Η απόφαση της κυβέρνησης της ΝΔ για γενική απαγόρευση εισόδου των φιλάθλων στους αγώνες ποδοσφαίρου της Σούπερ Λιγκ, ακόμα και στους ευρωπαϊκούς αγώνες, δηλαδή το γενικό τσουβάλιασμα, δεν αποτελεί μόνο παραδοχή αποτυχίας και ανικανότητας. Συνιστά διάχυση των ευθυνών και προσπάθεια κουκουλώματος των ηθικών αυτουργών που οδήγησαν στην εγκληματική επίθεση και τον τραυματισμό του αστυνομικού έξω από το γήπεδο Ρέντη.

Είναι πέρα για πέρα αντιεπιστημονική η θεώρηση ότι τα άτομα -κυρίως νεαρής ηλικίας- που συμμετέχουν στα επεισόδια “ανήκουν” σε κάποιο άθλημα και είναι προφανές ότι δεν περιορίζονται μόνο σε ποδοσφαιρικούς χώρους. Ο τραυματισμός του αστυνομικού συνέβη στον περιβάλλοντα χώρο κατά τη διάρκεια ενός αγώνα βόλεϊ. Είναι επίσης γνωστό ότι τα σοβαρότερα επεισόδια έχουν συμβεί εκτός γηπέδων, πολλά δε από αυτά σε ημέρα εκτός αγώνα.       Υπενθυμίζω ότι πολλοί από τους, κατά καιρούς, συλληφθέντες έχουν ήδη εις βάρος τους καταδικαστικές αποφάσεις, περιοριστικούς όρους και υποχρέωση παρουσίας σε τοπικά αστυνομικά τμήματα,  η οποία δεν τηρούταν και δεν ελεγχόταν από τις αρμόδιες αρχές. Οι περισσότεροι είναι από παλιά γνωστοί, με ονόματα και διευθύνσεις και στην αστυνομία και στους ιδιοκτήτες των ομάδων. Κάποιοι βαρύνονται και με άλλα αδικήματα του ποινικού κώδικα κακουργηματικού χαρακτήρα, ορισμένοι δε είχαν ασυλία μεγάλων επιχειρηματιών, εμπλέκονταν σε εγκληματικές συμμορίες και αντάλλασσαν αυτοκίνητα ιδιοκτησίας “ανταγωνιστών” ... κατά τα άλλα επιχειρηματιών.

 

Το νήμα της βίας

 

Τονίζω, ότι η ένταση των περιστατικών βίας αυξήθηκε κατακόρυφα λίγους μήνες μετά την απόφαση της κυβέρνησης Μητσοτάκη να άρει την ευθύνη για την τήρηση της τάξης μέσα στα γήπεδα από τις ίδιες τις αθλητικές εταιρείες, γεγονός που έλυσε τα χέρια κάποιων στις εγχώριες διοργανώσεις. Και όλως τυχαίως μετά την ανακοίνωση των διαιτητών ποδοσφαίρου για αποχή διαμαρτυρίας μιας αγωνιστικής, που βρήκε σύμφωνο μεγάλο τμήμα και του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.

Είναι πανθομολογούμενο ότι υπάρχει το νήμα που συνδέει τη βία, τις σκληρές οπαδικές ομάδες με τις ιδιοκτησίες των αθλητικών εταιρειών. Υπάρχουν όμως περιστατικά που αποδεικνύουν συμμετοχή και αστυνομικών υπαλλήλων στα εν λόγω “συστήματα”. Για παράδειγμα, σύμφωνα με πολύ πρόσφατα δημοσιεύματα, ελέγχονται δυο εν ενεργεία αξιωματικοί της ελληνικής Αστυνομίας για συμμετοχή στο περιστατικό του ξυλοδαρμού του διαιτητή Τζήλου πριν από χρόνια. Οι άλλοι δυο συλληφθέντες συνεργοί ήταν σεσημασμένα άτομα.

Παρόλα αυτά, εάν το θέμα της βίας με πρόσχημα τον αθλητισμό ήταν αποκλειστικά ενδοαθλητικό, ή έστω θέμα διαφθοράς κάποιων κρατικών υπαλλήλων, μάλλον θα είχε αντιμετωπισθεί πιο αποτελεσματικά. Το ερώτημα λοιπόν είναι πόσο ακόμα ο εξωαθλητικός ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιοκτητών των ομάδων ή οι αντιπαραθέσεις για εξωαθλητικά -επιχειρηματικά- ζητήματα των ιδιοκτητών με τις εκάστοτε κυβερνήσεις θα βγαίνουν εκτός “κάδρου”; Πόσο ακόμα το ποδόσφαιρο θα αποτελεί όχημα πολιτικών πιέσεων; Πόσο ακόμα οι φακοί του ελεγχόμενου μιντιακού συστήματος θα εστιάζουν μόνο σε κάποιους ηλίθιους ή θυμωμένους 18χρονους που εγκληματούν, μέχρι να καταλαγιάσει το πράγμα; 

Οι θεωρητικές αναλύσεις της οπαδικής βίας, ή της βίας με πρόσχημα αθλητικούς αγώνες σχετικά με το κοινωνικό, πολιτικό ή οικονομικό υπόβαθρό τους, δεν έχουν να προσθέσουν κάτι νέο, όταν παράλληλα συσκοτίζονται τα ειδικά χαρακτηριστικά που πυροδοτούν την έκρηξη σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση.

 

Λάδι στη φωτιά

 

Εάν λοιπόν θέλουμε να μη κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, πρέπει να πούμε ότι:

Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα εξελίσσεται μια βεντέτα των οπαδών του Ολυμπιακού και της ελληνικής Αστυνομίας, μετά από συγκεκριμένα γεγονότα (τραυματισμός ποδοσφαιριστή Χουάνκαρ και διακοπή αγώνα με Παναθηναϊκό στο Στ. Καραϊσκάκη, διακοπή αγώνα στον Βόλο). H υποκειμενική - προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι αυτή η βεντέτα αποτελεί προέκταση μιας κυβερνητικής διαμάχης με την ιδιοκτησία του Ολυμπιακού, για ζητήματα άσχετα με το ποδόσφαιρο, ενδεχομένως αφορά σε ανοικτές δικαστικές ή επιχειρηματικές υποθέσεις. Όλες οι επίσημες ανακοινώσεις της ΠΑΕ Ολυμπιακός, για όλα τα περιστατικά που προηγήθηκαν, αντί να συμβάλλουν στον κατευνασμό της αντιπαράθεσης, έριξαν επιμελώς λάδι στη φωτιά, σαν να επιδίωκαν τη ρήξη. Στη κλήση του αθλητικού εισαγγελέα προς την ΠΑΕ Ολυμπιακός για εξηγήσεις, μετά τον επεισοδιακό αγώνα του Βόλου και την ανακοίνωση εις βάρος της αστυνομίας, η απάντηση ήταν: “δεν ερχόμαστε αργά μας θυμηθήκατε”. Ποιος απλός πολίτης θα απαντούσε έτσι σε εισαγγελική αρχή και δεν θα προσαγόταν χειροπόδαρα δεμένος;

Υπο τις παρούσες συνθήκες ανόδου της ακροδεξιάς, με ένα συνεχή εμποτισμό στη λογική του “No Politica”, δεν είναι δύσκολο να βρεθούν νέα παιδιά που θα εκτονώσουν την όποια αντισυστημικότητα με ανέξοδο μίσος κι επιθετικότητα, όπως έγινε στο γήπεδο του Ρέντη. Μόνο μια αριστερά των αξιών, των κοινωνικών αγώνων, μιας σοβαρής προγραμματικής εναλλακτικής πρότασης για ένα άλλο αθλητικό μοντέλο και μιας ολιστικής και μακροπρόθεσμης αντιμετώπισης της βίας με πρόσχημα τον αθλητισμό θα μπορούσε να αντιστρέψει τη κατάσταση. 

Απαιτείται και μια σοβαρή αντιπολίτευση, όχι βέβαια αυτή του κ. Κασελάκη που συναγωνίζεται σε γελοιότητες τον σημερινό πρωθυπουργό. Πρότεινε ο νέος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (στα σοβαρά μάλιστα) : κάμερες στα γήπεδα, αριθμημένες θέσεις στις εξέδρες, ταυτοποίηση φιλάθλων στην είσοδο και άδεια λειτουργίας των γηπέδων και γελάει το πανελλήνιο. Διότι όλες οι προτάσεις του εφαρμόζονται εδώ και χρόνια και μάλιστα μερικές από αυτές έχουν θεσμοθετηθεί από το ίδιο του το κόμμα τη περίοδο 2015-2019. Κρίμα.

Αυτό όμως που πρέπει να πουν οι νεόκοποι σύμβουλοι στον κ. Κασσελάκη είναι ότι εδώ στην Ελλάδα ο αθλητισμός -και περισσότερο o επαγγελματικός- δεν είναι ένα μίγμα από τσιρλίντερς, ποπκορν και “defence-defence”. Εδώ έχει και ολιγάρχες βαλκανικού τύπου που δεν αντιμετωπίζονται με κοινές σαχλαμάρες και τικ-τοκ.

 

 

Γιατί ποτέ οι απαγορεύσεις δεν δίνουν λύσεις

 

Κάποτε, λέει ο μύθος, ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ ο τελευταίος μεγάλος ηγέτης της ιταλικής αριστεράς, συναντήθηκε με τον συγγραφέα Ίταλο Καλβίνο. Είπαν πολλά και θυμήθηκαν ακόμη περισσότερα. Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1934 και τον Μουσολίνι, τον Μεάτσα και το τραγικό αεροπορικό δυστύχημα της μεγάλης ομάδας της Τορίνο, της θρυλικής «Γκρανάντα», μέχρι και το περιστατικό με τον γραμματέα του κόμματος, τον Παλμίρο Τολιάτι, που είχε παρατήσει στη μέση μία συνεδρίαση του πολιτικού γραφείου για να πάει στο γήπεδο και να δει ένα παιχνίδι της Γιουβέντους. Ο πολιτικός ρωτούσε τον συγγραφέα για τα στοιχεία που κάνουν το ποδόσφαιρο τόσο αγαπητό στις μάζες. Ο συγγραφέας μπορούσε να δώσει μία απάντηση σύμφωνη με τη μαρξιστική διαλεκτική και τη φιλοσοφία. Διάλεξε, όμως να πει στον πολιτικό ένα παραμύθι: «Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε κάπου ένα χωριό στο οποίο απαγορεύονταν τα πάντα. Κι επειδή το μόνο πράγμα που δεν απαγορευόταν ήταν το ποδόσφαιρο, οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν σε ένα μεγάλο λιβάδι έξω από το χωριό και περνούσαν τις μέρες τους παίζοντας. Οι απαγορεύσεις που είχαν επιβληθεί στους κατοίκους, δεν επιβλήθηκαν μια κι έξω, αλλά μία-μία και πάντα για λογικές αιτίες. Έτσι δεν υπήρξε άνθρωπος που να φέρει αντίρρηση ή να μην προσαρμοστεί. Και πέρασαν τα χρόνια. Κάποια μέρα, οι άρχοντες διαπίστωσαν πώς δεν υπήρχε λόγος να είναι όλα απαγορευμένα και έστειλαν αγγελιοφόρους να ανακοινώσουν στους κατοίκους του χωριού, ότι μπορούσαν πλέον να κάνουν ό,τι ήθελαν. Οι αγγελιοφόροι πήγαν σε όλα εκείνα τα μέρη όπου συνήθιζαν να συγκεντρώνονται οι κάτοικοι του χωριού. “Ξέρετε”, ανήγγειλαν, “δεν απαγορεύεται πλέον τίποτε”. Οι κάτοικοι του χωριού, όμως, δεν έδωσαν σημασία και συνέχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο. “Μα, καταλάβατε τι σας είπαμε;” επέμειναν οι αγγελιοφόροι. “Είστε πια ελεύθεροι να κάνετε ό,τι θέλετε”. “Καλά”, απάντησαν οι κάτοικοι. “Εμείς θα παίξουμε ποδόσφαιρο”. Οι αγγελιοφόροι προσπάθησαν να τους θυμίσουν σε πόσες όμορφες δραστηριότητες επιδίδονταν στο παρελθόν. Ασχολίες τις οποίες θα μπορούσαν να έχουν από τώρα και στο εξής. Οι κάτοικοι του χωριού δεν τους έδιναν καμία σημασία και συνέχισαν να παίζουν ποδόσφαιρο χωρίς διακοπή. Οι αγγελιοφόροι, αφού είδαν ότι όλες οι προσπάθειές τους απέβησαν μάταιες, έτρεξαν να ενημερώσουν τους άρχοντες. “Σιγά το πρόβλημα”, είπαν οι άρχοντες μόλις το πληροφορήθηκαν. “Θα απαγορεύσουμε το ποδόσφαιρο”. Μόλις, όμως, οι χωρικοί πληροφορήθηκαν την καινούργια απαγόρευση, επαναστάτησαν και σκότωσαν όλους τους άρχοντες. Ύστερα και χωρίς να χάσουν καιρό, άρχισαν να ξαναπαίζουν ποδόσφαιρο».

 

*Το κείμενο “ανακάλυψε” την άνοιξη του 2018 ο Χρίστος Χαραλαμπόπουλος και περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Καλή δύναμη σε όλους εκτός φυσικά των καθαρμάτων” που περιλαμβάνει κείμενα από και για τον Χρίστο.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet