Αλέξης Πολίτης «Διαβάζοντας ποίηση», εκδόσεις Κίχλη, 2023

 

Εύκολα μιλάμε όλοι για ποίηση όχι γιατί η ποίηση αποτελεί εύκολο είδος, αλλά επειδή εύκολα καταναλώνεται και ακόμα πιο εύκολα κινδυνεύει να διαβαστεί. Εύκολα καταναλώνεται διότι οι ποιητές, νεότεροι και παλαιότεροι, μπορούν να γίνουν από τη μια ημέρα στην άλλη διάσημοι στη μικρή τους κοινότητα, καταλήγοντας, παρόλα αυτά, μετά από πολύ λίγο καιρό, διάττοντες αστέρες. Δεν πρόκειται ούτε για την ίδια τη φύση της ποίησης ούτε για τους θιασώτες της. Περισσότερο έχει να κάνει με τις διακυμάνσεις που καταγράφονται στη σφαίρα της εποχής της ηλεκτρονικής επικοινωνίας και του εκδημοκρατισμού των λογοτεχνικών αξιών και των αποτιμήσεών τους. Οι πιο διαφορετικοί λόγοι μπορεί να ανεβάσουν στα ύψη έναν ποιητή, και οι πιο διαφορετικοί λόγοι να τον αποκαθηλώσουν με την ίδια ταχύτητα – κουβέντες που ακούστηκαν σε μια δημόσια συνεύρεση, ένα σκάνδαλο που ξέσπασε σαν κεραυνός εν αιθρία, πιθανόν χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με την ποίηση, ένας ψηφιακός λογοτεχνικός καβγάς που πρόλαβε να διαμορφώσει στρατόπεδα και παρατάξεις ή ένα ψηφιακό ηχηρό χειροκρότημα που προκάλεσε πανηγυρικούς ενθουσιασμούς.

 

Κάπως έτσι καταλαβαίνουμε το πόσο εύκολα καταναλώνεται η ποίηση, το πόσο εύκολα προσελκύει αναγνώστες και αναγνώσεις, έστω σε έναν περιορισμένο κύκλο, εκλύοντας, σχεδόν μοιραία, και πλήθος παραναγνώσεις. Το τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει παρανάγνωση δεν θα το βρούμε τώρα. Διαβάζοντας, ωστόσο, ποίηση, χρειάζεται να ακολουθήσουμε έναν τρόπο ικανό να μας προφυλάξει από ιδεολογικές υπερβολές και εθνικές εξάρσεις, να μας θωρακίσει απέναντι στα σχολαστικά γυαλιά των φιλολόγων όταν ξέρουν μόνο να μετρούν και να αθροίζουν στίχους, αλλά και να βάλει ένα φρένο στους ηθικούς ή τους ηθικολογικούς μορφασμούς που ανά πάσα ώρα καραδοκούν, ακόμα και μεταξύ των νηφαλιότερων αναγνωστών.

Με τα δοκίμιά του για την ποίηση, που ξεκινούν από τον Σολωμό και φτάνουν μέχρι τον Διονύση Σαββόπουλο, ο Αλέξης Πολίτης δείχνει το βάθος της ανάσας και ταυτοχρόνως το μέγεθος της προσοχής που χρειαζόμαστε όταν διαβάζουμε ποίηση, αν και εφόσον θέλουμε να ψάξουμε τι συμβαίνει στον οικοδομικό νου του ποιητή – στο μυαλό και στα αισθήματά του όταν χτίζει τις μορφές οι οποίες θα περιβάλουν αισθητικά τα νοήματά του. Είναι μια σειρά δοκιμίων τα οποία συνδυάζουν την ελευθερία της κρίσης με ένα αφανές σύστημα ερμηνευτικών πειθαρχιών χωρίς να λειτουργούν (αλλά και δίχως να είναι άσχετες) με την ιστορική μέθοδο που εφαρμόζεται στο έργο του «Η ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος 1830-1880. Ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, πνευματική κίνηση, αναγνώστες» (2021) – έργο που εξετάζει ιστορικά το πώς οι κρατικοί εγκλωβισμοί στην Ελλάδα του 19ου αιώνα παρήγαγαν μια βαριά εθνική ιδεολογία, η οποία εναλλάσσοντας την απαρέσκεια για την Ευρώπη και τη Δύση με την περηφάνια για τις αρχαιοελληνικές καταβολές της φυλής κατάφερε εντέλει να ποδηγετήσει και τη λογοτεχνία.

 

Μια σφαίρα που εξοστρακίζεται

 

Σύμφωνα με τη φράση του Ηράκλειτου για το Μαντείο των Δελφών, η ποίηση ούτε λέγει ούτε κρύπτει αλλά σημαίνει. Κάτι τέτοιο μας επιτρέπει να εννοήσουμε την ποίηση σαν εξοστρακισμό: ένας εξοστρακισμός, μια σφαίρα που φεύγει από την κάννη του όπλου και αλλάζοντας αίφνης πορεία καταλήγει να χτυπήσει κάπου αλλού από το προσδοκώμενο. Έτσι θα διαβάσει ο Πολίτης τον Λάμπρο του Διονυσίου Σολωμού, δοκιμάζοντας να τον απαλλάξει από τον δυσβάσταχτο πανωφόρι είτε του «εθνικού ποιητή» είτε του «σημαντικότερου ποιητή» της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πώς πετυχαίνει τις απρόσμενες εκρήξεις του, πώς δουλεύει από στάδιο σε στάδιο, από λέξη σε λέξη και από φράση σε φράση ένας ποιητής του οποίου την αποσπασματικότητα δεν κατόρθωσε ποτέ να καταπιεί και να χωνέψει ο Παλαμάς; Σε άλλα συμφραζόμενα, η ποίηση δεν θα προέλθει από κάννη, θα αποτελέσει, αντιθέτως, τη μηχανή επινόησης μιας υπεραισθητής πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας η οποία ταυτίζεται με το άφθαρτο και το αιώνιο, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του Αλέξανδρου Μάτσα.

Ο εξοστρακισμός, που έχει να κάνει με τη δύναμη και με την αμεσότητα των ποιητικών εικόνων, και η υπεραισθητή πραγματικότητα, η οποία δεν αποκαλύπτει μόνο το άφθαρτο, αλλά και τον σκοπό της αισθητικής ολοκλήρωσης του έργου τέχνης, είναι και γενικότερα κριτήρια για το πώς διαβάζει την ποίηση ο Πολίτης. Ποίηση εικόνων είναι και η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, με πρώτιστα, εντούτοις, χαρακτηριστικά της την υποβολή και την κρυπτικότητα σε ένα πλαίσιο όπου το βάρος της πολιτικής και της Ιστορίας που έχει επωμιστεί ο ποιητής επισκιάζονται από το ερωτικό στοιχείο. Το πρωτείο της πολιτικής διεκδικεί και η ποίηση του Τίτου Πατρίκιου. Εδώ, όμως, η πολιτική παραπέμπει στα οικουμενικά βάσανα του ανθρώπου και ο έρωτας στη σάρκα, στη μνήμη και στα συναισθήματα της ανθρώπινης υπόστασης. 

 

Εκρήξεις και επαναλήψεις

 

Αν ο Γιώργης Μανουσάκης θα επιφέρει τις δικές του εκρήξεις με την ευθύτητα και την απλότητα, ο Αργύρης Χιόνης θα αντλήσει τη φλέβα, τον οίστρο και τα ποιητικά υλικά του από τα πολλαπλά διαθέσιμα των παραλλαγών του: παραλλαγές που μεταμορφώνονται με κάθε επανάληψη και επαναλήψεις οι οποίες παύουν αμέσως κατ’ αυτόν τον τρόπο να πάσχουν από επαναληπτικότητα. Και ο Διονύσης Σαββόπουλος; Πώς και γιατί μπαίνει στο παιχνίδι; Το μόνο σίγουρο είναι πως ο Σαββόπουλος δεν έρχεται απρόσκλητος στη χορεία των ποιητών τους οποίους υποδέχεται ο Πολίτης. Λιγότερο ποιητής και περισσότερο τραγουδοποιός και μουσικοσυνθέτης, ο Σαββόπουλος έχει, πριν και πάνω απ’ όλα, την ικανότητα να ταξιδεύει στα ομιχλώδη τοπία μιας σκληροτράχηλης πολιτικής πραγματικότητας, αποφεύγοντας σταθερά να χρεωθεί ένα ενιαίο και απαράλλακτο πολιτικό πρόσημο. Οργή, φαντασία και απροειδοποίητο πέταγμα συνέχουν τον ποιητικό του λόγο και δυναμώνουν την ένταση των τραγουδιών του. Κλείνοντας την περιήγησή του, ο Μανόλη Αναγνωστάκη, πως το άγνωστο και το ελαφρώς τυχαίο ενδέχεται όχι μόνο να ανοίξουν πρωτόφαντους δρόμους, αλλά και να εξορύξουν διαμάντια μέσα από το μαύρο σκοτάδι.

Ας παρακολουθήσουμε τα κείμενα του Πολίτη χωρίς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις: όπως δηλαδή προβάλλουν τα ίδια, γυμνά και απέριττα, μακριά από φιλολογικό φόρτο και προγραμματικές ή ετοιματζίδικες ιδέες – σαν ένα σύνολο μικρών κλειδιών για το πώς διαβάζεται η ποίηση και όχι σαν ένα μουχλιασμένο αρχείο βαρετών και διδακτικών κανόνων για ένα είδος το οποίο είναι αναγκαίο να χρησιμεύσει σε κάτι. Η ποίηση δεν επιδιώκει οφειλές, δεν ζητάει ευθύνες και δεν σκοπεύει να λάμψει από το πουθενά – της αρκούν οι λέξεις και οι εικόνες της. Κι όσες είναι οι λέξεις και οι εικόνες της, άλλα τόσα είναι και τα κλειδιά που θα μας επιτρέψουν να τις αποκρυπτογραφήσουμε.

 

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Περισσότερα Άρθρα
ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet