να το κυνηγούν, να το διεκδικούν. Θαρρείς και το περιμένουν να έρθει από μόνο του κι όταν εμφανιστεί θα το αρπάξουν.

Οι ήρωες του Άκι Καουρισμάκι είναι άνθρωποι που κινούνται σχεδόν μηχανικά. Η ακραία βορειοευρωπαϊκή ψυχρότητα τούς κάνει να φαντάζουν στα δικά μας μάτια σαν φιγούρες που κινούνται σε ένα παράλληλο σύμπαν. Αυτήν την ψυχρότητα ο Καουρισμάκι την μεταμορφώνει και απομυζώντας την βγάζει από μέσα της όλη την τρυφερότητα του κόσμου.

Με το αδιόρατο υπονομευτικό του χιούμορ, ο σκηνοθέτης δίνει ευχάριστες ανάσες στο κελαρυστό αυτό φιλμ που κυλάει σαν δροσερό νερό. Μεθοδικά σκηνοθετημένη ταινία, σχεδόν αψεγάδιαστη, που μέσα από την απλότητα κατορθώνει να αναδείξει το μεγαλείο της. Είναι μια ταινία για τους απλούς ανθρώπους που προέρχονται από την εργατική τάξη. Είναι μια ταινία αληθινή και ειλικρινής επικεντρωμένη στον άνθρωπο και τα συναισθήματά του. Με γοητευτικά καδραρίσματα, εξαιρετική μουσική επένδυση, αστεία και συγκινητική, σοβαρή χωρίς όμως να παίρνει πολύ σοβαρά τον εαυτό της, με σινεφίλ αναφορές. Είναι αυτό το σινεμά που σε κάνει να το ευχαριστιέσαι, που σου προσφέρει όχι απλή απόλαυση αλλά κάτι περισσότερο: ηδονή. Με εικόνες βάλσαμο για την ψυχή με τον Ακι Καουρισμάκι να σε οδηγεί μέσα από τη μελαγχολία στο φως της αισιοδοξίας.

Τα «Πεσμένα φύλλα» είναι μια ταινία που μετατρέπει το έλασσον σε μείζον και κάνει αυτό το ταπεινό φιλμ να λάμπει σαν πολύτιμος λίθος. Μια μικρή μεγάλη ταινία από έναν μεγάλο σκηνοθέτη.

Η υπέροχη δημιουργία του Άκι Καουρισμάκι, που τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Κανών, επελέγη και προβλήθηκε ως ταινία λήξης στο φετινό 64ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

 

Επίσης προβάλλονται

 

«Παιχνίδια θανάτου» (All fun and games) των Άρι Κόστα και Ερέν Τσελέμπογλου: Ένα φαινομενικά αθώο και χαλαρό παιχνίδι μεταξύ εφήβων έχει ως αποτέλεσμα τον δαιμονισμό ενός εξ αυτών, του Μάρκους. Για να τον σώσουν, τα αδέρφια και οι φίλοι του καλούνται να συμμετέχουν σε μια σειρά δαιμονικών παιχνιδιών, όπου η νίκη αποτελεί μονόδρομο, αφού η ήττα συνεπάγεται τον θάνατο των χαμένων. Τα «Παιχνίδια Θανάτου» εξερευνούν το οικογενειακό τραύμα και την ισχύ της οικογένειας, όταν αυτή αντιμετωπίζει ενωμένη ακόμα και την πιο μεγάλη απειλή.

Η ταινία βασίζεται στην ιδέα των «περίεργων» παιχνιδιών που πάντοτε κρύβουν κάτι πιο ύπουλο και απειλητικό, καταλήγοντας να ταλαιπωρούν με κάποιον τρόπο τους παίκτες∙ μια υπο-κατηγορία του είδους του τρόμου ιδιαίτερα γνώριμη στο κοινό. Αυτή τη φορά, το σεναριακό εύρημα αποτελεί την αφορμή, ώστε να εξερευνηθεί το οικογενειακό τραύμα, να δοκιμαστούν οι σχέσεις των εφήβων, αλλά και να αποκαλυφθούν τα μυστικά μιας ολόκληρης κωμόπολης.

«Σιωπηλή οργή» (Silent night) του Τζον Γου: Παραμονή Χριστουγέννων, ένας άτυχος πατέρας γίνεται μάρτυρας της δολοφονίας του γιου του, όταν διασταυρώνονται με μάχη μεταξύ συμμοριών. Μόλις αναρρώνει από τα τραύματα του που του κοστίζουν τη φωνή του, η εκδίκηση είναι το μόνο πράγμα που έχει στον νου του και θα φτάσει ως το απόλυτο τέρμα για να την πάρει.

Στην ταινία δεν υπάρχει κανένας διάλογος!

«Godzilla minus one» του Τακάσι Γιαμαζάκι: Εδώ έχουμε την 37η ταινία με τον Γκοτζίλα! Στη μεταπολεμική Ιαπωνία, το 1945, αναδύεται ένας νέος τρόμος, ο Γκοτζίλα. Δύο χρόνια μετά, το γιγάντιο τέρας θα επιτεθεί στο Τόκιο. Θα μπορέσουν οι συντετριμμένοι κάτοικοι να επιβιώσουν… πόσο μάλλον να αντεπιτεθούν;

 

Στράτος Κερσανίδης strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com
Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet