Πολύ σωστή η θέση που διάλεξε από την πρώτη στιγμή η Νέα Αριστερά απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: «αντίπαλός μας είναι η ΝΔ και η κυβέρνησή της». Όμως, όταν έχεις να αντιμετωπίσεις το μεθοδευμένο ψέμα, η καλύτερη λύση δεν είναι να γυρίζεις και την άλλη παρειά. Όχι μόνο γιατί έχεις δικαίωμα να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, αλλά κυρίως γιατί έχεις υποχρέωση να αποκαταστήσεις την αλήθεια και να αποτρέψεις ένα διπλό κακό.

 

Η προπαγανδιστική θέση…

 

Οι επικοινωνιολόγοι έχουν συστήσει στον Στ. Κασσελάκη –και σε όσους εντός του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ακόμα, προτιμούν τις εύκολες απαντήσεις στα δύσκολα ερωτήματα– να διαδίδουν όπου σταθούν κι όπου βρεθούν ότι δεν υπάρχουν πολιτικές διαφορές με όσους αποχωρούν και είναι ανεξήγητο γιατί το κάνουν. Όταν αφήνεις αναπάντητη μια τέτοια συκοφαντία, αφενός διευκολύνεις τη βρομιά που τη συνοδεύει, ότι όλα έγιναν για την καρέκλα, αφετέρου αφήνεις στο σκοτάδι τις πολιτικές και ιδεολογικές ανατροπές που πραγματοποιούνται από τη νέα ηγεσία, χωρίς να τις έχει συζητήσει κανείς και οπουδήποτε. Πλην του πολύ στενού προεδρικού περιβάλλοντος, βέβαια.

Επίσης, σιωπώντας αφήνεις να δουλεύει ανεμπόδιστη μια άλλη πτυχή της προπαγάνδας, η ρετσινιά του διασπαστή από καπρίτσιο, που καταστρέφει την –ανύπαρκτη πια– ενότητα ενός κόμματος της Αριστεράς προς όφελος των συντηρητικών δυνάμεων. Με αποτέλεσμα, εκεί που σου χρωστούσανε, να σου ζητάνε και το βόδι.

 

…και οι πραγματικές αντιθέσεις

 

Πόσο σοβαρό είναι, όμως, το ζήτημα αυτό; Αρκεί η πρόχειρη συλλογή των λίγων τελευταίων ημερών, για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος και την έκτασή του.

Μιλώντας σε εκδήλωση του Κύκλου Νέων Επιχειρηματιών, ο νέος πρόεδρος δήλωσε «υπερταξικά ενωτικός» και πως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ «δεν θα χωρίσει τους Έλληνες ταξικά, έχουμε ζήσει αρκετή διχόνοια» ( ένας νέος ορισμός για την ταξική διαστρωμάτωση, προσφορά στην επιστήμη της Κοινωνιολογίας). Και για όποιον δεν κατάλαβε, εξήγησε ότι δεν παίρνει πίσω τίποτε από όσα είπε στον ΣΕΒ, τα υποστηρίζει γιατί «σπάζουν ταμπού», απλώς τώρα «δεν θέλει να τα αναμοχλεύσει».

Έτσι εξηγείται, όπως φαίνεται, και το γεγονός ότι ο εισηγητής του κόμματος στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό, Ν. Παππάς, δεν μπόρεσε να συμπεριλάβει στις 12 προτάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης την αλλαγή του αστείου πια συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων από μετοχές και την αναπροσαρμογή τής φορολογίας των κερδών, που έχει δύο φορές μειωθεί από τη ΝΔ, παρά την καλπάζουσα κερδοφορία των μεγάλων ιδίως επιχειρήσεων. Μην τυχόν και διχαστεί η κοινωνία.

Στο ίδιο πλαίσιο αθόρυβων αλλαγών, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ χαρακτήρισε «σκληρή και τιμωρητική» τη φορολόγηση της μεσαίας τάξης 2015 με 2019 και προανήγγειλε «διαμετρικά αντίθετη πολιτική» (που, αν δεν έχουν χάσει το νόημά τους οι λέξεις, σημαίνει ειδική ευνοϊκή μεταχείριση, στοχευμένη και κατά προτεραιότητα γι’ αυτήν ειδικά τη νεφελώδη κατηγορία, από τον βιοπαλαιστή επαγγελματία ως τον μεγαλογιατρό).

Είχε, όμως, την ευκαιρία να δώσει και έναν νέο ορισμό του κοινωνικού κράτους, βαθύτατα νεοφιλελεύθερο. Με τόσο χαμηλές αποδοχές, είπε, και τόσο μεγάλες ανισότητες, είναι απαραίτητο το κοινωνικό κράτος. Συγχέοντάς το σκόπιμα με το προνοιακό κράτος, που επεμβαίνει για να διορθώσει τις ακραίες επιπτώσεις, αντί να εξασφαλίσει ένα ευρύ πλαίσιο σταθερής εξυπηρέτησης κοινωνικών αναγκών και παροχής κοινωνικών αγαθών στο σύνολο του πληθυσμού. Επαναλαμβάνει έτσι άλλη μια δέσμευσή του, για περιορισμένο «κοινωνικό» κράτος υπό προϋποθέσεις, ενώπιον του ΣΕΒ.

Για την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, ακόμα και πριν την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος, δεν προβάλλεται πια η παραμικρή αντίσταση. Η Διάνα Βουτυράκου, μάλιστα, είπε «αν τα φίλτρα εισαγωγής είναι ίδια για ιδιωτικά πανεπιστήμια και για τα δημόσια, τότε γιατί κανείς να επιλέξει τα ιδιωτικά; Εμείς λέμε πρώτα να φτιάξουμε τα στοιχειώδη ενώ βλέπουμε τη δημόσια εκπαίδευση να υποβαθμίζεται», παραβλέποντας, κατά τη γνώμη μου, το μείζον ζήτημα της δωρεάν παροχής της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και της ανεμπόδιστης πρόσβασης σ’ αυτήν, που κάποτε αποτελούσαν θέση του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, βέβαια, δίνει και παίρνει πια ο όρος «πατριωτική Αριστερά», που εσχάτως συμπληρώνεται και με τη θέση τής υπερψήφισης των αμυντικών δαπανών, όποιες κι αν είναι, με μόνη επιφύλαξη μην τυχόν και υποκρύπτουν μίζες. Θέση που επισφραγίζεται και με μια πρόσφατα δηλωμένη αποστροφή του προέδρου Κασσελάκη για τα «στερεότυπα εθνομηδενισμού», προφανή σπονδή στη φρασεολογία του εθνικιστικού τόξου.

 

Εμείς, εμείς, οι μόνοι συνεπείς

 

Ας κλείσουμε με μια μάλλον παράδοξη αντίληψη για τη συσπείρωση των προοδευτικών δυνάμεων, που, όπως μας επισημάνθηκε και από τον πρόσφατο χρησμό εκ Ρώμης, είναι πολυκερματισμένες και διευκολύνουν έτσι την κυριαρχία των συντηρητικών. Ρωτήθηκε, λοιπόν, ο Στ. Κασσελάκης, προσκεκλημένος στην ΕΡΤ, αν υπάρχουν όμοροι πολιτικοί χώροι και πώς τους βλέπει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Η απάντηση ήταν καταλυτική: «Ο μόνος όμορος χώρος είμαστε εμείς. Το μόνο κυβερνητικό κόμμα που μπορεί να διοικήσει τη χώρα με καθαρά χέρια». Άλλη μια συμβολή στη θεωρία της πολιτικής συμμαχιών και μια ανατροπή κάθε είδους αντίληψης περί συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων. Έχει κανείς διαφωνία;

Αν όλα αυτά –και τόσα άλλα που προηγήθηκαν ή όσα είναι βέβαιο ότι έπονται– δεν συνιστούν ανατροπές για τα μέχρι πρότινος ισχύοντα στον ΣΥΡΙΖΑ και στην παράδοση της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, και δεν αποτελούν πολιτικές διαφορές (ορισμένες στα όρια της ιδεολογικής διαφοράς), ικανές να εξηγήσουν όχι μόνο τις αποχωρήσεις που προηγήθηκαν, αλλά και τις αναμενόμενες, τότε τι θα έπρεπε ακόμα να υπομένει ή να περιμένει ένας μη ανυπόμονος και νουνεχής για να διαχωρίσει τη θέση του; Ένα συνέδριο, ίσως, προκατασκευασμένο και με αποφάσεις ήδη ειλημμένες και κατοχυρωμένες στην πράξη, που έχουν αλλάξει ήδη σε κρίσιμα σημεία την πολιτική κατεύθυνση.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet