Μοιάζει με θέατρο του παραλόγου: ενώ σχεδόν όλοι όσοι συναποτελούν τη σημερινή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ φαίνεται να συμφωνούν στο μείζον, την κεντροαριστερή μετεξέλιξή του, ερίζουν για το έλασσον, αν θα πρέπει το κόμμα να παραμείνει στην ευρωομάδα της Αριστεράς ή να μετοικήσει στη σοσιαλδημοκρατική.

 

Σχέδια στην πλάτη της Αριστεράς

 

Οι τρεις (Ζαχαριάδης, Θεοχαρόπουλος, Ραγκούσης) το θεωρούν πια απαραίτητο βήμα για την επίσημη μετοίκηση στην Κεντροαριστερά. Αντίθετα, ο Στ. Κασσελάκης επιμένει ότι η παραμονή στη σημερινή ευρωομάδα είναι όρος απαράβατος. Ο πιο σαφής ως προς τον στόχο της αλλαγής ευρωομάδας μέχρι πρόσφατα, ο Ν. Παπάς, αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια για την ώρα. Όσο για τον Δ. Τεμπονέρα, υπεκφεύγει λέγοντας ότι «δεν είναι το ζητούμενο η επιλογή προτάσεων που έχουν δοκιμαστεί και αφορούν το παρελθόν», παρότι το σχετικό ερώτημα αφορά το άμεσο μέλλον.

Δεν πρόκειται για θέατρο του παραλόγου, αλλά για τα αποτελέσματα μιας εξαιρετικά προβληματικής τακτικής, που μπερδεύει τα πόδια της και οδηγεί σε λογικά άτοπα και πολιτικά παράλογα. Με μόνο βέβαιο αποτέλεσμα την υπονόμευση της Αριστεράς.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αν και φιλοδοξεί, κατά δήλωσή του, να τον μετατρέψει σε Δημοκρατικό Κόμμα τύπου ΗΠΑ, απαιτεί παραμονή στην ομάδα της ευρωαριστεράς. Γιατί; Μια μετακίνηση στη σοσιαλδημοκρατική ευρωομάδα θα ερχόταν σε αντίθεση με τον τακτικό στόχο του στις ευρωεκλογές: να υπερσκελίσει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Θα έδινε λάθος μήνυμα και θα τον υπονόμευε. Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δεν ενοχλεί τους τρεις, οι οποίοι δεν αποκλείουν τη σύγκλιση –ή και τη συγχώνευση;– με το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, στο πλαίσιο της «ανασύνθεσης της Κεντροαριστεράς». Μια, λοιπόν, που «η μάχη δεν θα κριθεί στο έδαφος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά της Κεντροαριστεράς», ας πάει και το παλιάμπελο, η Αριστερά, για να πιάσει θέση έγκαιρα στο σωστό έδαφος ο κάθε ενδιαφερόμενος.

Ο Δ. Τεμπονέρας κάνει φιλότιμη προσπάθεια να αποφύγει το δίλημμα με την πρόταση για «ισχυρό δημοκρατικό προοδευτικό μέτωπο», που όμως δεν είναι καθόλου σαφές ποια σχέση θα έχει με τη «νέα, μεγάλη, σύγχρονη Αριστερά της εποχής μας», που επίσης επαγγέλλεται. Ιδίως όταν αυτό το «Μέτωπο Δημοκρατίας» θα πρέπει να «συγκροτείται σε πλατιές οργανώσεις βάσης, που διαμορφώνουν το πρόγραμμα σε τοπικό επίπεδο, λαμβάνουν αποφάσεις, αυτοοργανώνονται», προσδίδοντάς του έτσι χαρακτηριστικά ασαφούς ενιαίου κόμματος. Σαν να προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα.

 

Τακτικισμοί υψηλού κόστους

 

Οι τακτικές αυτές τοποθετήσεις είναι εξαιρετικά προβληματικές για δύο τουλάχιστον λόγους. Πρώτα πρώτα, γιατί προσανατολίζουν τον πολιτικό ανταγωνισμό σε μια ενδοαντιπολιτευτική σύγκρουση ενός κόμματος που αυτοπροσδιορίζεται αριστερό με ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται κεντροαριστερό, με στόχο είτε να υπερκεράσει είτε να υποκαταστήσει το ένα το άλλο. Τη στιγμή που υποτίθεται πως κοινή επιδίωξη (θα έπρεπε να) είναι η μετωπική αντιπαράθεση με τη ΝΔ. Στην πραγματικότητα, προσπαθούν με ελιγμούς να αποφύγουν το θεμελιακό ζήτημα της πολιτικής συμμαχιών μεταξύ υπαρκτών δυνάμεων της Αριστεράς και του προοδευτικού Κέντρου και των πολιτικών όρων που κάθε φορά την προσδιορίζουν.

Για τον ίδιο λόγο, όσοι δοκιμάζουν αυτές τις τακτικές υποτιμούν τον ρόλο των πολιτικών δυνάμεων της Αριστεράς στις συγκεκριμένες συνθήκες. Τις περισσότερες φορές τις κηρύσσουν ρητά απρόσφορες για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο και προτείνουν τη μετάλλαξή τους σε κεντροαριστερά σχήματα, κερδοσκοπώντας έτσι πάνω στην πραγματική ανάγκη του δημοκρατικού κόσμου να δει τη Δεξιά να χάνει. Ενώ, παράλληλα, δείχνουν αδιαφορία για την κατάσταση που θα επικρατούσε στον χώρο της Αριστεράς, αν τα σχέδιά τους αυτά γίνονταν πραγματικότητα. Αν, δηλαδή, παρέμεναν στον χώρο της Αριστεράς να τον υπερασπίζονται και να μιλούν εξ ονόματός του μόνον οι εκφραστές ενός δομικού σεχταρισμού. Και επειδή κάτι τέτοιες προτάσεις εγκατάλειψης του πεδίου της Αριστεράς με στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της Δεξιάς πλασσάρονται σαν φρέσκιες ιδέες, καλό είναι να θυμίσουμε ότι ανάγονται στο 1990, όταν ήταν πολύ της μόδας η κατάργηση της διάκρισης Δεξιά/Αριστερά –με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα γιγάντωσης, πανευρωπαϊκά, της Ακροδεξιάς.

 

Εκ του μηδενός μηδέν

 

Πολιτικοί που προσχώρησαν στον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς ιστορικούς ή ισχυρούς κοινωνικούς δεσμούς με την Αριστερά, είναι αναμενόμενο, ίσως, να βλέπουν μ’ αυτό τον τρόπο τα πράγματα. Για πολιτικούς γέννημα θρέμμα της Αριστεράς όμως; Πώς εξηγείται το γεγονός ότι, ενώ ταράζει συχνά την ηρεμία και τη λογική τους το του Ανδρέα (Παπανδρέου) τρόπαιο του 1981, δεν τους συγκινεί το δικό τους πρόσφατο τρόπαιο, του 2014, που μόνο κεντροαριστερό δεν το λες; Αν δεχτούμε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται, και δεν προχωρεί με τη γνωστή πανουργία της, θα όφειλε η παραδοχή αυτή να ισχύει γενικά και όχι κατά περίπτωση.

Κάτι τέτοια λογικά και πολιτικά άλματα στο κενό κάνουν ακόμα πιο έντονη και επιτακτική την ανάγκη μιας πραγματικά νέας Αριστεράς, που ξέρει να συνδέει τον στρατηγικό της στόχο και τις τακτικές της επιλογές με μια συνεκτική και συνεπή πολιτική συμμαχιών. Και ακόμα πιο απωθητικές τις πληροφορίες περί του νέου κόμματος, το οποίο ετοιμάζει ο Αλ. Τσίπρας «εκ του μηδενός», «στην ευρύτερη ζώνη της κεντροαριστεράς», «τη μόνη δυνατή και ικανή να συγκροτήσει κάτι νέο και αξιόμαχο», αν πιστέψουμε τον Α. Καρακούση στο «Βήμα». Πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι μια τέτοια «προσφορά» από κάποιον που εγκατέλειψε τον ΣΥΡΙΖΑ στο έλεος του Κασσελάκη; Ποια η διαφορά της από την τρέχουσα κεντροαριστερολογία, που βομβαρδίζει τόσο καιρό τα αφτιά μας; Αυτό το «εκ του μηδενός», ίσως, από το οποίο πλάθει κάθε μάγος θεός τον κόσμο...

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet