Λιγοστεύουμε με κάθε οριστικό αποχαιρετισμό. Και δεν το εννοώ αριθμητικά, αυτό είναι το προφανές. Θέλω να πω ότι λιγοστεύει ο καθένας μέσα του, στον σκληρό πυρήνα της υπόστασής του. Νιώθει σαν να χάνεται ένα μέρος του βιωμένου χρόνου του. Σαν να διαγράφεται ένα κεφάλαιο της προσωπικής του βιογραφίας. Δεν θα μπορέσει να ξαναμιλήσει γι’ αυτό το κεφάλαιο με τον άνθρωπο που το συγκατοίκησε πρωταγωνιστικά, που υπήρξε ο συν-συγγραφέας του. Κι εμείς εδώ έχουμε αρκετές ή και πολλές σελίδες του βίου μας που τις κατοίκησε και τις συν-συνέγραψε η αγαπημένη μας Μαριάννα.

Η Μαριάννα της αιματικής ή της βαθιά πνευματικής συγγένειας. Η Μαριάννα της ακριβής φιλίας. Η Μαριάννα Δήτσα της επιστήμης, της φιλολογίας και της κριτικής. Αλλά και της ιδεολογικής εγρήγορσης μιας πολίτισσας με σαφείς πάντοτε τις σκέψεις της, έτσι όπως τις υπεράσπιζε προφορικά ή τις αποτύπωνε στο χαρτί των βιβλίων της και του Πολίτη.

Εκεί, στον Πολίτη, τη γνώρισα. Σ’ έναν ανθρώπινο χώρο που του χρωστάω κάτι παραπάνω από τη μισή ζωή μου. Ξεφύλλισα αναδρομικά το περιοδικό, ψηφιακά αρχειοθετημένο πλέον, με τη σκέψη να ακολουθήσω, έστω επιτροχάδην, τα ίχνη μιας διαδρομής· της πνευματικής διαδρομής της Μαριάννας. Και, αναπόφευκτα, κατέληξα να διαβάζω κείμενα και άλλων αγαπημένων που μας λιγόστεψαν με τον θάνατό τους. Τσουγκρίζοντας μαζί τους αόρατα ποτήρια, και καπνίζοντας και για λογαριασμό τους, έπιασα σιγανή κουβέντα με τη Μαριάννα, αλλά και με τον Άγγελο, τον Άγγελο Ελεφάντη, με τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη, τον Δημήτρη Μαρωνίτη, τον Λεωνίδα Λουλούδη, τον Γιάννη Δάλλα, τον Πάνο Μουλλά, τον Άρη Μπερλή, τον Γιώργο Πάσχο. Κάποτε, όλοι αυτοί, κατανεμημένοι σε κύκλους επάλληλους γύρω από το κέντρο, της Υπατίας ή της Κέκροπος, αν εξαιρέσουμε τον Άγγελο που ήταν το ίδιο το κέντρο, σχημάτιζαν από κοινού, με τις διαφορές τους και ακριβώς χάρη στις διαφορές τους, τον ηθικό, ιδεολογικό και αισθητικό τόπο μιας επιθεώρησης πολιτικής παιδείας που άντεξε να κυκλοφορεί από την άνοιξη του 1976 έως το 2008. Το πρώτο κείμενο της Μαριάννας δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος, Ιούνιο του 1976. Ήταν μια κριτική, όντως κριτική, για το βιβλίο του Πάνου Μουλλά Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος.

Από το τεύχος 32 και έπειτα, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο - Φεβρουάριο του 1980, πολλές σελίδες αφιερώνονται στον ένθετο Λογοτεχνικό Πολίτη, την επιμέλεια του οποίου μοιράζονταν η Μαριάννα και ο Διονύσης Καψάλης, αγαπημένος φίλος. Η ελπίδα του Λογοτεχνικού Πολίτη, όπως ορίζεται στο προεξαγγελτικό σημείωμα: «Να συμβάλει στη δημιουργία ερεθισμάτων και απόψεων ώστε να αρχίσουν να κλείνουν κάποια χάσματα: το χάσμα ανάμεσα στον “πολίτη” και τον “ποιητή”, το χάσμα ανάμεσα στην απόλαυση της λογοτεχνίας και τη γνώση της ιστορίας της, το μέγα χάσμα της ανυπαρξίας λογοτεχνικής κριτικής καθώς κι εκείνο της οικειοποίησης του γούστου μας από “αποδοτικά” μοντέλα». Ακόμα κι αν δεν έκλεισαν τα χάσματα αυτά, καθοριστική υπήρξε η συμβολή του Λογοτεχνικού Πολίτη στο να λογίζεται ο Πολίτης, ήδη τότε, ως το εμβληματικό περιοδικό της ανανεωτικής Αριστεράς. Ως ο πλέον φιλόξενος αγωγός των ιδεών της. Πού κατέληξαν οι ιδέες αυτές ήταν ένα πρόβλημα βασανιστικό και για τη Μαριάννα και για όλους εμάς τους λυπημένους περιλειπόμενους.

Με τα βιβλία της και τις εισαγωγές της για τα λογοτεχνικά, κριτικά και γλωσσικά πράγματα του μετεπαναστατικού 19ου αιώνα, το Νεολογία και κριτική στον 19ο αιώνα. Νεόπλαστοι όροι από τη Συναγωγή του Σ.Α. Κουμανούδη και το Στο διάμεσο Διαφωτισμού και ρομαντισμού, το προοιμιακό δοκίμιό της στον Λουκή Λάρα του Δημητρίου Βικέλα και τα κείμενά της στον τόμο για την Παλαιότερη πεζογραφία μας των ετών 1830-1880 · με τα δεκάδες ευθύβολα κριτικά κείμενά της στον Πολίτη, και βέβαια με την αφιέρωσή της στην πανεπιστημιακή εκπαιδευτική διαδικασία, η Μαριάννα υπερασπίστηκε με πάθος και υπηρέτησε με βαθύτατη γνώση τη νεοελληνική λογοτεχνία, ποίηση και πεζογραφία.

Σε κάθε οριστικό αποχαιρετισμό μάς βασανίζει το ερώτημα αν προλάβαμε να δείξουμε στο πρόσωπο που αποχαιρετάμε πλήρη την αγάπη μας και ακέραιη την εκτίμησή μας. Ούτε και σήμερα θα λάβει απάντηση το ερώτημα αυτό.

Ας υποθέσουμε, αγαπημένη μας Μαριάννα, ότι κάπου κάποτε θα ξανασυναντηθούμε. Δεν θα ’ναι αυτή η μοναδική μάταιη υπόθεσή μας.

 

Επικήδειος του Παντελή Μπουκάλα, στη Ριτσώνα, 4 Ιανουαρίου 2024

 

Παντελής Μπουκάλας Περισσότερα Άρθρα
Tags:
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet