Για να κατανοήσουμε αν ο θρησκευτικός φασισμός που κυβερνά το Ιράν εδώ και 44 χρόνια είναι ένα σταθερό καθεστώς ή αν αντιμετωπίζει ανίατες κρίσεις που τον οδηγούν προς την ανατροπή του, θα πρέπει να επιστρέψουμε πίσω στον χρόνο, στην Επανάσταση του Φλεβάρη του 1979. Τότε που η ανατροπή της μοναρχικής δικτατορίας δεν αντικαταστάθηκε με ένα δημοκρατικό καθεστώς και ο Χομεϊνί καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του ιρανικού λαού, δείχνοντας εξαρχής ότι δεν είχε καμία σχέση με τα αιτήματα της επανάστασης και ότι ο στόχος του ήταν να επαναφέρει τα οπισθοδρομικά φεουδαρχικά συστήματα. Το καθεστώς των μουλάδων απάντησε στις δημοκρατικές διεκδικήσεις με φυλακές και εκτελέσεις. Γι’ αυτό, ανάμεσα στον ιρανικό λαό και στο καθεστώς υπήρξε από την αρχή μια σκληρή μάχη χωρίς ανάπαυλα, που οι μαχητές του λαού πλήρωσαν με το αίμα τους.

 Σήμερα, το καθεστώς φοβάται ότι θα ανατραπεί από τον λαό πολύ περισσότερο από το παρελθόν, γιατί αυτό είναι το αποτέλεσμα των εγκληματικών του ενεργειών, της φτώχειας και της δυστυχίας στην οποία έχει βυθίσει τον λαό, καθώς και της ανάπτυξης μιας διάχυτης διαφθοράς, με τους πόρους και τον πλούτο της χώρας να έχουν καταλήξει στα χέρια των διεφθαρμένων λειτουργών του. Οι μουλάδες βρίσκονται μέσα σε πλήθος προβλημάτων χωρίς λύση, χωρίς στρατηγική σε σχέση με τις υποσχέσεις της κυβέρνησης, χωρίς εσωτερικές ισορροπίες και με σκληρές διαμάχες μεταξύ των αξιωματούχων της, με αλληλοκατηγορίες για διαφθορά και κλοπή. Αυτό δεν καταγράφεται μόνο από τις δυνάμεις της αντίστασης, αλλά εκφράζεται σαφώς και από τους υψηλότερους αξιωματούχους του καθεστώτος.

 

Καταστολή και δημόσιες εκτελέσεις

 

 Το καθεστώς αντιμετωπίζει το μίσος και τη δυσφορία του λαού με καταστολή και με δημόσιες εκτελέσεις, για να εκφοβίσει και να προλάβει τις λαϊκές διαμαρτυρίες. Στέλνει περιπολίες στους δρόμους για να ελέγξει αν οι γυναίκες φοράνε σωστά το χιτζάμπ, με τις γυναίκες και τα κορίτσια που αγαπούν την ελευθερία και δεν είναι διατεθειμένες να υπακούσουν στους μεσαιωνικούς νόμους των αντιδραστικών κληρικών να δέχονται τις χειρότερες ύβρεις και βίαιες συμπεριφορές, συλλήψεις και παρενοχλήσεις.

Σύμφωνα με αναφορές της εσωτερικής αντίστασης, το 2023 εκτελέστηκαν τουλάχιστον 864 άνθρωποι, ο μεγαλύτερος αριθμός των τελευταίων 8 χρόνων. Εννοείται ότι, εξαιτίας των μυστικών εκτελέσεων, ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος. Οι εκτελέσεις το 2023 έχουν αυξηθεί περίπου κατά 34% σε σχέση με το 2022. Ανάμεσα στους εκτελεσμένους είναι και πολλοί πολιτικοί κρατούμενοι.

Ο μουλάς Μοτζαφαρί, πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου της επαρχίας Κουόμ, ανακοίνωσε ότι ακρωτηριάστηκαν τα χέρια δύο ανθρώπων που καταδικάστηκαν για κλοπή (Mehr State News Agency). Το καθεστώς δεν ενοχλείται, όμως, από τις κλοπές δισεκατομμυρίων δολαρίων των ηγετών του δικού του IRGC ( Σώμα Πασνταράν), ούτε από την άγρια καταστολή που επιβάλλουν, αλλά ούτε και από την εξαγωγή τρομοκρατίας στην οποία επιδίδονται.

 

Η προπαγάνδα

 

​​Ο πόλεμος Ιράν-Ιράκ (1980-1988) αποτέλεσε μια χρυσή ευκαιρία για την αντιδραστική ιρανική κυβέρνηση προκειμένου να διασωθεί από την ανατροπή. Ο Χομεϊνί αποκάλεσε τον πόλεμο «θείο δώρο», προσθέτοντας ότι «η ειρήνη είναι ο τάφος του Ισλάμ» και ότι «αυτοί που υπεραμύνονται της ειρήνης είναι αποστάτες και πρέπει να καταδικαστούν σε θάνατο».

Η στήριξη της Χαμάς στον πόλεμο της Γάζας δεν είναι πραγματική αλλά είναι σύμφωνη με τη συνήθη πολιτική στρατηγική του καθεστώτος, η οποία, με την εμπλοκή της χώρας εκτός των συνόρων, αποσπά την προσοχή της κοινωνίας από τα εσωτερικά προβλήματα, ενώ, ταυτόχρονα, επιτίθεται στους διαδηλωτές και στην αντίσταση. Η δικτατορία υποκρίνεται ότι είναι υπέρ του παλαιστινιακού λαού, ενώ, στην πραγματικότητα, χρησιμοποιεί αυτόν τον πόλεμο ως ένα εργαλείο προπαγάνδας υπέρ της ιδίας. Αρκεί να δούμε ότι μόνο δύο κυβερνήσεις, η ακροδεξιά κυβέρνηση Νετανιάχου στο Ισραήλ και η ιρανική κυβέρνηση, είναι αντίθετες με τη λύση των δύο κρατών.

 Η βομβιστική επίθεση της 3ης Γενάρη στο μνημείο του δολοφονημένου διοικητή Σουλεϊμανί, που προκάλεσε 103 νεκρούς, αφήνει αναπάντητα πολλά ερωτήματα. Στην τελετή μνήμης δεν παρευρέθηκαν σημαντικοί εκπρόσωποι των αρχών, καθώς και η ίδια η κόρη του Σουλεϊμανί. Η επίθεση, αναμφίβολα, δίνει την ευκαιρία στην ιρανική κυβέρνηση να εμφανιστεί ως θύμα τρομοκρατίας.

​Το καθεστώς, ακολουθώντας την πολιτική της Προσέγγισης (Appeasement), με μακροοικονομικές προτάσεις, αλλά και με εκβιασμούς, με απειλές σαμποτάζ και τρομοκρατικών επιθέσεων, πετυχαίνει την ασθενική αντίδραση των άλλων χωρών απέναντι στην καταπίεση του ιρανικού λαού.

Η αδράνεια του ΟΗΕ απέναντι σε αυτά τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ενθαρρύνει το καθεστώς να συνεχίσει και να κλιμακώσει τη δράση του.

 

Η ιρανική αντίσταση

 

Η Μαριάμ Ρατζαβί, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου της ιρανικής αντίστασης, προτείνει τρία μέτρα ενάντια στην πολιτική του καθεστώτος:

1. Να ενταχθεί το Σώμα των Πασνταράν IRGC στη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων,

2. Να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός που προβλέπεται από την Απόφαση αρ. 2231 του Συμβουλίου Ασφαλείας και να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου που αφορούν τα πυρηνικά σχέδια του καθεστώτος και τις διεθνείς κυρώσεις.

3. Να αναγνωριστεί ο αγώνας του ιρανικού λαού και των νέων που έχουν εξεγερθεί κατά των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης.

 Οι δυνάμεις της ιρανικής αντίστασης υπογραμμίζουν ότι ο λαός δεν επιθυμεί καμία επέμβαση ξένης δύναμης για την ανατροπή του καθεστώτος, αλλά ούτε την παρακώλυση της ανατροπής από ξένες δυνάμεις. Αυτή θα συμβεί χάρις στον αγώνα του ίδιου του λαού και της αντίστασής του, που θέλει την αλλαγή και έχει αποδείξει ότι μπορεί να την πραγματοποιήσει.

 

Πρόσφατα άρθρα ( Μέση Ανατολή )
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet