Δραστήριος δάσκαλος. Στα ογδόντα του ο Τόνι Νέγκρι ήταν ικανός να μένει καθισμένος μέσα σε κρύα δωμάτια κοινωνικών κέντρων, συζητώντας για ώρες για νέες μορφές που έλαβε η ταξική πάλη. Ο δρόμος του νου του ακολουθούσε τον άξονα που όρισαν ο Μακιαβέλι, ο Σπινόζα και ο Μαρξ.

Είναι δύσκολο να γράφει κανείς για τον Τόνι Νέγκρι την ημέρα του θανάτου του. Τουλάχιστον, είναι δύσκολο για μένα. Πάρα πολλές εικόνες πλημμυρίζουν το μυαλό μου: οι διακοπές που κάναμε μαζί, τα ταξίδια στη Λατινική Αμερική, ατέλειωτες συνεδριάσεις και συζητήσεις, αλλά και οι πρώτες αναγνώσεις των βιβλίων του. Η κυριαρχία και το σαμποτάζ, φυσικά, και μετά Από τον εργάτη μάζα στον κοινωνικό εργάτη, αμέσως έπειτα από την 7η Απριλίου του 1979. Θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την ημέρα, όταν έμαθα από την τηλεόραση επιστρέφοντας από το σχολείο ότι είχε επιτέλους συλληφθεί ο αρχηγός των Ερυθρών Ταξιαρχιών.

Είναι γνωστό ότι αυτό που εμφάνισαν ως το «Θεώρημα Καλότζερο» (ΣτΜ: Η δίκη της 7ης Απρίλη ήταν μια σειρά ποινικών δικών ενάντια σε μέλη και υποτιθέμενους συμπαθούντες της Εργατικής Αυτονομίας από το 1979 έως το 1988 με την κατηγορία της σύνδεσης με την τρομοκρατία. Ο δικαστής Πιέτρο Καλότζερο έγινε διάσημος επειδή ανέπτυξε μια θεωρία που συνέδεε τις ευθύνες κάποιων πανεπιστημιακών δασκάλων με τις τρομοκρατικές πράξεις). Από αυτό το θεώρημα δεν έμεινε τίποτα μετά τις δίκες. Έμειναν, όμως, διαλυμένες ζωές και τα ατέλειωτα χρόνια προφυλάκισης που ο Τόνι μοιράστηκε με εκατοντάδες συντρόφους και συντρόφισσες.

Θα ήθελα εδώ να σκιαγραφήσω ένα πρώτο πορτρέτο του Τόνι, πολύ προσωπικό και σίγουρα εντελώς μεροληπτικό. Θα το κάνω τονίζοντας όσα, τουλάχιστον στα μάτια μου, καθόρισαν τη μοναδικότητά του, διαχωρίζοντάς τον ταυτόχρονα από πολλούς ριζοσπάστες διανοουμένους που γνώρισα μέσα στα χρόνια σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Αρκεί προς το παρόν να αναφέρω δύο πλευρές της προσωπικότητάς του και της ζωής του, που με εντυπωσίαζαν πάντα. Η πρώτη είναι η ανεξάντλητη διανοητική και πολιτική περιέργειά του, που μάλιστα αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου. Είναι βέβαια φυσικό να συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή όποιος έχει στο παρελθόν σημαντικές εμπειρίες και μια παραγωγή απόλυτα σεβαστή ως διανοούμενος, να επαναπαύεται στη διαχείριση όσων έχει σωρεύσει μέσα στον χρόνο.

Στον Τόνι δεν συνέβη ποτέ αυτό, η αλήθεια είναι ότι συνέβη το αντίθετο. Η περιέργεια, ο πόθος της γνώσης, η επιθυμία να μάθει το νέο τον συνόδεψαν μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Μάλιστα, επισήμαινε τα όρια της ίδιας του της δουλειάς, ενθαρρύνοντας φίλους και συντρόφους να μη σταματήσουν και να πάνε πέρα από υποθέσεις και παγιωμένα παραδείγματα. Είτε μιλούσαμε για ψηφιακές πλατφόρμες, είτε για μαζικές μεταναστεύσεις, είτε για παγκόσμια αναταραχή, ο Τόνι δεν ήταν ποτέ ικανοποιημένος απ’ όσα του αφηγούνταν (ή από αυτά που διάβαζε), ήθελε πάντα να καταλάβει καλύτερα και περισσότερο.

Η δεύτερη πλευρά είναι το πάθος του για την πολιτική, άσβεστο κι αυτό. Ιδιαίτερα μετά την Αυτοκρατορία, ήταν αμέτρητες οι προσκλήσεις σε εκλεκτά πανεπιστήμια και ινστιτούτα, ούτε έλειψαν οι τιμητικές διακρίσεις. Ο Τόνι έβλεπε τις τελευταίες άλλοτε με ενόχληση, άλλοτε με ειρωνεία, ενώ βέβαια δεν περιφρονούσε την αντιπαράθεση σε ακαδημαϊκό περιβάλλον.

Όμως αυτό που πραγματικά τραβούσε την προσοχή του, ήταν η δυνατότητα να συναντήσει αληθινά κινήματα: τότε, η ίδια η έκφραση του προσώπου του και ο τόνος της φωνής του άλλαζε –και έδειχνε τη σοβαρότητα του ζητήματος. Η εικόνα του Τόνι, πάνω από ογδόντα χρόνων, να μένει καθισμένος μέσα σε κρύα δωμάτια κοινωνικών κέντρων για ώρες, συζητώντας για τις νέες μορφές ταξικής πάλης, είναι μια εμπειρία που σίγουρα δεν είχα μόνο εγώ. Για εκείνον ήταν φυσιολογικό: δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολλοί διανοούμενοι του αναστήματός του.

Τελικά, τα δύο πράγματα στα οποία αναφέρθηκα είναι δύο όψεις της ίδιας επιθυμίας που ο Τόνι όριζε ως κομμουνιστική. Αυτό που εγώ ονόμασα περιέργεια δεν ήταν κάτι άλλο από μια προσπάθεια κατανόησης του κόσμου για να τον μετασχηματίσει, αρχής γενομένης από τον εντοπισμό των τάσεων που τον διαπερνούν, των ανταγωνισμών που τον σημαδεύουν και των υποκειμένων που σχηματίζονται μέσα και ενάντια στα καθεστώτα εκμετάλλευσης. Και κάθε περίπτωση συνάντησης με πραγματικά κινήματα ήταν για εκείνον μια ευκαιρία γνώσης.

Σφυρηλατημένη μέσα από τη συμμετοχή στους εργατικούς αγώνες της δεκαετίας του ‘60, αυτή η πολιτική φύση του Τόνι τελειοποιήθηκε πάνω στον άξονα των έργων των Μακιαβέλι, Σπινόζα και Μαρξ, ενώ ανανεωνόταν και εμπλουτιζόταν έπειτα συνεχώς μέσα από τις εμπειρίες των κινημάτων των τελευταίων πενήντα χρόνων.

Εγώ νομίζω ότι, μέσα από την κλασική του υπόσταση, αυτό που ο ίδιος θα όριζε ως εξ ολοκλήρου πολιτική οντολογία της ζωής που έζησε, είναι ένα από τα πολυτιμότερα κληροδοτήματα του Τόνι.

Ολοκληρώνοντας τον τρίτο τόμο της αυτοβιογραφίας του (Ιστορία ενός κομμουνιστή), ο Τόνι μιλούσε γαλήνια για τον θάνατό του. Ήταν λιγότερο γαλήνιος, αντίθετα, απέναντι σε έναν κόσμο στον οποίο έβλεπε την αναβίωση του φασισμού. Σχολίαζε: «Πρέπει να επαναστατήσουμε. Να αντισταθούμε. Η ζωή μου φεύγει, ο αγώνας μετά τα 80 γίνεται δύσκολος. Αλλά αυτό που μου απομένει από την ψυχή μου, με οδηγεί σε αυτή την απόφαση».

Σε ιδανική επανασύνδεση με πολλές γενιές ανδρών και γυναικών άξιων στην «τέχνη της εξέγερσης και της απελευθέρωσης» που είχαν προηγηθεί, δεν ξεχνούσε –με την αισιοδοξία της λογικής που τον χαρακτήριζε πάντα– να αναφέρει «εκείνους που θα ακολουθήσουν». Να, λοιπόν, που αποκαλύφθηκε, με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική οντολογία του Τόνι: θα την διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, θα εξακολουθήσουμε να την εφαρμόζουμε.

Μετάφραση από το Μανιφέστο: Τόνια Τσίτσοβιτς

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet