"Τα τελευταία οχτώ λεπτά"

 

 

 

Σε εποχές μεγάλης κρίσης, καταστροφών και κατάρρευσης, όπως αυτή στην οποία έχει μπει αμετάκλητα ο παγκόσμιος καπιταλισμός, αναπτύσσονται και αντιπαλεύουν έντονα ριζοσπαστικές όσο και αντιδραστικές τάσεις. Οι τελευταίες μάλιστα μπορεί αρχικά να υπερέχουν, λόγω της στήριξής τους στο ήδη υπάρχον. Αλλά ακριβώς για να κερδίσουν επιρροή δεν εμφανίζονται με το πραγματικό, συστημικό τους πρόσωπο, αλλά φορούν ένα προσωπείο ανανέωσης, ηθικής ανωτερότητας και προοδευτισμού. Φτιασιδώνουν έτσι, για να θυμηθούμε την Παρέλαση του παλιού καινούριου του Μπρεχτ, το παλιό σε νέο, κομίζοντάς το «πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί» και προσφέροντάς το με «νέες μυρωδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε πριν ξαναμυρίσει».

 

Η ταινία «Τα τελευταία οχτώ λεπτά» (αγγλικός τίτλος «Source code», 2011), είναι μια από τις πιο αριστοτεχνικές μεταμφιέσεις του παλιού σε νέο που έχουν δει το φως στην έβδομη τέχνη. Ένας τρομοκράτης έχει ανατινάξει ένα τρένο και απειλεί να προβεί σε μια δεύτερη, πολύ πιο μαζική επίθεση στο Σικάγο. Οι αμερικάνικες υπηρεσίες, αξιοποιώντας μια μηχανή μεταφοράς στο παρελθόν, στέλνουν στο τρένο έναν αμερικανό στρατιώτη, βετεράνο του πολέμου στο Αφγανιστάν και υπόδειγμα αυτοθυσίας για το καλό των συντρόφων του, με στόχο να ανακαλύψει τον δράστη και να ματαιώσει τη δεύτερη επίθεση. Ο ήρωας, τώρα ένας ημιθανής σακάτης που διατηρείται τεχνητά στη ζωή, ξυπνά επανειλημμένα στο τρένο οχτώ λεπτά πριν την έκρηξη και, μετά από αρκετές αποτυχίες, εντοπίζει τον ένοχο που τελικά αφοπλίζεται έγκαιρα. Ακόμη περισσότερο, καταφέρνει να κάνει τους πάντες στο τρένο να υιοθετήσουν μια άλλη, εποικοδομητική στάση απέναντι στη ζωή. Στο τέλος, όταν η εικόνα παγώνει τη στιγμή της έκρηξης, τους βλέπουμε όλους χαρούμενους ενώ μαθαίνουμε ακόμη ότι σε μια άλλη, παράλληλη πραγματικότητα, η έκρηξη έχει αποφευχθεί και ο ήρωας και οι σκοτωμένοι επιβάτες συνεχίζουν κανονικά τις ζωές τους.

Κάθε προοδευτικός, σκεπτόμενος άνθρωπος, θα αντιληφθεί την αθλιότητα της παραπάνω ιστορίας. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή όπου το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού, βασικά μερικές χιλιάδες δισεκατομμυριούχοι, έχει συγκεντρώσει το 50% του παγκόσμιου πλούτου, ενώ στο 50% των φτωχών αναλογεί ίσως ένα 3-4%. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ξεσπούν αυξανόμενα σε πολέμους που μακελεύουν τους λαούς, χτες στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, σήμερα στην Ουκρανία και την Παλαιστίνη, αύριο κάπου αλλού. Και η τρομοκρατία, του ISIS και ακόμη της Χαμάς, παλιότερα της Αλ Κάιντα, όπως ο φασισμός και ο μιλιταρισμός που σηκώνουν απειλητικά το κεφάλι, είναι γέννημα-θρέμμα αυτής της κατάστασης.

 

Στην ταινία δεν γίνεται καμιά νύξη για όλα αυτά, ούτε μπαίνει πουθενά το ερώτημα αν η αμερικάνικη επέμβαση στο Αφγανιστάν και η τρομοκρατία έχουν κάποια κοινωνικά αίτια. Απεναντίας, εξοστρακίζονται πλήρως από τη σκηνή. Ο ήρωας είναι δικαιωμένος γιατί θυσιάζεται για το καλό των συντρόφων του και θέλει να σώσει τα θύματα της τρομοκρατίας. Το αν βομβαρδίζοντας το Αφγανιστάν ενεργεί σαν δούλος των αμερικάνικων πολυεθνικών και θρέφει ο ίδιος την τρομοκρατία που υποτιθέμενα αντιμάχεται ουδόλως ενδιαφέρει. Αν όλοι γίνουμε καλοί σαν τον ήρωα και συμμορφωνόμαστε με τις επιταγές της εξουσίας, με καθαρή συνείδηση και χωρίς να την αμφισβητούμε, τότε όλα θα πάνε καλά. Και αν σκοτωθούν μερικοί στο μεταξύ, θα ξαναζήσουν σε μια άλλη ζωή. Τέτοιο είναι το μήνυμα της ταινίας. Δίνεται όμως με καθηλωτικό τρόπο, προκαλώντας στον θεατή μια έντονη ταύτιση με τον ήρωα, ώστε να καταπνιγεί η κριτική σκέψη του και να νομίζει ότι βλέπει κάτι άλλο.

 

Το φαινόμενο Κασσελάκη είναι η μεταφορά στην πολιτική ζωή, μια μεταφορά κακότεχνη και υποδεέστερη, του ήρωα και της υπόθεσης τού «Τα τελευταία οκτώ λεπτά». Είναι η υπόσχεση ότι χωρίς να αλλάξει διόλου η βάση του καπιταλισμού, χωρίς να θιγεί ο παγκόσμιος ιμπεριαλισμός, ενώ θα αλωνίζουν οι Πούτιν και οι Μπάιντεν, ενώ οι πόλεμοι θα παίρνουν αμέτρητες ανθρώπινες ζωές, ενώ θα εξαπλώνονται η Βάγκνερ και τα τείχη ενάντια στους μετανάστες, θα βρεθεί ένας θαυματουργός τρόπος για να τακτοποιηθούν τα πράγματα σε όφελος όλων. Είναι η υπόσχεση ότι τα ίδια αίτια που έχουν φέρει την ανθρωπότητα στο χείλος του γκρεμού θα αρχίσουν ως δια μαγείας από αύριο να παράγουν ευεργετικά αποτελέσματα· ότι η αμερικανοποίηση της πολιτικής ζωής στη χώρα μας θα παράγει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που παρήγαγε στις ΗΠΑ· ότι εκεί που απέτυχε ο Ομπάμα και 999 άλλοι μεταρρυθμιστές πριν, θα επιτύχει ο χιλιοστός.

Αυτή η υπόσχεση φυσικά δεν είναι νέα στην ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος. Από τον καιρό του Μπερνστάιν αμέτρητοι ρεφορμιστές υποσχέθηκαν ότι θα βρουν ένα τρόπο να μεταρρυθμίσουν βαθμιαία τον καπιταλισμό, μετατρέποντάς τον σε μια ολοένα πιο δίκαιη και δημοκρατική κοινωνία που τελικά θα μετασχηματιστεί όμορφα και ειρηνικά μια μέρα σε σοσιαλισμό. Εκείνοι οι ρεφορμιστές είχαν όμως το πλεονέκτημα ότι διατύπωναν τις ουτοπίες τους σε ένα πρώιμο στάδιο, όταν ο καπιταλισμός είχε ακόμη περιθώρια παραχωρήσεων, και μπορούσε έτσι να προφασίζονται κάποια ψήγματα ιστορικής δικαίωσης. Σήμερα, αντίθετα, τα περιθώρια έχουν στενέψει ασφυκτικά, ώστε η ίδια υπόσχεση, όταν δίνεται στο όνομα της αριστεράς, δεν μπορεί να πάρει άλλη μορφή από το φαινόμενο Κασσελάκη. Τη μορφή, δηλαδή, μιας ονειροφαντασίας που επειδή έρχεται στα τελευταία λεπτά του καπιταλισμού πρέπει να παραμείνει κενή, χωρίς κανένα στήριγμα ή επαλήθευση στην πραγματική ζωή.

 

Η κενότητα του πολιτικού λόγου του Στέφανου Κασσελάκη, η οποία έχει υποδειχτεί από πολλές πλευρές, βρίσκει εδώ την εξήγησή της. Αυτή η κενότητα, η αδυναμία να αρθρωθεί ένας στοιχειώδης προγραμματικός λόγος και ο περιορισμός σε μια lifestyle εικόνα, δεν ανάγεται τόσο στα προσωπικά γνωρίσματα του Κασσελάκη, όσο και αν αυτά παίζουν το ρόλο τους. Πρόκειται κυρίως για το γεγονός ότι ο καπιταλισμός δεν είναι ικανός σήμερα να προσφέρει κάτι νέο, έστω μια προσωρινή νησίδα σταθερότητας, προς την οποία θα μπορούσε να μετακινηθεί το παγκόσμιο σύστημα από το τωρινό χάος. Από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν υπάρχει –αλλιώς οι ηγετικοί κύκλοι του ιμπεριαλισμού θα το είχαν ήδη προωθήσει– και ο Κασσελάκης προφασίζεται, στο όνομα της αριστεράς, μια ανανεωτική προοπτική στο πλαίσιο του συστήματος, η προοπτική αυτή πρέπει αναγκαία να παραμένει εντελώς αόριστη και νεφελώδης. Μετατρέπεται έτσι μοιραία στην αυταπάτη ότι θα αλλάξουν όλα χωρίς να αλλάξει τίποτα, ότι το ίδιο το παλιό είναι τελικά το αυθεντικά νέο. Και στα λίγα σημεία που κάνει ρητό το συστημικό περιεχόμενό της, όπως στην πρόταση για δημιουργία επαγγελματικού στρατού, αποκαλύπτει το πραγματικό, καθαρά αστικό και αντιδραστικό πρόσωπό της.

 

Αλλά η απουσία οποιουδήποτε προοδευτικού περιεχόμενου δεν σημαίνει διόλου ότι το φαινόμενο Κασσελάκη είναι ακίνδυνο· το αντίθετο μάλιστα. Ο Κασσελάκης ενσαρκώνει μόνο το αδύναμο και νόθο ιστορικά στοιχείο του ΣΥΡΙΖΑ, δίνοντας μια αποφασιστική ώθηση για να ολοκληρωθεί η ορμητική μετατόπιση όλου του πολιτικού σκηνικού προς τα δεξιά, η οποία συντελέστηκε στις τελευταίες εκλογές. Αν το 2015 και το 2019 μια μερίδα των κάπως βολεμένων μικροαστών ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ με την ελπίδα ότι θα τους έδινε κάτι παραπάνω από τη ΝΔ, στις εκλογές του 2023 αυτοί οι μικροαστοί μετακινήθηκαν στη ΝΔ και ακόμη στα ακροδεξιά κόμματα, με την ελπίδα ότι θα τους πάρουν λιγότερα από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η φρούδα, πλασματική ελπίδα μιας μελλοντικής ανάκαμψης που τους προσφέρει σήμερα ο Κασσελάκης είναι βέβαιο ότι θα ξεφουσκώσει γρήγορα στη δοκιμασία της πράξης. Αλλά στο τέλος αυτής της αδιέξοδης πορείας βρίσκεται μια πόρτα που όσοι την διαβούν θα πέσουν στην αγκαλιά της αντίδρασης. Έχοντας παρασυρθεί ενάντια στα πραγματικά συμφέροντά τους στο αδιέξοδο, οι κατεστραμμένοι μικροαστοί θα υποκύψουν μοιραία στις σειρήνες του φασισμού, που θα τους δώσουν κάτι πιο χειροπιαστό. Εδώ βρίσκεται η σύνδεση των συνθημάτων του Κασσελάκη –δημοψηφισματισμός, «άμεση επικοινωνία με το λαό», κοκ– με τα ακροδεξιά, τραμπικά δόγματα και τις πρακτικές, προς τα οποία βοηθά να ανοίξει ο δρόμος, ακόμη κι αν υποκειμενικά δεν ταυτίζεται μαζί τους.

Ο Κασσελάκης μπορεί να συσπειρώσει μόνο εκείνους τους μικροαστούς που αγωνίζονται να γίνουν αστοί, τους καριερίστες που προσβλέπουν σε μια έδρα στη Βουλή ή μια δημόσια θέση. Ένα γνώρισμα αυτών των κύκλων είναι η εξατομίκευση των πάντων, μια θεώρηση που κατακερματίζει την πραγματικότητα σε ένα πλήθος ασύνδετες μεταξύ τους ατομικότητες, κάθε μια με τις δικές της θεμιτές προθέσεις και βλέψεις. Φυσικά, πάνω σε αυτή την εγωκεντρική θεώρηση κολλούν την ετικέτα του «γενικού καλού», που όμως δεν είναι παρά μια μεταμφίεση για το δικό τους καλό, για τον καριερισμό τους. Αλλά ακριβώς επειδή ο καπιταλισμός έχει μπει σε μια αθεράπευτη κρίση, η προοπτική αυτή, σε αντίθεση με το παρελθόν, είναι σήμερα ανοικτή μόνο σε ένα πολύ ισχνό στρώμα. Ο Κασσελάκης οικοδομεί μια εικονική πραγματικότητα για να προσφέρει την ελπίδα ότι ο καθένας μπορεί να βρεθεί σε αυτό το στρώμα, μια ελπίδα όχι διαφορετική ή μεγαλύτερη από τις πιθανότητες να κερδίσουμε το λαχείο. Και κάνοντάς το αυτό δίνει μια σημαία σε εκείνους τους ελάχιστους, τους ήδη «δικτυωμένους», που πραγματικά θα επωφεληθούν.

 

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είπε πρόσφατα κάτι σημαντικό, ότι «είναι καλύτερο να υπηρετεί κανείς το δικό του καθήκον, έστω κι ατελώς, παρά –και το τελευταίο αναφερόταν στην ηγεσία Κασσελάκη– το καθήκον κάποιου άλλου, έστω και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο». Η εποχή μας αναζητά όμως απεγνωσμένα και απαιτεί κάτι παραπάνω. Απαιτεί μια υπηρέτηση του καλού με ιστορικά επαρκή τρόπο. Και αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει μια σοβαρή αυτοκριτική των λαθών του ΣΥΡΙΖΑ στις κρίσιμες μέρες του 2015 από όσους θέλουν σήμερα να μετατοπιστούν αριστερά, αν το θέλουν πράγματι, αλλά και ένα ξεκαθάρισμα των νόθων λογικών του σταλινισμού που πρεσβεύει το ΚΚΕ, καθώς και του αποσπασμένου από τη ζωή σεκταρισμού α λα ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αν οι εξελίξεις, οι αγώνες και οι διαψεύσεις των τελευταίων εκατό χρόνων περιέχουν ένα δίδαγμα είναι τούτο: Στην εποχή μας η γνήσια ριζοσπαστική, αριστερή και σοσιαλιστική απάντηση στην καπιταλιστική βαρβαρότητα ή θα υπάρξει ολοκληρωμένα ή δεν θα υπάρξει καθόλου. Και τα τελευταία οκτώ λεπτά της μέρας του καπιταλισμού που απομένουν, ενώ σίγουρα θα διαψεύσουν τις ονειροφαντασίες, αρκούν μόνο για μια τελευταία προσπάθεια – πριν πέσει το φασιστικό σκοτάδι.

 

ΥΓ. Το παρόν κείμενο είχε ολοκληρωθεί πριν την αφοπλιστική δήλωση του Κασσελάκη στη Θεσσαλονίκη περί νοικοκυραίων: «Το νέο, το οποίο φέρνω, είναι μια επιστροφή (…) στην παλιά νοικοκυρεμένη Ελλάδα. Στην Ελλάδα όπου ο νοικοκύρης είχε το σπίτι του καθαρό, τηρούσε τους κανόνες, τους νόμους, είχε ενδιαφέρον και ενσυναίσθηση για τον γείτονά του». Θα μπορούσε να είχε γραφτεί και σαν ένα σχόλιο στην παραπάνω δήλωση.

 

Χρήστος Κεφαλής Ο Χ. Κεφαλής είναι συγγραφέας, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής της Μαρξιστικής Σκέψης. Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet