Το μεγαλείο του έλαμψε με την επίσκεψή που ως καγκελάριος έκανε στη Βαρσοβία στις 7 Δεκεμβρίου 1970. Εκεί, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, γονάτισε στο μνημείο του Γκέτο της Βαρσοβίας, το οποίο είχε κτισθεί προς τιμή της εξέγερσης το 1943 των Εβραίων κατά της γερμανικής κατοχής. Αυτή η ημέρα ονομάστηκε «ημέρα της σιωπηλής απολογίας».

 

 

 

To 2023, τη χρονιά που φεύγει, στις 18 Δεκεμβρίου συμπληρώθηκαν 110 χρόνια από τη γέννηση του σοσιαλδημοκράτη ηγέτη Βίλι Μπραντ. Γόνος εργατικής οικογένειας. Το 1933, μετά την άνοδο των ναζί στην εξουσία, εγκαταλείπει τη Γερμανία, αφού μέχρι τότε ανήκε στην αριστερή πτέρυγα της νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD). Το 1937, μεταβαίνει στην Ισπανία για να περιγράψει ως δημοσιογράφος τον Ισπανικό Εμφύλιο. Οι ανταποκρίσεις του ξεχείλιζαν από πάθος υπέρ της Ισπανικής Δημοκρατίας και κατά του Φράνκο και των φαλαγγιτών. Το 1940 βρίσκεται στη Νορβηγία όπου του δίνεται και η νορβηγική υπηκοότητα. Τον Μάιο του 1940, μετά την κατάληψη της Νορβηγίας από τους ναζί, διέφυγε στη Σουηδία. Εκεί έγινε κοινωνός των πολιτικών της σκανδιναβικής και κυρίως της σουηδικής Σοσιαλδημοκρατίας του Μεσοπολέμου που σφράγισαν τη μετέπειτα πορεία και στάση του.

 

Στο Βερολίνο επέστρεψε το 1946. Το 1948 γίνεται μέλος του SPD. Το 1957 γίνεται dήμαρχος Βερολίνου. Το 1959 συμμετείχε ενεργά στην παραγωγή των κειμένων του περίφημου Συνεδρίου του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ. Εκεί οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες μετασχηματίστηκαν στην παράταξη του πρωτείου της Δημοκρατίας. Οι θέσεις του SPD που κατατέθηκαν και υπερψηφίστηκαν, στην επεξεργασία των οποίων έπαιξε κεντρικό ρόλο ο Μπραντ, απέρριπταν δυο σημαντικούς πυλώνες της μέχρι τότε πολιτικής του κόμματος: Την άρνηση του ανταγωνισμού και τη θεοποίηση του κεντρικού σχεδιασμού. Το σύνθημα που κυριάρχησε στο Συνέδριο «όσος ανταγωνισμός ήταν δυνατός, όσος σχεδιασμός ήταν αναγκαίος», προδίδει και την κλίμακα αλλαγών που αυτό έφερε. Εκεί ξεκίνησε η μετατροπή του SPD από κόμμα διαμαρτυρίας σε κόμμα εξουσίας.

Το 1961, ως υποψήφιος ηττάται στην αναμέτρηση για την Καγκελαρία από τον Κόνραντ Αντενάουερ. Με την ιδιότητα του δημάρχου προσκαλεί τον Κένεντι στο Βερολίνο το 1963. Σ’ αυτή τη συνάντηση υπερβαίνει το διπλωματικό πρωτόκολλο κατηγορώντας ευθέως τον αμερικανό πρόεδρο και τους άλλους δυτικούς ηγέτες για αδράνεια, η οποία επέτρεψε το 1961 την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου. Η ήττα του 1961 επαναλαμβάνεται το 1965, εν τω μεταξύ τον Φεβρουάριο του 1964 είχε γίνει αρχηγός του SPD. Στις 22 Οκτωβρίου 1969, τέσσερα χρόνια αργότερα -ευτυχώς τότε οι ηγέτες δεν ακολουθούσαν τους εκλογικούς κύκλους- αφού είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών σε συγκυβέρνηση με τους Χριστιανοδημοκράτες, οδήγησε το SPD στο υψηλότερο, μέχρι τότε, ποσοστό του, στο 42,75%, και έγινε καγκελάριος σε κυβέρνηση συνεργασίας με το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (FDP), αν και το SPD ήταν δεύτερο και το FDP τρίτο. Εξαιτίας των αντιδράσεων κατά της Ostpolitik, το 1972 έπεσε η κυβέρνησή του. Ξανακέρδισε όμως τις εκλογές στις 19 Νοεμβρίου 1972 με ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό (45,8%).

Το 1970 το περιοδικό Time τον είχε ανακηρύξει Άνθρωπο της Χρονιάς, για τη συμβολή του στη βελτίωση των σχέσεων μεταξύ ανατολικού και δυτικού μπλοκ και το 1971 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Ειρήνης για τους ίδιους λόγους. Το 1974, παραιτείται λόγω ενός σκανδάλου κατασκοπείας, για το οποίο δεν έφερε καμία ευθύνη και λόγω κατηγοριών για την προσωπική του ζωή, για τις οποίες ο ίδιος παραδέχθηκε τις ευθύνες του. Από το 1974 έως το 1992 διετέλεσε Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Στα τέλη του 1989, από την πρώτη στιγμή, τάχθηκε υπέρ της επανένωσης των δύο Γερμανιών. Ακούραστος, το 1990 μεταβαίνει στη Βαγδάτη προκειμένου να μεσολαβήσει για την απελευθέρωση ομήρων που κρατούνταν από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Η μεσολάβησή του στέφεται από επιτυχία και επιστρέφει στη Φραγκφούρτη στις 9/11/1990 συνοδεύοντας 174 απελευθερωμένους ομήρους. Πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1992, με πραγματοποιημένο το όραμά του για την ενοποίηση των δύο Γερμανιών.

Το μεγαλείο του έλαμψε με την επίσκεψή που ως καγκελάριος έκανε στη Βαρσοβία στις 7 Δεκεμβρίου 1970. Εκεί, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, γονάτισε στο μνημείο του Γκέτο της Βαρσοβίας, το οποίο είχε κτισθεί προς τιμή της εξέγερσης το 1943 των Εβραίων κατά της γερμανικής κατοχής. Αυτή η ημέρα ονομάστηκε «ημέρα της σιωπηλής απολογίας».

Κανείς δεν πίστευε στη δεκαετία του 1970, μετά και την κατάπνιξη της Άνοιξης της Πράγας, πως το σοβιετικό μπλοκ θα καταρρεύσει. Κανείς δεν μπορούσε τότε να προβλέψει πως η Ostpolitic θα οδηγούσε, αργότερα, στην κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Τ’ αντίθετο συνέβαινε. Κατηγορήθηκε πως έτσι συμβάλλει στην εδραίωσή του. Δίκιο όμως είχε ο Μπραντ. Μα δεν ήταν ο Ρέιγκαν και οι συντηρητικοί στις ΗΠΑ που με την εντατικοποίηση των εξοπλισμών οδήγησαν στην κατάρρευση του κομμουνιστικού μπλοκ; Εν μέρει αυτό είναι σωστό. Αν όμως δεν υπήρχε νωρίτερα ο Μπραντ, αυτή η κατάρρευση θα ήταν βαμμένη στο αίμα. Η Ostpolitic έδωσε τη δυνατότητα στους αρτηριοσκληρωτικούς γραφειοκράτες του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος να επιλέξουν τον «ανανεωτικό» Γκορμπατσόφ για γενικό γραμματέα. Οι κομμουνιστικές γραφειοκρατικές ελίτ, χάρη στον Μπραντ, μπορούσαν να είναι σίγουρες πως η δική τους αναίμακτη παράδοση εξουσίας, δεν θα βάφονταν στο δικό τους αίμα.

Καθόλου τυχαία ένας άλλος εξαιρετικός σοσιαλδημοκράτης ηγέτης, ο αυστριακός καγκελάριος Μπρούνο Κράισκι, υποδεχόμενός τον στη Βιέννη είπε: «Χαιρετίζω τον άνθρωπο που μετέτρεψε την καντιανή προσταγή σε πολιτικό πρόγραμμα». Άλλοι καιροί, άλλοι πολιτικοί. Που τώρα καιροί για πολιτικούς σαν τον Βίλι Μπραντ και τον Ερνέστο Μπερλινγκουέρ. Τώρα ζούμε στην εποχή του Κασσελάκη που θεωρεί το κεφάλαιο μέσο για τη μείωση των ανισοτήτων και μπερδεύουν τον Ηράκλειτο με τον Ηρόδοτο. Κάτι πρέπει ν’ αλλάξει.

 

Γιώργος Σιακαντάρης Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet