Παρότι οι ειδήσεις το προηγούμενο διάστημα μιλούν για σημαντική αύξηση των κρουσμάτων αλλά και των νοσηλειών λόγω κορονοϊού, φαίνεται ότι αυτό δεν επιβεβαιώνεται απολύτως από τα στοιχεία του Εθνικού Οργανισμού Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), δηλαδή τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα των συστημάτων επιτήρησης του ΕΟΔΥ για τις ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος (SARS-CoV-2, ιοί γρίπης και αναπνευστικός συγκυτιακός ιός - RSV) για την εβδομάδα 1-7 Ιανουαρίου. Υπήρξε μεν αύξηση σε σχέση με τον μέσο εβδομαδιαίο αριθμό εισαγωγών τις προηγούμενες 4 εβδομάδες, αλλά όχι σημαντική, και επίσης αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με την αντίστοιχη εβδομάδα του 2023, αλλά μικρή. Αυτό βέβαια σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν αναμένεται κορύφωση της αύξησης των αναπνευστικών λοιμώξεων τις επόμενες εβδομάδες και, κυρίως, ουδόλως σημαίνει ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας δεν βιώνει για άλλη μια φορά οριακές καταστάσεις. Και για τα δύο υπάρχουν αιτίες και ανιχνεύονται σαφώς στην κυβερνητική πολιτική.

 

«Το βασικό μας πρόβλημα δεν είναι ο κορονοϊός», επισημαίνει στην «Εποχή» η Χριστίνα Κυδώνα, εντατικολόγος που εργάζεται στο Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης, «η αύξηση που παρουσιάζουν οι νοσήσεις είναι αναμενόμενη και διαχειρίσιμη. Η θνητότητα που παρατηρείται αφορά ευάλωτες ομάδες και δεν αφορά υγιή κόσμο.

»Ωστόσο, ένα πρόβλημα για τα νοσοκομεία αποτελεί το μείγμα των αναπνευστικών λοιμώξεων. Άλλο ένα πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι τα κρούσματα γρίπης ανεβαίνουν πολύ και ανεβαίνουν “κακά”, με την έννοια ότι η γρίπη δημιουργεί βαριές νοσήσεις και σε μη ευάλωτα άτομα». Για αυτές τις αυξήσεις, ο συνδυασμός των οποίων λειτουργεί επιβαρυντικά, κάποιο ρόλο οπωσδήποτε παίζει η επιβράδυνση της εγρήγορσης για ευρύ εμβολιασμό, που είχε επιδειχθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων, και από τους γιατρούς –λόγω και των θεραπευτικών μέσων που πλέον διαθέτουμε– αλλά κυρίως στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. «Η γρίπη επανέρχεται και συχνά με βαριά νόσηση, ακόμα και σε περιστατικά που δεν παρουσιάζουν ευαλωτότητα. Και εμείς οι ίδιοι οι υγειονομικοί, παρά τις μάσκες, παρατηρούμε δριμύτερη νόσηση. Για αυτήν τη διαφαινόμενη εξέλιξη θα έχουμε του χρόνου περισσότερα στοιχεία, καθώς και πιο ενισχυμένα εμβόλια. Φέτος υπήρξε ένα δεύτερο πιο ενισχυμένο εμβόλιο που διατέθηκε στην αγορά, αλλά δεν προωθήθηκε πολύ, και λόγω της ακριβότερης τιμής του αλλά και λόγω της ένδειξης για λίγο μεγαλύτερο ποσοστό παρενεργειών. Πράγματι, πάντως, ο εμβολιασμός εναντίον της γρίπης, φέτος, δεν προωθήθηκε αρκετά», καταλήγει η Χ. Κυδώνα.

 

Φτωχοποίηση και εγκατάλειψη της ΠΦΥ


Αυτές οι συνδυαστικές αυξήσεις, που δεν είναι μεμονωμένα εξαιρετικές, είναι ικανές να δημιουργήσουν έντονο πρόβλημα στα δημόσια νοσοκομεία που ήδη εξυπηρετούν αυξημένο αριθμό περιστατικών με κοινή παθολογία, και εδώ εντοπίζεται το κύριο πρόβλημα: «το ζήτημα της φτωχοποίησης, αφού ο κόσμος δεν απευθύνεται πια σε ιδιωτικές κλινικές. Όλη η παθολογία που βράζει και δεν έχει διέξοδο στον ιδιωτικό τομέα, αναγκαστικά μπαίνει στο δημόσιο σύστημα υγείας», σημειώνει η εντατικολόγος του Ιπποκράτειου. «Αλλά κύριο πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι έχει εγκαταλειφθεί η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν αύξηση ασθένειες αντιμετωπίσιμες, που όμως δεν προλαμβάνονται και δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα και φτάνουν στα νοσοκομεία με βαριές νοσήσεις». Αυτά τα περιστατικά, που δεν είναι λίγα, φτιάχνουν ένα δυσοίωνο καμβά, πάνω στον οποίο επικάθονται οι φυσιολογικές για την εποχή αυξήσεις αναπνευστικών λοιμώξεων. Αυτές οι δύο αιτίες δημιουργούν προοδευτικά σημαντική διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

 

Διάρρηξη κοινωνικού ιστού

 

Ένα μεγάλο και σημαντικό πρόβλημα αποτελεί επιπλέον το γεγονός ότι «άνθρωποι οι οποίοι αυτοεξυπηρετούνταν ή εξυπηρετούνταν στο πλαίσιο ενός κοινωνικού περιβάλλοντος, δεν μπορούν ακόμα και να καταφύγουν κάπου όταν πια έχουν αποθεραπευτεί, λόγω της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού, που είναι πλέον ολοφάνερη, τουλάχιστον σε εμάς τους γιατρούς του δημοσίου. Περιστατικά, ιδιαίτερα ηλικιωμένων, λιμνάζουν σε δημόσια νοσοκομεία, λόγω της αποσάθρωσης του κοινωνικού κράτους και της απουσίας στοιχειώδους κοινωνικής μέριμνας», υπογραμμίζει η Χ. Κυδώνα.

«Πάντως, για να μιλήσω συγκεκριμένα για το πεδίο που γνωρίζω καλά, της Θεσσαλονίκης, από την πανδημία και μετά παρατηρούμε ότι δεν μας φτάνουν οι κλίνες του παθολογικού τομέα. Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται πίσω τα νοσοκομεία που έκλεισε η κυβέρνηση, το Λοιμωδών και το Παναγία. Το Παναγία είναι πλέον ερείπιο, αλλά το Λοιμωδών, που είναι κτιριακά σε σημείο να λειτουργήσει, πρέπει με πολιτική απόφαση να ανοίξει.  Η Θεσσαλονίκη το χρειάζεται», καταλήγει η εντατικολόγος του Ιπποκράτειου. «Το Ιπποκράτειο εφημερεύει κάθε τέσσερις μέρες και ήδη έρχονται οδηγίες για μεταφορά περιστατικών σε άλλα μικρότερα νοσοκομεία. Διανοείστε τι σημαίνει αυτό;»

 

Πρόσφατα άρθρα ( Υγεία )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet