Τάκης Ψαρίδης «Χειραγωγική ελευθερία. Νόημα και Εαυτός στη φυσική και ψηφιακή πραγματικότητα», εκδόσεις Εύμαρος, 2023

 

Στην Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Ρουσό διακρίνει την «αγάπη για τον εαυτό», ήτοι το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, από τη φιλαυτία, «ένα αίσθημα σχετικό, τεχνητό και δημιουργημένο μέσα στην κοινωνία που σπρώχνει κάθε άτομο να ασχολείται με τον εαυτό του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο».[1] Την ίδια περίοδο στο Λονδίνο, ο θεωρητικός της «ασωτίας» -σύμφωνα με τους Χιουμ και Σμιθ- ο Μπέρναρντ Μαντεβίλ, χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο για να τορπιλίσει κάθε απόπειρα θεμελίωσης της ηθικής στην ανθρώπινη φύση. Η «φιλαυτία», γράφει, εκδηλώνεται μόνο στους κόλπους της κοινωνίας εφόσον την θρέφει «η απληστία για την εκτίμηση των άλλων και η αγαλλίαση που απολαμβάνουμε στη σκέψη και μόνο ότι είμαστε αρεστοί και ενδεχομένως αντικείμενο θαυμασμού».[2] Στα χέρια των επιδέξιων πολιτικών, η φιλαυτία μεταλλάσσεται από «ατομική φαυλότητα» σε «δημόσιο πλεονέκτημα», κατά την επωδό του Μύθου των Μελισσών του Μαντεβίλ. Τούτο διότι αξίες όπως η υπηρέτηση του δημόσιου αγαθού, η αυταπάρνηση, δεν χρειάζονται πλέον τον «μπαμπούλα» της θρησκείας ή του νόμου. Αρκεί ένας ανέξοδος έπαινος που να θωπεύει τη φιλαυτία.[3]

 

Η φιλαυτία στην ψηφιακή εποχή, γίνεται ο καθοδηγητικός μίτος του βιβλίου του Τάκη Ψαρίδη. Πώς σήμερα, στην ψηφιακή πραγματικότητα της ασύδοτης αγοράς του νεοφιλελευθερισμού, τρέφονται τα πεινασμένα για αναγνώριση στόματα; Πώς η αναγνώριση, ως ο κατεξοχήν τρόπος νοηματοδότησης της ύπαρξης πραγματώνεται στη συγκυρία της πλήρους υποταγής της κοινωνίας στην αγορά;

Σήμερα, την εποχή «της ηγεμονικής κανονικότητας της αγοράς» (σ. 117), οι πονηροί πολιτευτές του Μαντεβίλ είναι το μάρκετινγκ, η διαφήμιση, οι ψηφιακές πλατφόρμες που «δεν πουλάνε προϊόντα αλλά τρόπους αναγνώρισης και καταξίωσης» (σ. 122).

Το καρτεσιανό «σκέπτομαι άρα υπάρχω» που προανήγγειλε το νεοτερικό πρόταγμα ενός ανατιμημένου και στέρεου υποκειμένου γνώσης καταρρίπτοντας την προνεοτερική ερμηνεία της γνώσης ως δωρεάς της θείας χάριτος αντικαθίσταται από το «πωλώ άρα υπάρχω». Σέλφις και «λάικ», ο αριθμός των «ακόλουθων» και το στάτους του «ινφλουένσερ», τουτέστιν ο ψηφιακός εαυτός μας ως ένα άβαταρ στον ωκεανό του διαδικτύου, εκφυλίζουν την ανάγκη για αναγνώριση σε άγονο αγώνα αναγνωρισιμότητας (σ. 41), γίνονται η αξία της μετοχής μας στο χρηματιστήριο της αγοράς και το κοινωνικό κεφάλαιο που σωρεύουμε ως «ατομικές επιχειρήσεις». Διότι αν στον φιλελευθερισμό το άτομο «έχει» την εργατική του δύναμη που ανταλλάσσει ως εμπόρευμα, στον νεοφιλελευθερισμό, το άτομο είναι το ίδιο ένα αυτό-επενδυόμενο κεφάλαιο που αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη της επιβίωσής του χωρίς τα εγγυημένα δικαιώματα του τυπικού φιλελεύθερου κράτους δικαίου και με ρευστές κοινωνικές ταυτότητες. Η αναγνωρισιμότητα όμως του ψηφιακού εαυτού διαμέσου μιας εκούσιας υποταγής στην αγοραία κανονικότητα  λειτουργεί, υποστηρίζει ο συγγραφέας, ως υπεραναπλήρωση των ματαιώσεων που υφίσταται στην αρένα του πραγματικού κόσμου ο παροπλισμένος και ασήμαντος «κανένας». Όταν η πραγματικότητα μιας κοινωνίας με ανισότητες ισχύος και πλούτου διαψεύδει εκκωφαντικά «το αμερικανικό όνειρο» και αφαιρεί βίαια τη «χρυσόσκονή» του, τη σκληρή δουλειά και τις ατομικές ικανότητες ως προϋποθέσεις ανόδου στα σκαλοπάτια της κοινωνικής ιεραρχίας, ο ψηφιακός κόσμος γίνεται παραμυθία και δεξαμενή άντλησης αναγνώρισης, προνομιακός χώρος της «ανόδου της ασημαντότητας».

 

Χειραγώγηση με το ένδυμα της ελευθερίας

 

Πώς ωστόσο διασφαλίζεται η παντοδυναμία της αγοράς που αναγορεύει σε καθολική αρχή τον ανταγωνισμό; Τα συμπεράσματα του συγγραφέα εμπλουτίζουν τις προβληματοθεσίες της πολιτικής θεωρίας.

Πρώτον, η παρούσα ηγεμονία της αγοράς δεν πραγματώνεται μόνο με τη συσσώρευση κέρδους δυνάμει της οικονομικής εκμετάλλευσης, αλλά επιπλέον «με την εκμετάλλευση της ανάγκης για κοινωνική αναγνώριση και καταξίωση, μέσα από τρόπους ζωής που “πουλάει” η αγορά... Σήμερα, το μάρκετινγκ δεν παράγει μονάχα εμπορεύματα για εαυτούς καταναλωτές, αλλά δημιουργεί επιπλέον και εαυτούς ως εμπορεύματα» (σ. 217). Αν οι σχέσεις παραγωγής είναι η αναγκαία συνθήκη της ηγεμονίας της αγοράς, οι σχέσεις αναγνώρισης είναι η ικανή της συνθήκη.

Δεύτερον, η εφαρμογή της πλήρους ελευθερίας της αγοράς προϋποθέτει ένα αυταρχικό κράτος επιφορτισμένο με την επιτήρηση και καταστολή κάθε αντίστασης στα «άρθρα πίστεως» του νεοφιλελευθερισμού. Η ηγεμονία της αγοράς σήμερα ωστόσο, σύμφωνα με τον συγγραφέα, δεν πραγματώνεται μέσω ενός βιοπολιτικού αλλά ενός ψυχοπολιτικού ελέγχου (σ. 224). Η αγορά δεν κατισχύει μόνο δυνάμει της επιτήρησης και της καταστολής αλλά μιας ύπουλης και αδιόρατης χειραγώγησης που ενδύεται τη μορφή της ελευθερίας. Πρόκειται για το οξύμωρο μιας «χειραγωγικής ελευθερίας» που σύμφωνα με τον ορισμό του συγγραφέα «είναι μια ατομική ελευθερία χωρίς εμπόδια, που επιτρέπει στον εαυτό να επιλέγει ό,τι επιθυμεί, αλλά που στην ουσία, εκείνη καθορίζει αυτό που επιθυμεί, περιορίζοντας τη δυνατότητα του εαυτού για αυτονομία» (σ.207).

Αν, σύμφωνα με τη συμβολαιοκρατική θεμελίωση της πολιτικής εξουσίας, στη νεoτερικότητα η εκχώρηση δικαιωμάτων και ελευθεριών ανταλλάσσεται με την εγγύηση της ασφάλειας, της ιδιοκτησίας, της πολιτειότητας, στο συμβόλαιο της «χειραγωγικής ελευθερίας» η αυτονομία ανταλλάσσεται με λίγα ψιχία κοινωνικής αναγνώρισης στον ψηφιακό κόσμο που μετακόμισε ο βίος.

 

Η δημόσια χρήση του λόγου ως προϋπόθεση αυτονομίας

 

Μέσα από μια περιδιάβαση στα «δυσπρόσιτα» μονοπάτια της φιλοσοφίας που υπερβαίνει τα όρια ενός «φιλοσοφικού ρεπορτάζ», όπως με περισσή μετριοφροσύνη  διατείνεται ότι κάνει, ο Ψαρίδης δείχνει πώς η χειραγωγική ελευθερία χτίζεται στον ερειπιώνα της αυτονομίας ως του κατεξοχήν προτάγματος του διαφωτισμού που εξέφρασε περίτεχνα η γραφίδα του Καντ: «Sapere Aude! Να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τον δικό σου νου!». Ο διαφωτισμός είναι η καντιανή προσταγή της χειραφέτησης από πάσης φύσεως κηδεμόνες της σκέψης, προϋπόθεση της οποίας είναι η επίπονη διύλιση στην κρησάρα του Λόγου οτιδήποτε υπαγορεύεται από την παράδοση και την αυθεντία. Ο Καντ ωστόσο υπογραμμίζει μια ακόμη προϋπόθεση του διαφωτισμού ως ορθής χρήσης του λόγου: του publicum, της ελευθερίας «κάποιου να κάνει δημόσια χρήση της έλλογης δύναμής του παντού».

Απορρίπτοντας εμφατικά τον ρόλο του «ασυνείδητου» καθώς και ενός «αυθεντικού» εαυτού που ανακαλύπτουμε υποτίθεται με τις συμβουλές των coaches της ψυχής ή με μια μοναχική καταβύθιση στα τρίσβαθά της, ο συγγραφέας δείχνει πώς ο εαυτός συγκροτείται εν κοινωνία και αναστοχάζεται εν διαλόγω. Μέσα σε «ορίζοντες σημασίας», σύμφωνα με τον Τσαρλς Τέιλορ, ορίζει και επιλέγει το εκάστοτε σημαντικό του βίου του. Ο συγγραφέας συνομιλεί τόσο με τη φιλοσοφία όσο και με τη νευροεπιστήμη προκειμένου να καταδείξει τη δημόσια χρήση του λόγου ως προϋπόθεση αυτονομίας, τη διαλογική συγκρότηση του «αυθεντικού» εαυτού. Ο ορισμός του ανθρώπινου εγκεφάλου από τις νευροεπιστήμες ως «αυτοποιητικού συστήματος» δεν μας καταδικάζει στην ειρκτή του ντετερμινισμού διότι το «αυτοποιητικό σύστημα είναι κατεξοχήν κοινωνικό και δεν επεξεργάζεται πληροφορίες αλλά νοήματα» (237).

Η περιήγηση του συγγραφέα στη φιλοσοφία, τέλος, αποσκοπεί να δείξει πώς ο μέτοικος εαυτός της ψηφιακής πλατφόρμας απολαμβάνει μια ελευθερία χωρίς αυτονομία, μετέχει σε μια δημόσια σφαίρα χωρίς διαβούλευση, μεταμορφώνεται από πολίτη σε follower, απορφανισμένος από αναστοχασμό, κρίση και επιλογή. Το βιβλίο ωστόσο δεν είναι μια καταγραφή της δυστοπίας ή μια ωδή στην απελπισία. Συνιστά αντίθετα ένα τολμηρό εγχείρημα ανα-διατύπωσης του προτάγματος του διαφωτισμού σήμερα ως επιμέλειας του εαυτού που δεν μπορεί να είναι παρά ένας «αναστοχαστικός αγώνας βαθιά πολιτικός», όπως είναι και η ουσία της Φιλοσοφίας (σ. 299). Με τα δικά του λόγια: «Κοινωνική αλλαγή χωρίς διαφορετικούς τρόπους κοινωνικής αναγνώρισης και καταξίωσης, δεν μπορεί να υπάρξει» (σ. 298).

 

  

Σημειώσεις:

1. J.J. Rousseau, Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, μτφρ. Μέλπω Αλεξίου-Καναγκίνη, Κώστας Σκορδύλης, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή, 1999, σ.182.

2. Bernard Mandeville, The Fable of the Bees and Other Writingsεκδ. E.J. Hundert, Indianapolis, Hackett Publishing Company, 1992, σ. 48.

3. Στο ίδιοσ. 37.

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet