Μαγιακόφκσι, Σκλόφκσι και Ροντσένκο
 

 

 

Βίκτορ Σκλόφσκι «Ζοο. Γράμματα όχι για την αγάπη», μετάφραση: Νιόβη Ζαμπούκα, εκδόσεις Αντίποδες, 2023

 

Το 1922 η Γερμανία αναγνωρίζει την ΕΣΣΔ. Στο Βερολίνο της ήττας και της νομισματικής υποτίμησης συρρέουν Ρώσοι που για διαφορετικούς λόγους φεύγουν από την ΕΣΣΔ, «ένα συνονθύλευμα από προσωρινούς ή μόνιμους μετανάστες, ταξιδιώτες της Ανατολής που έρχονταν να επισκεφτούν ξανά τη Δύση ή να τη γνωρίσουν», όπως θα τους περιγράψει πολλά χρόνια αργότερα ο Βλαντιμίρ Πόζνερ στο περιοδικό Europe (1971, 506, 36). Ανάμεσά τους ο ανθός της ρώσικης λογοτεχνίας και τέχνης, Γκόρκι, Έρενμπουργκ, Γεσένιν, Μπιέλι, Τσεβτάγεβα, Παστερνάκ, Πιλνιάκ, Λισίτσκι, Χοντάσιεβιτς, Αρσιπένκο, Αλτμάν, Ρεμιζόφ, Πούνι, Αλεξέι, Τολστόι. Μαζί κι ο Βικτόρ Μπορίσοβιτς Σκλόφσκι, πεζογράφος, θεωρητικός της λογοτεχνίας και της τέχνης, κριτικός, δοκιμιογράφος, σεναριογράφος μεταξύ άλλων πολλών και επικεφαλής της εταιρείας μελέτης της ποιητικής γλώσσας, της Opoïaz, στην Πετρούπολη, κυνηγημένος από το εσέρικο παρελθόν του. Κι άλλοι που έρχονται και φεύγουν, ο Ρομάν Γιάκομπσον της άλλης Σχολής, της Μόσχας, ο Σαγκάλ, ο Μαγιακόφσκι, η Λίλι, ο Όσιπ Μπρικ που θέλει να συνδέσει το Ινστιτούτο καλλιτεχνικής παιδείας με το Μπάουχαους.

 

Οι Ρώσοι, Πετρουπολίτες και Μοσχοβίτες, μαζεύονται κάθε Παρασκευή στο καφέ «Ο οίκος των τεχνών», συχνάζουν στον Προθάλαμο της Πράγας (το Prager Diele της εικοστής πέμπτης επιστολής). Ανάμεσά τους και ένα πολύ νεαρό κορίτσι, με χρυσαφένια μαλλιά και γκριζογάλανα μάτια, αδελφή της Λίλι Μπρικ, που είχε ζήσει στην εξωτική Ταϊτή, ένα κορίτσι γοητευτικό, ροδαλό σαν κάποιους πίνακες του Ρενουάρ και θλιμμένο, η Έλσα Τριολέ μέσα από τα μάτια του Πόζνερ και του Έρενμπουργκ. Ο Σκλόφσκι την ήξερε καλά από τις βραδιές στην Πετρούπολη, όταν ο Μαγιακόφσκι διάβαζε στο σπίτι των Μπρικ το ποίημα «Ο πόλεμος κι ο κόσμος», κι αυτός, πλάι στην Έλλα, όπως την έλεγαν ακόμη, έκλαιγε με λυγμούς με το κεφάλι ακουμπισμένο στο πιάνο· από τις συγκεντρώσεις στη ντάτσα έξω από τη Μόσχα, όπου έμεναν συχνά μαζί με τη Λίλι και τον Μαγιακόφσκι, τον Παστερνάκ, τον Ροντσένκο και άλλους πολλούς. Ήταν από τους πιο στενούς της φίλους. Την ξαναβρίσκει, χωρισμένη, στο Βερολίνο. Της φέρνει καθημερινά λουλούδια. Την λατρεύει. Είναι η Άλια, η απρόσιτη κυρά που του απαγορεύει να της μιλά γι’ αγάπη και του απαντά στα γράμματά του πότε κουλουριασμένη ρεμβαστικά σαν «αληθινή Ανατολίτισσα», πότε στο κρεβάτι της, κουρασμένη από τον χορό, και πότε στο τραπέζι ενός καφέ, περιμένοντας, πολιτισμένα, να έρθει το σνίτσελ της. Ρωσοεβραία, όπως κι ο Σκλόφσκι, καλλιεργημένη, πολύγλωσση, πολυταξιδεμένη, η Έλσα δεν έχει, όπως δηλώνει, καμία σχέση με τη λογοτεχνία, είναι «γυναίκα χωρίς τέχνη», όπως την αποκαλεί ο «μικρός καλός της Τάταρος». Ο οποίος, όμως, θα την πάρει από το χέρι και θα την οδηγήσει στη γραφή, θα φροντίσει τα έργα της που θα κυκλοφορήσουν στην ΕΣΣΔ, όπου θα της ζητά επίμονα να επιστρέψει. Αλλά η Έλσα δεν θα γυρίσει στην ΕΣΣΔ, θα πάει στο Παρίσι και θα αγαπήσει τον Λουί Αραγκόν και θα γίνει γαλλίδα συγγραφέας.

 

Παράθυρο στον κόσμο, αλλά ζωγραφισμένο

 

Αυτή είναι όμως μόνο η αρχή του Ζοο. Ένας έρωτας. Αληθινός. Το ξέρουμε από τα γράμματα του Σκλόφκσι στο αρχείο Αραγκόν-Τριολέ (παρόμοια με τις επιστολές του Ζοο, αλλά ελάχιστα διαφορετικά), από τις μαρτυρίες των συγχρόνων. Θα χρησιμεύσει στον Σκλόφσκι ως συνδετικός ιστός για τις «σκηνές» της καθημερινότητας, της εξορίας, τις παρεκβάσεις της θεωρίας και του αναστοχασμού, τα προσφυή διακείμενα· για τη δημιουργία ενός πειραματικού, ειρωνικού κειμένου που διαβάζεται από την καλή κι από την ανάποδη -κι έχει πολλές καλές κι ανάποδες- και θέλει να ανανεώσει, στην πράξη, το μυθιστόρημα – κατ’ αναλογία προς την Ανάσταση της λέξης στη θεωρία. Ενός κειμένου που σχολιάζει τον εαυτό του, την πλοκή, τους χαρακτήρες, τη μέθοδο, τις τεχνικές, τη σύνθεση κι αυτοπροσδιορίζεται μεν ως παράθυρο στον κόσμο, αλλά ζωγραφισμένο. Είναι το κείμενο ενός ριζοσπαστικού φορμαλιστή, που αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλους αυτούς τους αβανγκαρντίστες ποιητές και καλλιτέχνες, λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένους με την Οκτωβριανή επανάσταση, που δεν είχαν φορέσει ποτέ τους φράκο, πρώτα φορούσανε «γυμνασιακά και φοιτητικά παλτά, και αργότερα στρατιωτικές χλαίνες κα αμπέχονα, ραμμένα από τις χλαίνες»· αλλά και στις μαϊμούδες του Ρεμιζόφ, στο τάγμα των οποίων προσχωρεί ως «μαϊμουδίτσα με κολοβή ουρά» και που δουλειά τους είναι να κάνουν καινούργια πράγματα, «άχρηστα, πελώρια καινούργια πράγματα». Ενός υπέρμαχου των ρώσων φουτουριστών, ή μάλλον των μελλοντιστών, budetljanin, όπως αυτοαποκαλούνται απορρίπτοντας τον ξένο όρο, ο οποίος υπερασπίζεται τον γενέθλιο τόπο, τη γλώσσα και την κουλτούρα του, την ώρα που μάχεται να την αλλάξει και δεν μετράει τα λόγια του στην κριτική – για τη Ρωσία που δεν αγαπά τους Εβραίους, για τους σοβιετικούς μπουρζουάδες, τον ημιρεαλσιστικό εξηλεκτρισμό. Στην οποία ζητάει να γυρίσει στο τελευταίο γράμμα του Ζοο, γιατί έξω απ’ αυτήν δεν μπορεί να ζήσει. Το αίτημά του θα ευοδωθεί, με τη βοήθεια του Μαγιακόφσκι και του Γκόρκι. Τα από κει και πέρα είναι μια άλλη ιστορία.

 

Σημειώσεις για μια φλεγόμενη εποχή

 

Ας μείνουμε στο Ζοο και στην μπαρόκ περίοδο του Σκλόφσκι, όπως την είχε ο ίδιος ονομάσει. Στο γερμανικό Βερολίνο της ρώσικης ιντελιγκέντσιας, όπως απεικονίζεται στο κείμενο με την κίνηση του ίππου στο σκάκι, λοξή, διαγώνια, οριζόντια και κάθετη και με διαφορετικό άνοιγμα βηματισμού. Με σκηνές της καθημερινής ζωής, όπως την όριζε και την κουβέντιαζε με τον Μαγιακόφσκι στο LEF, ως νέο υλικό για τη λογοτεχνία, γιατί «όπως τρώει αγελάδα το χορτάρι βόσκοντας, έτσι τρώγονται και τα λογοτεχνικά θέματα, ωριμάζουν, φθείρονται τα τεχνάσματα»… Με τους φίλους του στο επίκεντρο, να περνούν σκυφτοί, περπατώντας αργά στις μύτες ή τρέχοντας λοξά σα λαγοί, ανήσυχοι γιατί δεν νιώθουν ώθηση, ουρλιάζοντας σαν σαμάνοι, – ιδωμένοι από διαφορετικές οπτικές γωνίες, όπως το έργο τους στα δοκιμιακά του κείμενα, όπως τα πράγματα που είναι ό,τι πιο δύσκολο να τα συλλάβεις. Με περίτεχνα περάσματα από το ένα είδος λόγου στο άλλο και παράδοξες εικόνες – πώς άραγε βροντάει τα βλέφαρα μια ιταλο-ρωσίδα ποιήτρια -κατάσκοπος σαν πόρτα χρηματοκιβωτίου;

Στο τελευταίο γράμμα, ο Σκλόφσκι καταργεί, με άλλο ένα τέχνασμα, την Άλια-Έλσα. Έχει επιτελέσει τον ρόλο της και ο μύθος της αλήθειας της μπορεί να αποκαλυφθεί. Του χρησίμευσε πολλαπλά, μαζί και η «υπερβολικά πανευρωπαϊκή κουλτούρα» της, αυτή η επανερχόμενη ξενότητα, που τόσο εύστοχα δυναμιτίζει η Τριολέ στην ιστορία της Στέσας. Την αφήνει να φύγει. Αλλά το κείμενο μένει – και θα συνεχίσει να αλλάζει.

Ένα από τα πιο γοητευτικά και οριακά κείμενα του ρώσικου μοντερνισμού, για την ελληνική ανάγνωση του οποίου οφείλουμε χάριτες και στη Νιόβη Ζαμπούκα και στις εκδόσεις Αντίποδες. Η σημασία του μετριέται και από την επικαιρότητά του: «Χρειάζεται προσωπική γνώση του μυστικού των μηχανών, χρειαζόμαστε έναν καινούργιο ρομαντισμό, για να μην πετάξουν τ’ αυτοκίνητα πάνω στη στροφή τον άνθρωπο έξω απ’ τη ζωή.» Ή η τεχνητή νοημοσύνη.

Τιτίκα Δημητρούλια Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet