Ο κρατικός προϋπολογισμός κάθε έτους είναι ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό κείμενο, παρά τον οικονομικό χαρακτήρα του. Όταν ένα κόμμα αποφασίζει να καταψηφίσει τον κρατικό προϋπολογισμό, δεν το κάνει για κάποιους επιμέρους λόγους, αλλά γιατί αντιτίθεται πολιτικά στη γενική κατεύθυνση των κυβερνητικών επιλογών.

 

Φαντασιώσεις και πραγματικότητα

 

Μπορείς, άραγε, να δυσπιστείς για την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ γενικά και να εμπιστεύεσαι την πολιτική της σε κάποιους επιμέρους τομείς; Δεν θα ήταν μια τέτοια στάση αναγνώριση της, θεωρητικής τουλάχιστον, δυνατότητας να υπάρχουν νησίδες ορθής επιλογής στο πλαίσιο μιας συνολικά απορριπτέας δεξιάς πολιτικής;

Σε μια ακαδημαϊκού τύπου συζήτηση θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος ότι κάποια πεδία θα έβγαιναν από τον κανόνα της πολιτικής αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και κάθε είδους άλλων συμφερόντων. Και θα εντάσσονταν σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, όπου θα εξασφαλιζόταν ο αποκλεισμός αυτών των αντιπαραθέσεων, υπό τη σκέπη της αναζήτησης μιας υπερκομματικής πολιτικής ή μιας ιδανικής διακομματικής συναίνεσης.

Ας προσγειωθούμε, όμως, στο έδαφος της πολιτικής πραγματικότητας. Υπάρχουν τέτοιοι τομείς στους οποίους θα μπορούσαν να συμφωνήσουν, ή θα επιβαλλόταν να συμφωνήσουν, οι πάντες επικαλούμενοι οποιουσδήποτε λόγους; Κατά καιρούς αναφέρονται κάποιοι τέτοιοι, όπως της εκπαίδευσης, της υγείας, της άμυνας, της εξωτερικής πολιτικής… Με τον ισχυρισμό ότι σ’ αυτούς μπορεί να κάνουν πίσω οι πολιτικές διαφορές, προκειμένου να διαμορφωθεί μια επιβαλλόμενη εξ ανάγκης εθνική πολιτική.

Το παράδοξο είναι ότι ακριβώς σε κάτι τέτοιους τομείς εξελίσσονται διαχρονικά οι πιο έντονες πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις. Μπορεί κανείς να θυμηθεί ποτέ περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας να μην υπήρχαν πραγματικές αντιπαραθέσεις, ορισμένες φορές και συγκρούσεις μεγάλης έντασης, στο πεδίο της εκπαίδευσης; Ή στο πεδίο της υγείας, όπου κρίνονται καθημερινά ζητήματα κυριολεκτικά ζωής και θανάτου και συγκρούονται τεραστίων διαστάσεων οικονομικά συμφέροντα; Ή της εξωτερικής πολιτικής, όπου δεν εμπλέκονται μόνο διαφορετικές αντιλήψεις για τις διεθνείς σχέσεις, αλλά και επιρροές συμφερόντων ξένων δυνάμεων; Μπορεί ποτέ να συνυπάρξουν, να βρουν κοινό τόπο πολιτικές αντιλήψεις μακεδονομάχων με περικεφαλαίες ή πολιτικές που ανέχονται και εκμεταλλεύονται την πατριδοκαπηλία με πολιτικές υπεράσπισης της ύφεσης και της συνεργασίας στη βάση του διεθνούς δικαίου;

 

Οι αμυντικές δαπάνες αποτελούν εξαίρεση;

 

Ξεχάσαμε το πεδίο της άμυνας. Εκεί να δείτε συγκρούσεις που εξελίσσονται. Συγκρούσεις αντιλήψεων περί αμυντικής στρατηγικής. Συγκρούσεις που συνδέονται άμεσα με χαώδεις διαφορές περί την εξωτερική πολιτική. Συγκρούσεις οικονομικών συμφερόντων, εσωτερικών ή εξωτερικών. Συγκρούσεις που αφορούν τομείς της βιομηχανικής πολιτικής. Συγκρούσεις καθηκόντων από τη συμμετοχή σε διεθνείς, αμυντικούς ή άλλους, οργανισμούς. Διαφορές ως προς τη χρήση αμυντικών μέσων χερσαίων, θαλάσσιων ή εναέριων και του αρμονικού συνδυασμού τους. Ακόμα κι αν αφαιρέσεις θεωρητικά τις αμυντικές δαπάνες από το πεδίο των στενά κομματικών συγκρούσεων, δύσκολα θα μπορούσες να υποστηρίξεις ότι μπορεί να βρεθεί ισορροπία στο πεδίο αυτό αποδεκτή από όλες ή τις περισσότερες πολιτικές δυνάμεις, σε τέτοιο βαθμό που να εξαιρούνται οι συγκεκριμένες δαπάνες από την ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό, για πραγματικούς λόγους και όχι για λόγους εντυπώσεων.

Κι όμως, έχει ακολουθηθεί από ορισμένα κόμματα η πρακτική της απομόνωσης του κεφαλαίου αυτού και της υπερψήφισής του, παρά την καταψήφιση του προϋπολογισμού. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πολιτικός παραλογισμός. Απορρίπτεις το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής και υπερψηφίζεις κατ’ εξαίρεση ένα τμήμα του, στο οποίο έχεις τη μικρότερη ίσως δυνατότητα να ασκήσεις οποιαδήποτε επιρροή.

 

Αφοπλισμός της ΝΔ ή κατάθεση όπλων;

 

Εσχάτως, ακολούθησε την τακτική αυτή και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Είχε δε την ατυχία να το κάνει ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση ανακοίνωνε μια σημαντική αναθεώρηση των ψηφισμένων ήδη δαπανών, με αναπροσαρμογή των στόχων. Επ’ αυτού, τα κόμματα που είχαν υπερψηφίσει τις σχετικές δαπάνες δεν είχαν κανένα λόγο. Αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι η συγκεκριμένη πρακτική δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από την παραχώρηση λευκής επιταγής για ένα κρίσιμο κεφάλαιο του προϋπολογισμού, σε μια κυβέρνηση που δεν την εμπιστεύεσαι για κανένα άλλο κεφάλαιο.

Η εξήγηση που έδωσε ο πρόεδρός του ήταν χαρακτηριστική. Το έπραξε «επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι δύναμη πατριωτικής ευθύνης και στηρίζουμε το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων». Δεν τολμούμε να υποθέσουμε ότι όσες φορές στο παρελθόν τις είχε καταψηφίσει, δεν αισθανόταν «πατριωτική ευθύνη». Ας αφήσουμε που μάλλον ανευθυνότητα δείχνει το να υπερψηφίζεις ένα κεφάλαιο του προϋπολογισμού, στο οποίο δεν έχεις προσθέσει ούτε μία γραμμή, δεν έχει ζητηθεί η γνώμη σου για το παραμικρό και ούτε θα σε ρωτήσουν ποτέ, ακόμα κι αν το αλλάξουν άρδην.

Τότε γιατί το έκανε; Ίσως για να στείλει ένα μήνυμα πως η «πατριωτική Αριστερά» συνεπάγεται και «πατριωτική ευθύνη». Που επιβάλλει να εξαιρεθούν από τα πολιτικά επίδικα ορισμένα αγκάθια, ώστε να αρθεί ο χαρακτηρισμός της «εθνικής εξαίρεσης». Έτσι, όμως, αντί να αποκρουστεί αυτή η πίεση, γίνεται αποδεκτή η θεσμοθέτηση της συγκεκριμένης διάκρισης, η υποκριτική απαίτηση μιας προκατακλυσμιαίας εθνικοφροσύνης, που εξακολουθεί να λειτουργεί για όσους δεν υπερψηφίζουν. Και μένει στο απυρόβλητο η κυβερνητική πολιτική.

Με την αυταπάτη ότι έχει αφοπλιστεί η προπαγάνδα της ΝΔ, στην Κουμουνδούρου μάλλον ελπίζουν ότι εκείνο το κοινό στο οποίο απευθύνονται με κάτι τέτοια, δεν θα οδηγηθεί στην κάλπη του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, όπως προαναγγέλλουν οι δημοσκοπήσεις.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet