Μια απόπειρα συμβολής στη διάλυση της σύγχυσης

 

Ενώ δεν έχει κοπάσει το γενικό σοκ από μια ακόμα διάσπαση της Αριστεράς που πριν 7 μήνες θα φάνταζε σαν σενάριο νοσηρής φαντασίας, άρχισε σταδιακά να υποχωρεί η συναισθηματική φόρτιση και να κατακάθεται η σκόνη των γεγονότων, επιτρέποντας μια ψυχραιμότερη και αντικειμενικότερη περιγραφή και αποτίμηση τους.

Παρά λοιπόν τα όσα γράφτηκαν και θα γραφούν και παρά την επίγνωση ότι τελικός κριτής θα είναι ο ιστορικός του μέλλοντος, θα επιχειρηθεί απάντηση στο πολλαπλό ερώτημα που αιωρείται και ταλανίζει πολλούς.

Ήταν αναπόφευκτη η διάσπαση και γιατί οι αποχωρήσαντες δεν έμειναν στο κόμμα να παλέψουν τις ιδέες τους, δίνοντας κάποια περιθώρια χρόνου στη νέα ηγεσία; Ποια πλευρά ήρξατο χειρών αδίκων, ποιοι δηλαδή χρεώνονται πρωτίστως τη διάσπαση, οι νεοπροεδρική ηγετική ομάδα ή οι διαφωνούντες;

 

Αρκετοί επικριτές των αποχωρούντων, εκ του πονηρού ή από άγνοια, καταφεύγουν σε μια αλχημεία, μεταθέτοντας χρονικά την αφετηρία όξυνσης της εσωκομματικής κρίσης και στήνοντας ένα απλοϊκό και παραπλανητικό κατηγορητήριο για τόνωση του «κομματικού πατριωτισμού», βασισμένο αποκλειστικά στα δύο στατικά γεγονότα της εκλογής Κασσελάκη και της διάσπασης.

Η πραγματικότητα είναι ότι προηγήθηκε μια αλληλουχία συμβάντων που άρχισαν μετά την ήττα του 2019 και πήραν μορφή χιονοστιβάδας από την παραίτηση Τσίπρα και εντεύθεν, το διάστημα δε που κυριολεκτικά συντάραξε και αποδιάρθρωσε το κόμμα ήταν το «διαβολεμένο» τρίμηνο που άρχισε με την παραίτηση Τσίπρα και τερματίστηκε με την ομιλία Κασσελάκη στην ΚΕ.

 

Δύο διαλυτικά στοιχεία

 

Αν αφαιρεθεί το σκέπαστρο της κρίσης θα αποκαλυφθούν δυο διαλυτικά στοιχεία που διάβρωσαν το κόμμα από την κορυφή ως τη βάση.

Πρώτο η θεωρία της «υπονόμευσης» και «εσωτερικού εχθρού» που υπέβοσκε αλλά εκδηλώθηκε μετά την ήττα του 2019, ανεξάρτητα από τις φλυαρίες και κακοφωνίες στελεχών ένθεν κακείθεν που προκαλούσαν δυσφορία σε όσους δεν στοιχιζόταν πίσω από μηχανισμούς.

Στην καλύτερη εκδοχή αυτής της θεωρίας ο Τσίπρας περιβαλλόταν από άμεσους συνεργάτες που έκαναν του κεφαλιού τους κάτω από τη μύτη του (π.χ. μαξιλάρι).

Στη χειρότερη εκδοχή ο Τσίπρας πάλευε με τα κύματα και όλοι σχεδόν οι έμπιστοι συνεργάτες του έσπρωχναν το κεφάλι κάτω από το νερό.

Η θεωρία αυτή είναι πολιτικά εμμονική, ακραία και πρωτόγονη, παραπέμποντας στις συνωμοσιολογικές φαντασιώσεις της ακροδεξιάς και στις σταλινικές μεθόδους εκκαθαρίσεων μια μαύρης εποχής που στιγμάτισε το αριστερό κίνημα.

Πρόκειται για απόλυτα καταστροφική θεωρία που αποπροσανατολίζει, διαλύει τη κομματική συνοχή, δυσκολεύει τον εσωτερικό διάλογο, ενοχοποιεί τη διαφορετική άποψη, εφευρίσκει αποδιοπομπαίους τράγους, δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις, προκαλεί ψυχολογική ασφυξία στους εγκαλούμενους και κουκουλώνει ανεπάρκειες και προβλήματα.

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, η θεωρία είναι επιπλέον παρανοϊκή και σουρεαλιστική γιατί αφενός οι «θαυμαστές» του Τσίπρα τον παρουσιάζουν έμμεσα σαν αδύναμο, άβουλο και ποδηγετούμενο ηγέτη, αφετέρου οι ίδιοι, σχεδόν ανοιχτά, αμφισβητούν ή υποβαθμίζουν ακόμα και τα κυβερνητικά του επιτεύγματα, τα οποία υπερασπίζονται οι δήθεν υπονομευτές του. Τραγέλαφος, ιλαροτραγωδία και κλαυσίγελος!!

 

Δεύτερο διαλυτικό στοιχείο ήταν ένα δηλητηριώδες μίγμα εχθροπάθειας και αγοραίας συμπεριφοράς που δημιούργησε στη βάση των μελών ένα φανατικό κοινό, αλλοιώνοντας τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ που ήταν ανέκαθεν χώρος συνάντησης προοδευτικών ανθρώπων με ευγενή συναισθήματα και πολιτισμένο επίπεδο διαλόγου και αντιπαράθεσης.

Η καταλυτική παρουσία Τσίπρα, με την υποδειγματική κουλτούρα ψυχραιμίας, κοσμιότητας και σεβασμού όλων των απόψεων, συγκρατούσε και αφόπλιζε τους θερμόαιμους, μόλις όμως αποχώρησε βγήκαν τα μαχαίρια. Κι ενώ μέχρι τότε η τοξικότητα στρεφόταν προς τα έξω (γι’ αυτό και υποτιμήθηκε), στη συνέχεια στράφηκε στο εσωτερικό του κόμματος, ιδιαίτερα την περίοδο πριν και αμέσως μετά την εκλογή του νέου προέδρου.

Στο διάστημα αυτό κι ενώ περίσσευαν τα χαμόγελα και οι αβρότητες μεταξύ των υποψηφίων προέδρων, εξαπολύθηκε ένας μαινόμενος διαδικτυακός στρατός κατά ιστορικών ιδρυτικών στελεχών του κόμματος και της ήδη δαιμονοποιημένης Ομπρέλας, κυρίως όμως κατά της Έφης Αχτσιόγλου που δεν ανήκε στο ρεύμα της Ομπρέλας και πρόβαλε σαν φαβορί μεταξύ των υποψηφίων.

Επρόκειτο για μια ενορχηστρωμένη επίθεση σπίλωσης και δολοφονίας χαρακτήρων, με καθοδηγητές και εκατοντάδες εκτελεστικά όργανα, πρωτόγνωρη και σοκαριστική σε ένταση και έκταση που χαρακτηριζόταν συχνά από fake news, αμετροέπειες, αναθέματα, εκρήξεις τοξικής αρρενωπότητας και πεζοδρομιακή γλώσσα στα social media, προκαλώντας, όπως ήταν φυσικό, αντιδράσεις και αντιπερισπασμούς.

Το πιο αποκαρδιωτικό ήταν ότι οι χυδαίες επιθέσεις γινόταν ανοιχτά σε δημόσια θέα, χωρίς οι επιτιθέμενοι να συναισθάνονται τις ολέθριες συνέπειες για την εικόνα του κόμματος στην κοινωνία. Προφανώς δεν γνώριζαν ή δεν τους ένοιαζε ότι βρίσκονται (κατά τύχη;) σε έναν ευαίσθητο πολιτικό χώρο που επενδύει στους ψυχικούς και συντροφικούς δεσμούς, η διάρρηξη των οποίων οδηγεί κατευθείαν στο γκρεμό.

Δυστυχώς τα απαράδεκτα αυτά γεγονότα πέρασαν κάτω από τα ραντάρ αρκετών μελών, λόγω ίσως της θερινής ραστώνης, εξ ου η κατοπινή έκπληξη τους για τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και η δυσκολία επιμερισμού ευθυνών.

 

Πολιτική και αισθητική ασύμβατες

 

Σε όλα αυτά ήλθαν να προστεθούν και οι έκδηλες πολιτικές και όχι μόνο ανεπάρκειες του νέου προέδρου, που προβάλλει ένα μοντέλο μεσσιανικού και αδιαμεσολάβητου ηγέτη με στοιχεία έπαρσης, αυταρχισμού, ναρκισσισμού (π.χ. «απόψε νίκησε το φως») και μιας αισθητικής ασύμβατης με τη σοβαρότητα και σεμνότητα αριστερών ηγετών.

Είναι αδιανόητο λ.χ. ένας νεοεκλεγείς πρόεδρος αριστερού κόμματος να μιλά συνεχώς σε πρώτο πρόσωπο, να κομπορρημονεί και να αυτοδιαφημίζεται ως «Στέφανος της Ελλάδας» (ο Τσίπρας πρωτομίλησε σε πρώτο πρόσωπο μετά 10 χρόνια αρχηγίας) ενώ είναι εξ ίσου απωθητικό να υπερπροβάλλει την ιδιωτική του ζωή για να ενισχύει δήθεν τη δημόσια εικόνα του.

Υπό τις αδιανόητες αυτές συνθήκες για κόμμα της Αριστεράς, η αποχώρηση έμοιαζε και μοιάζει για πολλούς αναπόφευκτη και λυτρωτική, παρά την οδύνη που προκαλεί.

Αν παρέμεναν θα κινδύνευαν αργά ή γρήγορα να χαρακτηριστούν όλοι βαρίδια, σαβούρες, υπονομευτές, αποστάτες, παράσιτα, πεμπτοφαλαγγίτες και απολιθώματα του 3% από κάποιους νεοφώτιστους κυνηγούς κεφαλών που θυμίζουν αμέριμνους ταξιδιώτες που νοιώθουν να φτάνουν στην Αμερική ενώ έχουν χτυπήσει σε παγόβουνο της βόρειας θάλασσας.

 Ίσως αυτοί οι τελευταίοι αδυνατούν να αντιληφθούν την περηφάνια και ιδιοσυγκρασία του συνειδητού συριζαίου που τον χαλύβδωνε ο πόλεμος του συστήματος διαπλοκής κατά του ΣΥΡΙΖΑ, είτε το κόμμα ήταν στο 3% είτε στο 36%, αλλά εκείνο που τον ταπεινώνει σήμερα και ξεπερνά τις συναισθηματικές, συνειδησιακές και πολιτικές του αντοχές είναι η χλεύη, ειρωνεία και οίκτος φίλων και αντιπάλων.

 

Βαθιά κρίση

 

Η βαθιά κρίση του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να ιδωθεί και από άλλο πρίσμα.

Αυτή καθ’ εαυτή η εκλογή Κασσελάκη, ενός σχεδόν άγνωστου προσώπου στο κόμμα και στην Ελλάδα, με μηδενική πολιτική εμπειρία, ήταν μια αλλόκοτη και ασυνήθιστη επιλογή υψηλότατου ρίσκου, μοναδική στην παγκόσμια πολιτική ιστορία.

Μια επιλογή που δεν εξηγείται μόνο από την απελπισία των μελών για τις απρόβλεπτες συντριπτικές ήττες. Ούτε από την αλλοίωση συσχετισμών από αόρατα μέλη του δίευρου και της μιας χρήσης. Ούτε ακόμα από τη σαγήνη που δημιουργεί σ’ ένα ανυποψίαστο και ελαφρώς απολίτικο κοινό ένα λαμπερό νέο πρόσωπο που λειτουργεί με όρους επικοινωνίας και life style.

Η ανήσυχη και απαιτητική βάση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έπεφτε σε τόσες παγίδες, όμως ένα ανυποψίαστο και καθόλα υγιές τμήμα της έπεσε θύμα του θυμικού, ψηφίζοντας πεισματικά για να εκδικηθεί τους «υπονομευτές», που δήθεν ευθύνονταν για τις ήττες και ιδιαίτερα την παραίτηση Τσίπρα.

Αλήθεια, θα μπορούσε να υπάρξει συντροφική συνύπαρξη με μέλη και στελέχη που εμφορούνται από τέτοιες διχαστικές αντιλήψεις και, αντί να προβληματιστούν, πανηγυρίζουν με τις αποχωρήσεις συντρόφων τους, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν συνιδρυτές και στυλοβάτες του κόμματος;

 

Συγκρουσιακό κλίμα

 

Οι παραπάνω σκέψεις οδηγούν στην προσωπική εκτίμηση ότι τον καθοριστικότερο ρόλο στη διάσπαση έπαιξαν ζητήματα ύφους και ήθους μερίδας στελεχών και μελών που επιπλέον προσλαμβάνουν την πολιτική ρηχά και λαϊκίστικα με όρους γιουρουσιού, καλλιστείων, ποδοσφαιρικών ντέρμπι και μονομαχίας σε αρένα.

Οι συκοφαντίες και ανάρμοστες συμπεριφορές δημιουργούσαν ψυχικά κενά μεταξύ συντρόφων που κατέληξαν σε προσωπικές αντιπάθειες και αγεφύρωτα χάσματα.

Οι πολιτικοί λόγοι ήρθαν αργότερα σαν επιστέγασμα με τις αντιφατικές και αδιανόητες θέσεις Κασσελάκη.

Πιθανολογείται επίσης βάσιμα ότι το σύστημα και η ηγετική ομάδα που προώθησε τον νέο πρόεδρο, είχε προαποφασίσει το ξεκαθάρισμα λογαριασμών και τις εκκαθαρίσεις, εξωθώντας στην έξοδο τους μη αρεστούς. Απόδειξη το συγκρουσιακό κλίμα που πυροδοτούσαν συνεχώς οι δηλώσεις Κασσελάκη από την πρώτη μέρα εκλογής του, ενώ όφειλε ως «νικητής» να επιδεικνύει έμπρακτα και σταθερά θετική διάθεση απέναντι στους «ηττημένους» κι όχι το πρωί να τους απλώνει το χέρι και το βράδυ να τους συκοφαντεί και να τους απειλεί (οι ευθύνες πλειοψηφίας και μειοψηφίας σε οποιαδήποτε συλλογική δομή δεν ισομοιράζονται).

Ενδεικτικό της επιχείρησης λασπολογίας είναι και η κατηγορία περί «καρεκλών». Ακριβώς το αντίθετο συνέβη. Οι αποχωρήσαντες εγκατέλειψαν προνομιακές καρέκλες του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ξεκινώντας από το μηδέν έναν ανηφορικό και άγνωστο δρόμο.

 

Νέα ενότητα και δυναμική

 

Η παρούσα κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, δεν φαίνεται να διδάχθηκε τίποτα από τη συρρίκνωση συγγενών κομμάτων στην Ευρώπη, έχει και τη «θετική» της πλευρά υπό την έννοια ότι διαλύει βεβαιότητες ή ψευδαισθήσεις για το κόμμα αυτό, προδίδει επιμελώς κρυπτόμενες προθέσεις, προκαλεί αναθεωρήσεις απόψεων και αναδιατάσσει αυθεντικότερα την ανθρωπογεωγραφία του ευρύτερου χώρου.

Με αυτά τα δεδομένα, ας είμαστε αισιόδοξοι ότι η ανανεωτική-ριζοσπαστική Αριστερά σε όλο της το φάσμα, με αίσθημα ευθύνης και υπό την πίεση της κοινωνικής αναγκαιότητας, θα ανακτήσει γρήγορα νέα ενότητα και δυναμική, παρά τη διεθνή δυσμενή συγκυρία.

Όχι για να αυτοεπιβεβαιωθεί ή να μοιραστεί ένα κομμάτι εξουσίας αλλά γιατί οι ιδέες της είναι σωτήριες για τις κοινωνίες και την ανθρωπότητα.

Στην κατεύθυνση αυτή η δημιουργία νέου πολιτικού φορέα είναι το ελάχιστο πρώτο βήμα μιας πορείας συνολικής ανασύνθεσης του χώρου που θα στεφθεί με επιτυχία:

1) Αν οι αποχωρήσαντες δεν καταληφθούν από σύνδρομο δικαίωσης, ανοίγοντας μέτωπο στείρας και νοσηρής αντιπαράθεσης με τους μέχρι χθες συντρόφους τους.

2) Αν οι υγιείς δυνάμεις που παρέμειναν στο ΣΥΡΙΖΑ με το σκεπτικό «μένουμε και βλέπουμε» δεν αυτοεξευτελιστούν, νομιμοποιώντας με την παρουσία τους τον πιθανό εκφυλισμό και μετάλλαξη του σ’ ένα ακίνδυνο, άχρωμο, κεντρώο και αρχηγικό μόρφωμα, μπαλαντέρ και συμπλήρωμα του νεοφιλελεύθερου «μονόδρομου»

3) Αν οι διάσπαρτες κινήσεις του χώρου και οι ανένταχτοι αγωνιστές της Αριστεράς τιθασεύσουν εγωισμούς και υποκειμενισμούς, υπηρετώντας την κοινή υπόθεση και

4) Αν άπαντες προχωρήσουν σε μια γενναία αυτοκριτική για να μην επαναληφθούν τραγικά λάθη όχι μόνο στρατηγικής, τακτικής και επικοινωνίας αλλά και απερισκεψίες και ερασιτεχνισμοί που κόστισαν και κοστίζουν (π.χ. δυνατότητα εκλογής προέδρου χωρίς προαπαιτούμενα και κομματική προϋπηρεσία) .

 

ΥΓ. Συγνώμη για την κατά Κασσελάκη σάλτσα πουμαρό αλλά, πώς να το κάνουμε, η γλώσσα και η νόηση δεν υπάρχουν για να κακοποιούνται από την προπαγάνδα, τα κλισέ και τους αλγόριθμους αλλά για να περιγράφουν, αναλύουν, ερευνούν, ερμηνεύουν και να πείθουν.

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet