Αυτό το σύντομο αφιέρωμα στον Μήνα Μαύρης Ιστορίας αποτέλεσε αφορμή για ένα κάλεσμα καταγραφών γύρω από τη βιωμένη πραγματικότητα εκείνων που ζουν στο «ευρύτερο» φάσμα της μαύρης εμπειρίας. Πολύ συχνά τα τελευταία χρόνια, κατά τη διάρκεια πολιτικών δράσεων και εκδηλώσεων, διερωτήθηκα πού βρίσκονται οι μαύρες γυναίκες και οι μετανάστριες, με ποιους τρόπους αποσιωπάται η μαύρη queer και τρανς εμπειρία στους «χώρους μας», πώς γίνεται να μιλάμε για τον αντιρατσισμό και να μελετάμε μαύρη θεωρία, αλλά οι ζωές μας να παραμένουν αγεφύρωτες στο πεδίου του καθημερινού και του πολιτικού. Συνάντησα την Ελένη, τη Ραμπάμπ, τη Μάρθα, τη Νίκη και τη Βίμα, σε διαφορετικές χρονικότητες, μέσα από φεμινιστικές δράσεις, κοινές παρέες και την εργασία στην έρευνα. Μέσα από τα λόγια τους αντανακλώνται περιφερειακές θεσιακότητες για τα δεδομένα των κυρίαρχων πολιτικών λόγων, οι οποίες υπογραμμίζουν πτυχές της μαύρης, μιγαδικής, έγχρωμης ή/και φυλετικοποιημένης εμπειρίας. Φέρνοντας η κάθε μια τη δική της οπτική, μοιράζονται σκέψεις γύρω από τη μαύρη εμπειρία, τη λευκότητα και τη φυλή, στις διασταυρώσεις τους με το ζήτημα της (α)ορατότητας και της αντικειμενοποίησης, την εμπειρία της μετανάστευσης και της προσφυγιάς, την ταξικότητα, τις πολιτικές των συνόρων, το έθνος και τους θεσμούς, το queer και τη σεξουαλικότητα, τις τέχνες και την έμφυλη βία. Τις ευχαριστώ θερμά που ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μου και κατέστησαν εφικτό αυτό το αφιέρωμα.

 

Βασιλική Πολυκάρπου,

υποψήφια διδακτόρισσα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

 

Είμαι εν τέλει ορατή;

 

Βρέθηκα σε μια χριστουγεννιάτικη συναυλία στο κέντρο της Αθήνας. Μικροί και μεγάλοι μαζεύτηκαν για να απολαύσουν την υψηλής αισθητικής ερμηνεία της μπάντας μέσα στις γιορτινές ώρες. Την ίδια στιγμή, όσο παρακολουθούσα με το χαμόγελο στα χείλη, με πλησίασε μια δημοσιογράφος τηλεοπτικής εκπομπής. Με κοίταξε βαθιά στα μάτια για τουλάχιστον ένα λεπτό και μου απηύθυνε τον λόγο: “Are you here for vacation?”. «Μένω εδώ», της είπα. Ελαφρώς παραξενεμένη μου είπε «Α, άρα δεν είστε τουρίστρια». «Όχι», της είπα. Έφυγε λοιπόν μαζί με τον καμεραμάν και η κυρία δίπλα μου μού είπε γελώντας με την κατάσταση, «Άρα, είσαι Ελληνίδα». Της είπα πως είμαι Ελληνίδα, άλλο που δεν το πιστεύουν πολλοί. Η συζήτηση έκλεισε από πλευράς της με ένα «Ντάξει, λογικό».

Θα μου πείτε γιατί ξεκινάω με αυτό το βιωματικό παράδειγμα και δεν σας εξιστορώ γραμμικά την εμπειρία μου ως Αφροελληνίδα στη χώρα. Στόχος, νομίζω, είναι να δείξω πόσο συχνή είναι η ασυνείδητη προκατάληψη του κόσμου απέναντι στην ταυτότητά μου. Είμαι η Βανέσα Εβμπουομάν, λοιπόν, ή αλλιώς Νίκη, όπως με φωνάζουν όλ@. Καταγωγή η Νιγηρία, γέννηση, φοίτηση, και ζωή η Αθήνα. Αν η επόμενη ερώτησή σας είναι αν έχω βιώσει ρατσισμό στη χώρα, η απάντηση είναι «ναι, με τόνο»! Δεν υπάρχει κοινωνία που να μη χαρακτηρίζεται από ρατσιστικά, ομοφοβικά και άλλα ακραία χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και θα πρέπει να ρηματοποιούμε τέτοιες καταστάσεις σε καθημερινή βάση. Ο όρος «αφροέλληνας» κρύβει τόσα στοιχεία που ούτε εγώ η ίδια δε μπορώ να περιγράψω, οπότε προτιμώ να με περιγράφω ως μαύρη γυναίκα στην Ελλάδα.

Η Νίκη δυσκολεύεται να σας αναλύσει το βίωμά της γραπτά, γιατί δεν ξέρει από που να ξεκινήσει. Από το ότι είναι η μόνη μαύρη γυναίκα στους περισσότερους κύκλους που βρίσκεται; Από το ότι πλαισιώνεται στη φούσκα της τουρίστριας, καθώς ο λευκός Έλληνας ή η λευκή Ελληνίδα αδυνατεί να της μιλήσει στα ελληνικά εξαρχής; Από το ότι δε μπορεί να αφήσει ασχολίαστη την πολιτιστική ιδιοποίηση της αφρικανικής κουλτούρας που παρατηρεί στους Έλληνες ή τις Ελληνίδες με τα «ράστα» που βρίσκονται εντελώς τυχαία στην μόδα κάθε καλοκαίρι; Η Νίκη αδυνατεί να περιγράψει τη φετιχοποίησή της ως μαύρη γυναίκα σε διαφυλετικές σχέσεις ή σε κέντρα διασκέδασης με τον κάθε λευκό ή την κάθε λευκή να της λέει ότι «του αρέσει πάρα πολύ η σοκολάτα» ή ότι «σε άλλη ζωή θα ήθελε να είναι μαύρη γυναίκα». Η Νίκη κραυγάζει σε κάθε μάθημα της σχολής από μέσα της τη λέξη «αποικιοκρατία», τόσο για τον κόσμο όσο και για την Ελλάδα (ναι, είμαστε συνυπεύθυνοι σ’ αυτό), αλλά την έχει ακούσει ελάχιστα τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Η Νίκη δεν αρκείται στο ότι έχει την ελληνική ιθαγένεια που πήρε με χίλια ζόρια, καθώς το χαρτί αυτό δεν έχει λύσει τις παραπάνω ανησυχίες της. Η Νίκη κουράστηκε με την αποποίηση της ευθύνης από τον κάθε λευκό ή την κάθε λευκή ως προς τον ρόλο που διαδραματίζουν στη διαιώνιση του φυλετικού ρατσισμού. Και για να μην γίνομαι νάρκισσος, οι μαύροι άνθρωποι στην χώρα ζητούν την αναγνώριση και τον σεβασμό της ταυτότητάς τους την οποία και στερεί η ελληνική κοινωνία. Δε θεωρώ ότι έχω αναλύσει αρκετά το ζήτημα της ορατότητας των Αφρικανών στη χώρα, ίσως επειδή δεν είμαστε ορατοί. Επίσης, ακριβώς επειδή το ελληνικό λεξιλόγιο με περιορίζει στο να περιγράψω αυτές τις καταστάσεις ορθά, αποτελεί κίνητρο για προβληματισμό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η ορατότητα αποτελεί τη μέγιστη πολιτική πράξη και δε σκοπεύω να σταματήσω να μιλάω μέχρις ότου βρω ποια είναι η θέση μου στην Ελλάδα ως μαύρη γυναίκα και αποδείξω στην χθεσινή κυρία ότι «όχι, δεν είναι λογική η κατάσταση αυτή»!

 

Βανέσα (Νίκη) Εβμπουομάν,
φοιτήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς

 

 

Queer χρώμα

 

Αφαν@, σε πλαίσια, σχήματα και χώρους αδυνατούν να κινηθούν, να μιλήσουν ή να τραγουδήσουν, κι αν έρθουνε μπροστά σου να σου πουν πως σε αγαπούν, κινήσεις θα κάνεις για να καταλάβεις, ένα νόημα να βγάλεις.

Χρειάζονται πιστεύεις οι διαδικασίες αυτές; Ή μια μόνο κίνηση που ενώνει τις καρδιές;

Διψασμένες οντότητες παλεύουνε να υπάρξουν, μα πού να βρουν πατήματα, από πού να απαλλάξουνε τους πόνους, που κυριαρχούν σε μυαλά με διαδρόμους, πιο στενά, που δε χωράς να περνάς, μόνο κοιτάς και με τρόπους μαγικούς αναμασάς τα λόγια; Ποια λόγια;

Έχουν ξεχαστεί οι κουβέντες αγάπης και η Ελλάδα κοιτάει μόνο τα δικά της.

Ανύπαρκτα τα φύλα, δε μιλάμε εδώ για εκείνα που δε συμβαδίζουν με τη βιοπάλη και την πείνα.

Λένε: «Ας κοιτάξουμε πρώτα αυτά και μετά, αν βρούμε το χώρο και το χρόνο, θα σου πούμε, άλλαξε τρόπο και θα δούμε αν χωράει η κουβέντα αυτή που ντροπή ακόμα προκαλεί».

Ένας χώρος ασφαλής δύσκολο να δημιουργηθεί για να αισθανθείς ότι μπορείς να υπάρξεις, να γελάσεις, τα πιο απλά πράγματα για εσένα να πράξεις.

Πάντα μέσα στο στόχο ενός όχλου είσαι, από όποια μεριά κι αν προσπαθήσεις να ξεφύγεις, από λόγια που εφιάλτες δημιουργούν.

Κι αν δε βρεις σωσίβιο να σωθείς θα ξεψυχήσεις, νοητικά, από μια μάχη που έδωσες μόν@.

Μήπως ήρθε πια η ώρα να μιλήσουνε και αυτ@ για να ακούσει και η πρώτη η γενιά, εκείνοι που πήραν την απόφαση να έρθουν από μια χώρα μακρινή όπου ακούν μόνο στο θεό της αγάπης που είναι η γη, γιατί εκεί κυριαρχεί το μεγαλύτερο πνεύμα και η ψυχή, που συγχωρεί και απορροφά τους προγόνους ώστε μετά να κοιτάμε πίσω και να λέμε «ζήσανε, αλλά ήρθε η ώρα να αλλάξουνε πολλά».

Σε χρειάζομαι κοντά μου και ίσως μαζί να ξεκινήσει κάτι καινούργιο, κάτι να βγει, ένα ένα θα τα βρούμε όλοι μαζί. Γιατί πρέπει να υπάρχει πάντα αυτή η διαμάχη της σύγκρισης, πες μου, γιατί; Δεν πιστεύεις, αν βρεθούμε στη μέση, ένα δρόμο μαζί να οδηγηθούμε σε κάτι καλύτερο δε θα βρούμε; Όπως είπα στην αρχή, το μέλλον δημιουργείς μαζί μου, εγώ κι εσύ.

Η διαφορετικότητα υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει ό,τι κι αν κάνουμε, όποια απόφαση κι αν πάρουμε. Ακόμα και μέσα στις κοινότητες, συζητιέται το «υπάρχω εγώ, ολοκληρωμένο ή ανολοκλήρωτο, σε διαφορετική διάσταση από το σημείο που υπάρχεις εσύ» και όλο ξεκινάμε από την αρχή.

Με τα δικά μας άγχη, με τις δικές μας επιθυμίες, τους δικούς μας τρόπους και τις δικές μας αντιλήψεις.

Σε μια προσπάθεια δημιουργίας ενός ασφαλιστικού κλοιού χάθηκε το φως, αγκαλιαζόμαστε πια μέσα στο σκοτάδι γιατί έτσι μάθαμε να είμαστε ασφαλείς.

Κάθε φορά που σου παρουσιάζομαι είμαι αυτό που εσύ επιθυμείς να δεις, το επικροτείς αλλά φοβάσαι να το πεις, γιατί θεωρείς ότι με κάποιο μαγικό τρόπο θα αισθανθείς πιο ασφαλής, σαν απειλή με βλέπεις, με μεταμορφώνεις στο μυαλό σου σε αυτό που εσύ αποκαλείς πρότυπο αφρικανικής φυλής.

Εθελοτυφλείς.

Μπροστά σε αυτούς που θέλουν να με δουν, φοράω αυτά που εμπνέουν και μιλάμε ανοιχτά γι’ αυτά.

Να πληθαίνουν οι άνθρωποι σαν κι εμάς.

Είναι δύσκολο να παλεύεις ένα άλλο χρώμα για το χρώμα.

Είναι δύσκολο να παλεύεις ένα άλλο σώμα για το queer χρώμα.

 

Ελένη Μερεντούλα,
she/her, artist

 

 

Καμένα διαβατήρια

 

Εμπνεόμενη από τις γραφές του Shahram Khosravi για την έννοια της αναμονής και τη βία που μπορεί να ενέχει η γραφειοκρατία, αλλά και από προσωπικές ιστορίες και ιστορίες από το οικογενειακό μου περιβάλλον, θα ήθελα να εστιάσω στο πάντα επίκαιρο θέμα των συνόρων και τη (μη) αξία των μη λευκών σωμάτων. Μετά τον θάνατο του 17χρονου ξαδέρφου μου Mehdi El Mouadden, ο οποίος έχασε τη ζωή του στην απόπειρά του να φτάσει από το Μαρόκο στα Κανάρια Νησιά μέσω του Ατλαντικού Ωκεανού με άλλους 60 ανθρώπους, τον Δεκέμβριο του 2022, έγινε ακόμη μεγαλύτερη η επιθυμία μου να καταλάβω τις πολιτικές των συνόρων.

 Λαμβάνοντας υπόψη τις διάφορες πολιτισμικές σημασίες του όρου «καίγεται», μου φαίνεται ενδιαφέρουσα η κοινή χρήση του όρου για τις εξής δύο καταστάσεις: «κάψιμο» των συνόρων και το σύνδρομο burnout. Και οι δύο έννοιες ασχολούνται με μια κατάσταση όπου τα υποκείμενα υποθέτουν ότι θα ανταμειφθούν με μια ευεργετική ζωή και απασχόληση. Ωστόσο, το πέρασμα προς τον τελικό υποσχόμενο προορισμό δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και των δύο αυτών φάσεων.

Από το φεστιβάλ Burning Man μέχρι τον Mohamed Bouazizi, τον φλεγόμενο άνθρωπο, του οποίου η αυτοπυρπόληση αποτελεί σημείο εκκίνησης της Αραβικής Άνοιξης, η αλλαγή είναι το βασικό αίτημα. Η φωτιά λειτουργεί ως μορφή μεταμόρφωσης και μαρτυρίου. Αφαιρεί επίσης ίχνη και εξαφανίζει τα διαβατήρια. Οι «Harraga»1 (Χαρράγκα) ρίχνουν το διαβατήριό τους, όταν μπαίνουν στο καράβι που έχει σκοπό να τους φέρει στην Ευρώπη. Καίνε τα διαβατήρια για να μην ταυτοποιηθούν και επαναπατριστούν κατά την άφιξή τους στην Ευρώπη. Οι Haragga που φτάνουν στην Ευρώπη γίνονται αιτούντες άσυλο. Ωστόσο, βρίσκονται σε αυτή τη μετέωρη κατάσταση: Δε βρίσκονται στη χώρα τους, αλλά ούτε και στην Ευρώπη. Τον Απρίλιο του 2011, ο ιρανικής καταγωγής Kambiz αυτοπυρπολείται στην πλατεία Dam του Άμστερνταμ της Ολλανδίας. Μετά από 10 χρόνια που ήταν αιτών άσυλο, το αίτημά του απορρίπτεται2.

Το να είσαι Harrag ή expat δεν είναι το ίδιο. Η επιλογή του τέλειου μετανάστη είναι μια πτυχή αυτής της κατάστασης. Οι expats στην Ελλάδα ζουν το μεσογειακό τους όνειρο με το εισόδημα που τους παρέχει η δουλειά τους από την Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη. Ο τέλειος μετανάστης έχει λεφτά για να σπουδάσει στο εξωτερικό και να κάνει μια εξειδικευμένη εργασία. Ο Harrag μπορεί να παρέχει μόνο τα έξοδα του περάσματος Αφρική-Ευρώπη ή Ασία-Ευρώπη. Οι ευρωπαϊκές αξίες του ανθρωπισμού ξεκινούν από τις εικόνες διάσωσης του κόσμου που παίρνει θαλάσσιες διαδρομές και σταματούν μόλις κάνεις αίτηση ασύλου. Οι ανθρωπιστικές αυτές αξίες μπορούν να κάνουν και διάκριση, εάν δεν είσαι λευκό. Απόδειξη υπήρξε η ευρωπαϊκή απάντηση στην ρωσική εισβολή στην Ουκρανία με την άνευ όρων υποστήριξη και αλληλεγγύη στον ουκρανικό λαό.

Σε πιο πρόσφατα νέα, τέτοια υποστήριξη για τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη δεν παρατηρήσαμε από τους ευρωπαίους ηγέτες (και Άραβες ηγέτες). Αντίθετα, οι μη-λευκές αρρενωπότητες εξακολουθούν να αναπαρίστανται ως βίαιες, συνεχίζοντας τον οριενταλιστικό κύκλο του τρομοκράτη ή βιαστή ή γενικότερα του «άγριου Μεσανατολίτη». Μιλώντας για διαφορετικά κριτήρια, άξιο να αναφερθεί είναι ότι τα στερεότυπα που αποδίδονται στον Βορειοαφρικανό/«Μεσανατολίτη»3 μετανάστη στην Ευρώπη, αποδίδονται στον Υποσαχάριο στη Βόρεια Αφρική. Μιλώντας για σύνορα, ας μη ξεχάσουμε τη σφαγή του 2022 στη Μελίγια, με την απόπειρα μερικών Υποσαχάριων μεταναστών να περάσουν τα σύνορα Μαρόκου-Ισπανίας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να τονίσω την αορατότητα γύρω από το φαινόμενο του burnout, όπως εκδηλώνεται στους ανθρώπους που βρίσκονται στο μεταξύ. Σαφώς και οι Harraga και οι αιτούντες άσυλο παθαίνουν burnout. Δεν υπάρχει όμως η πολυτέλεια του να απενεργοποιήσεις τη λειτουργία επιβίωσης, όταν βρίσκεσαι σε ένα συνεχές αγώνα επιβίωσης και μία αβέβαιη αναμονή.

 

Ραμπάμπ Ελ Μουαντίν,
ανεξάρτητη ερευνήτρια και διοικητική υπάλληλος

 

 

Σημειώσεις:

1. Harrag στα Αραβικά Βορείου Αφρικής κυριολεκτικά σημαίνει αυτός που καίει. Αυτός ο όρος αποδίδεται σε νεαρούς κυρίως άνδρες βορειοαφρικανικής καταγωγής που μεταναστεύουν στην Ευρώπη διασχίζοντας παράνομα τα σύνορα μέσω βάρκας. Ο όρος σχετίζεται με τη συνήθεια να καίνε τα ταυτοποιητικά τους έγγραφα πριν το ταξίδι.

2. Αντίστοιχα, τον Μάρτιο του 2017, ένας σύριος πρόσφυγας (αγνώστου ονόματος) αυτοπυρπολείται στο Κέντρο Υποδοχής της Χίου διαμαρτυρόμενος για την παραμονή του στη Χίο και την μη εξέταση του αιτήματος ασύλου.

3. Βάζω εισαγωγικά, γιατί η Μέση Ανατολή είναι όρος που έχουν αποδώσει οι Βρετανοί στην περιοχή της Νοτιοδυτικής Ασίας από μια αποικιοκρατική και ευρωκεντρική σκοπιά.

 

 

Το χρώμα της δικαιοσύνης

 

Τα μάτια μου έλαμπαν, αφού είχα βρει όλα όσα φανταζόμουν σε ένα άτομο, το οποίο εμπιστεύτηκα και ερωτεύτηκα, και αποφάσισα να ρισκάρω και να τα παρατήσω όλα για να ζήσουμε μαζί. Έτσι έφτασα στην Ελλάδα πριν από σχεδόν 20 χρόνια, αφήνοντας πίσω όνειρα, σχέδια ζωής, οικογένεια και φίλους, για να χτίσω καινούργια θεμέλια σε αυτή τη χώρα.

   Εντάχθηκα γρήγορα, αφού έμαθα τη γλώσσα, αλλά ήμουνα μικρή και ανώριμη. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, χωρίς να καταλάβω είχαμε ήδη κάνει παιδί, και σιγά σιγά έβγαινε ο αληθινός εαυτός του. Μου έλεγε ότι είναι καλά οικονομικά και «δε χρειάζεται να εργάζεσαι» ή ότι «θα πρέπει να μένεις στο σπίτι να μεγαλώσεις το παιδί». Εγώ απλά υπάκουα τις εντολές του και σκεφτόμουν ότι, αφού μας αγαπάει, γι’ αυτό μου τα λέει, και έπειτα από χρόνια κάνω και δεύτερο παιδί...

   Η απαγόρευση δουλειάς έφερε μαζί πολλά άλλα «απαγορευμένα» ή «επικίνδυνα» πράγματα και η σχέση μας οδηγήθηκε στο άλλο άκρο της τοξικότητας, γνωρίζοντας έτσι τη λέξη κακοποίηση με σχεδόν όλους τους τρόπους που υπάρχουν. Πάντα με μείωνε ως άνθρωπο και από την αρχή της σχέσης ήθελε να με αλλάξει.

   Είμαι επιζώσα ενδοοικογενειακής βίας και έπειτα από πολλά χρόνια γάμου δραπέτευσα από το σπίτι, ελπίζοντας ότι ο εφιάλτης θα παρέμενε εκεί πίσω, για να γνωρίσω ότι η βία συνεχίζει με άλλους τρόπους.

   Με είχε απαγάγει, με είχε απομονώσει, με απείλησε και με έβριζε επανειλημμένα μπροστά στα παιδιά, ήθελε να με εκφοβίζει συνεχώς με το όπλο που είχε και με άλλα πράγματα, λέγοντάς μου πολλές φορές «να θυμάσαι ότι έχω όπλο», με χτύπησε και με βασάνιζε, ακόμα και μπροστά στη μικρή μας κόρη και τους γνωστούς μας.

   Γενικά η δικαιοσύνη στην Ελλάδα είναι μεγάλο ζήτημα, αλλά, όταν είσαι μετανάστρια, χωρίς οικονομική δυνατότητα, και χωρίς οικογένεια στη χώρα, μπορείς να αντιληφθείς ότι δεν καταβάλλουν μεγάλες προσπάθειες ώστε να δικαιωθείς. Έχω νιώσει από πρώτο χέρι πως έπειτα από δικαστήρια δε δίνουν σημασία ούτε σε ισχυρές δικαστικές αποφάσεις, επειδή ο πατέρας είναι Έλληνας και εγώ «ξένη», ακόμα και αν παραβιάζει αυτές τις αποφάσεις.

   Όταν σου βάζουν τόσα εμπόδια, όταν περιμένεις χρόνια, ώστε να έχεις πρόσβαση σε μια άδεια διαμονής ή την ανανέωσή της, που είναι απαραίτητη για να έχεις μια όσο πιο φυσιολογική ζωή μπορείς μέσα στις δυσκολίες και για να σου επιστρέψουν να ταξιδεύεις και να δεις τους δικούς σου.

   Ακόμα και σε πιο απλά πράγματα, όπως το να πάρεις ένα έγγραφο «οικογενειακής κατάστασης» από το ΚΕΠ, δεν είναι εφικτό, επειδή δεν ψηφίζεις εδώ στην Ελλάδα και μόνο ο πατέρας μπορεί να το πάρει. Λες και το χρώμα του δέρματός σου, το σχήμα των μαλλιών σου, οι διαφορετικές αποχρώσεις της προφοράς σου, σε κάνουν κάποιον που δεν του παραχωρούνται δικαιώματα. Το να είσαι ξένος σε αυτή τη χώρα, όσα χρόνια και αν έχεις εδώ, ακόμα και αν κάνεις οικογένεια, προσφέρεις πράγματα και εργάζεσαι, καταλαβαίνεις πως, όσο και να αγαπάς και να θες να δώσεις το καλύτερο στην κοινωνία, απλά δεν σε υπολογίζουν και ούτε ενδιαφέρονται.

   Ευτυχώς, μέσα σε όλα όσα έχω ζήσει, έχω βρει οργανισμούς και άτομα που με έχουν στηρίξει. Η αλληλεγγύη που έχω γνωρίζει στην Ελλάδα εύχομαι να συνεχίζει να ανθίζει και να απλώνεται παντού, ώστε μέσα από αυτή να δώσουμε μια σταγόνα ελπίδας σε αυτόν τον κόσμο.

 

Βίμα, γυναίκα και μητέρα σε αντίσταση

 

 

 

Το μαύρο βίωμα και η διαπολιτισμικότητα

 

Με αφορμή έναν μήνα που συχνά στην Ελλάδα αποσιωπάται λόγω άγνοιας ή αφάνειας, χωρίς να γιορτάζεται τόσο, πέρα από τους καλλιτεχνικούς και ενίοτε τους ακαδημαϊκούς ή συντακτικούς κύκλους, επιχειρώ να μιλήσω για μια παράλληλη φυλετικά πραγματικότητα. Μεταξύ μας, το μαύρο βίωμα (black experience) άλλοτε απέχει από και άλλοτε συγκλίνει με κάθε κοινή διάκριση που χαρτογραφούμε εντός και εκτός μας, ανάλογα τον χρόνο και τον χώρο.

Ως νέα γενιά και χάρη στη διασπορά, γράφω ως μιγάδα για όσα σκέφτομαι, μνημονεύοντας την αξία της παγκόσμιας και εγχώριας μαύρης κοινότητας, στο πλαίσιο μιας υπό διεκδίκηση ορατότητας. Για μένα, μήνας μαύρης ιστορίας και υπερηφάνειας άλλωστε σημαίνει άκουσμα, αναγνώριση, εκπροσώπηση, έκφραση, ιστορία, δημιουργία και πράξη - εμπειρίες που αποκτούν προφορικότητα και όψη.

Σε αυτό το επίπεδο, υπάρχει για κάποιους και ένα καταγωγικό δίπολο, τα άτομα του «ανάμεσα», της φυλετικής (α)ορατότητας, της «δυσνόητης» ταυτότητας - ταύτισης, του πολιτισμικού υβριδίου. Αφρο-Ευρωπαίοι, διαφυλετικές σχέσεις, πολυφυλετικές οικογένειες, αποχρώσεις μιας ζωής στα όρια της υπερ/υπο-ορατότητας (βλ. “white-passing”) συνιστούν, από τη μια, τραυματικές εμπειρίες, εκτεθειμένες στο μπέρδεμα και στην παρεξήγηση του ανήκειν, και, από την άλλη, κομμάτια ενός σημαντικού, μοναχικού αρχικά, αλλά τελικά συλλογικού ταξιδιού στην αναζήτηση του «είναι» σε έναν κόσμο τεχνοκρατικό, κατηγορικό, και πλέον δυστοπικό.

Η φυλή είναι πράγματι μια τάξη – δομή (κατασκευή), η οποία γίνεται από μεταφορά κυριολεξία, οπότε στο πεδίο αυτό κινούμαστε σύμφωνα με τις επιταγές της, οι οποίες επιδρούν στις ανάγκες μας. Διάφορες κοινωνικές ομάδες έγχρωμων γεννιούνται, μεγαλώνουν, μετακινούνται και πορεύονται σε αμιγώς «λευκά περιβάλλοντα», κατά βάση και εκ των πραγμάτων μη συμπεριληπτικά, ενώ είτε όταν κατορθώνουν να μεταβούν σε πιο πολυπολιτισμικές κοινωνίες είτε στις χώρες καταγωγής τους βιώνουν ένα σχίσμα ή ένα αίσθημα αναντιστοιχίας, αποκλεισμού, απόστασης και μη ενσωμάτωσης.

Μερικοί, ωστόσο, έχουν καταφέρει υπό το πλέγμα των φυλετικών αναπαραστάσεων, αφηγήσεων, προκαταλήψεων, προτύπων και στερεοτύπων, να απεμπλακούν από το στίγμα και να εκφραστούν με τον δικό τους τρόπο απέναντι στο «λευκό βλέμμα» και στον ταξισμό. Αρκετοί αποδίδουν νόημα στο ενδιάμεσο, ενσαρκώνοντας όποια πολιτισμικά και ταυτοτικά στοιχεία θεωρούν ότι αποτελούν μέρος της αλήθειας τους και της κουλτούρας που (τα) διαμορφώνουν, δημιουργώντας έτσι νέες υβριδικές ταυτότητες.

Τα μέλη του συγκεκριμένου ευρύτερου πληθυσμού καλούνται να αντισταθούν στην παθολογική κατάσταση που προκαλούν ψυχοκοινωνικά οι αποκλίσεις από μια νόμιμη, θεσμικά κατοχυρωμένη υπηκοότητα και οι βίαιες (λεκτικά/σωματικά) απωθήσεις των γύρω, και συγχρόνως να αγκαλιάζουν τις ρίζες τους και τις διαφορικές εθνοτικές, θρησκευτικές κ.α. διαστάσεις τους. Να μαθαίνουν πώς να είναι τόσο ντόπιοι όσο και μιγάδες, να γνωρίζουν το υπόβαθρο των δικών τους, να κατανοούν τη διαγενεακή πάλη, να προβλέπουν την τροχιά τους στους παράλληλους μικρο/μακρο-κόσμους και να υποθέτουν πως θα φτιαχτεί μια κοινωνικά βιώσιμη συνθήκη.

Τα διαπολιτισμικά όντα (όπως οι Αφρο-Έλληνες και όχι μόνο) αποτελούν ένα μωσαϊκό που αποκτά τη δική του υπόσταση μέσα ακριβώς από αυτούς τους αγώνες, τα διαφορετικά συναισθήματα και νοήματα λόγω της λίγο-πολύ ομόλογης θέσης μας στο κοινωνικό σύμπαν, καθώς αναζητούν την έμπνευση από τα ιστορικά παραδείγματα δια-φυλετικής υπερηφάνειας και ενδυνάμωσης, τις δράσεις, την τέχνη, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τα ταξίδια, τη μουσική, τις αγαπημένες υπάρξεις, για να γιορτάσουμε αυτό που είμαστε, που θα γίνουμε και που ο καθένας οφείλει να αποδέχεται, να αναγνωρίζει και να σέβεται ισότιμα.

 

 

Μάρθα Φύλλου, βοηθός επικοινωνίας και έρευνας

 

ΓΙΑ ΤΗΝ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ, 
ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ
ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Copyright © 2024 - All rights reserved

 | 

Developed by © Jetnet